![]() |
Oxfam: Τα εταιρικά μονοπώλια λεηλατούν τον παγκόσμιο πλούτο
της Ιωάννας Αρχοντάκη
Η ακραία ανισότητα που χαρακτηρίζει την παγκόσμια οικονομία σήμερα είναι το προβλέψιμο και μετρήσιμο αποτέλεσμα των πολιτικών αποφάσεων των τελευταίων δεκαετιών, που ενίσχυσαν τη μονοπωλιακή ισχύ των πολυεθνικών εταιρειών και μετέφεραν τεράστιο πλούτο από την εργασία στο κεφάλαιο. Η τελευταία έκθεση της Oxfam σκιαγραφεί μια παγκόσμια οικονομία που λειτουργεί ολοένα και πιο απροκάλυπτα υπέρ μιας ολιγαρχίας και εις βάρος δισεκατομμυρίων ανθρώπων.
Τα στοιχεία είναι πέραν αμφισβήτησης. Από το 2020, οι πέντε πλουσιότεροι άνδρες του κόσμου υπερδιπλασίασαν τις περιουσίες τους, από 405 δισεκατομμύρια δολάρια σε 869 δισεκατομμύρια. Την ίδια ακριβώς περίοδο, ο πλούτος του φτωχότερου 60% της ανθρωπότητας, σχεδόν πέντε δισεκατομμυρίων ανθρώπων, μειώθηκε σε πραγματικούς όρους.
Αν η τάση συνεχιστεί, ο κόσμος θα αποκτήσει τον πρώτο τρισεκατομμυριούχο μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, ενώ η εξάλειψη της ακραίας φτώχειας θα απέχει ακόμη 229 χρόνια. Με άλλα λόγια, το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα για να παράγει υπερπλούτο για ελάχιστους, ενώ αποτυγχάνει παταγωδώς να καλύψει βασικές ανθρώπινες ανάγκες.
Η νέα εποχή των μονοπωλίων
Σύμφωνα με την Oxfam, ζούμε σε μια νέα εποχή μονοπωλιακής κυριαρχίας. Η οικονομική ισχύς συγκεντρώνεται σε ολοένα και λιγότερα χέρια, επιτρέποντας στις μεγάλες εταιρείες να ελέγχουν τις αγορές, να καθορίζουν τις τιμές και να αποκομίζουν κέρδη χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό.
Η συγκέντρωση αυτή έχει επιταχυνθεί τα τελευταία χρόνια. Στη φαρμακοβιομηχανία για παράδειγμα, 60 εταιρείες συγχωνεύτηκαν σε μόλις 10 κολοσσούς μέσα σε δύο δεκαετίες. Δύο πολυεθνικές ελέγχουν πάνω από το 40% της παγκόσμιας αγοράς σπόρων, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος και την ασφάλεια της τροφής. Στον ψηφιακό τομέα μόλις τρεις εταιρείες, η Meta, η Alphabet και η Amazon απορροφούν το 75% των παγκόσμιων δαπανών για τη διαδικτυακή διαφήμιση, ενώ πάνω από το 90% των διαδικτυακών αναζητήσεων γίνεται μέσω της Google.
Ακόμη και διεθνείς θεσμοί, όπως το ΔΝΤ, παραδέχονται πλέον ότι η αυξανόμενη μονοπωλιακή ισχύς συμβάλλει άμεσα στην ανισότητα. Οι μεγάλες εταιρείες χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να αυξάνουν τις τιμές και τα περιθώρια κέρδους, ιδιαίτερα μετά το 2021, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τους τομείς της ενέργειας, των τροφίμων και των φαρμάκων.
Η ενίσχυση της εταιρικής ισχύος έχει έναν ξεκάθαρο στόχο – τη μεγιστοποίηση των αποδόσεων προς τους μετόχους. Το κόστος αυτής της στρατηγικής μεταφέρεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στους εργαζόμενους.
Η Oxfam καταγράφει ότι 791 εκατομμύρια εργαζόμενοι παγκοσμίως είδαν τους μισθούς τους να υπολείπονται του πληθωρισμού τα τελευταία δύο χρόνια, χάνοντας συνολικά 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια. Πρόκειται για μια απώλεια που αντιστοιχεί σε περίπου ένα μήνα απλήρωτης εργασίας για κάθε εργαζόμενο.
Οι ανισότητες αυτές έχουν έντονη έμφυλη και φυλετική διάσταση. Οι γυναίκες κυριαρχούν στις χαμηλότερα αμειβόμενες και πιο επισφαλείς θέσεις εργασίας. Το 2019, οι γυναίκες κέρδιζαν μόλις 51 σεντς για κάθε δολάριο εργασιακού εισοδήματος που κέρδιζαν οι άνδρες. Οι φυλετικά στιγματισμένοι πληθυσμοί υφίστανται συστηματική εκμετάλλευση στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ τα κέρδη κατευθύνονται δυσανάλογα προς λευκούς προνομιούχους πληθυσμούς.
Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες εταιρείες πολεμούν ενεργά κάθε ρύθμιση που θα μπορούσε να ενισχύσει την εργασία. Αντιτίθενται στις αυξήσεις του κατώτατου μισθού, υπονομεύουν τη συνδικαλιστική οργάνωση, πιέζουν για απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και σε ορισμένες χώρες στηρίζουν ακόμη και την αποδυνάμωση της νομοθεσίας κατά της παιδικής εργασίας.
Φορολογικός πόλεμος κατά της κοινωνίας
Κεντρικό εργαλείο της σύγχρονης ανισότητας είναι η κατάρρευση της φορολόγησης των εταιρειών και του πλούτου. Από το 1980, οι εταιρικοί φορολογικοί συντελεστές στις χώρες του ΟΟΣΑ έχουν μειωθεί πάνω από 50%. Τα μερίσματα φορολογούνται όλο και λιγότερο, ενώ τα κεφαλαιακά κέρδη (η βασική πηγή εισοδήματος του πλουσιότερου 1%), φορολογούνται κατά μέσο όρο με μόλις 18%, και σε μία στις πέντε χώρες καθόλου.
Η διάλυση των προοδευτικών εταιρικών φόρων ισοδυναμεί με μια τεράστια φορολογική ελάφρυνση για την οικονομική ελίτ. Ταυτόχρονα, στερεί από τα κράτη -ιδίως του λεγόμενου «Παγκόσμιου Νότου»- τρισεκατομμύρια δολάρια που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τη δημόσια υγεία και παιδεία και την κοινωνική προστασία.
Αυτή η φορολογική αποδόμηση δεν ήταν φυσικά, αποτέλεσμα κοινωνικής συναίνεσης. Ήταν το αποτέλεσμα επιθετικού εταιρικού λόμπινγκ. Μελέτες δείχνουν ότι αύξηση κατά 1% στις δαπάνες λόμπινγκ μπορεί να μειώσει τον πραγματικό φορολογικό συντελεστή μιας εταιρείας έως και 1,6%. Σε μία περίπτωση στις ΗΠΑ, κάθε δολάριο που δαπανήθηκε για λόμπινγκ απέφερε πάνω από 220 δολάρια σε φορολογικά οφέλη.
Η Oxfam καταγράφει επίσης τη συστηματική ιδιωτικοποίηση βασικών δημόσιων υπηρεσιών -της υγείας, της εκπαίδευσης και του νερού- παγκοσμίως, ως βασικό μηχανισμό ενίσχυσης της ανισότητας. Οι υπηρεσίες αυτές μετατρέπονται σε αγορές τρισεκατομμυρίων, όπου κυριαρχούν πολυεθνικές και επενδυτικά κεφάλαια, συχνά με εγγυήσεις και επιδοτήσεις από δημόσιο χρήμα.
Το αποτέλεσμα είναι κοινωνίες διαφορετικών ταχυτήτων: όσοι μπορούν να πληρώσουν αποκτούν πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες. Οι υπόλοιποι αποκλείονται. Οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα βαριές για τις γυναίκες, τις φυλετικές μειονότητες και τις περιθωριοποιημένες ομάδες.
Η ίδια εταιρική ισχύς που παράγει ανισότητα τροφοδοτεί και την κλιματική κατάρρευση. Πολλοί από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο ελέγχουν ή επωφελούνται από δραστηριότητες υψηλών εκπομπών, ενώ οι εταιρείες τους επενδύουν δισεκατομμύρια για να καθυστερήσουν τη μετάβαση σε μια δίκαιη και βιώσιμη οικονομία. Οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης πλήττουν δυσανάλογα τους φτωχότερους πληθυσμούς, επιτείνοντας περαιτέρω τις υπάρχουσες ανισότητες.
Η κλεψύδρα της ανισότητας
Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, οι βιομηχανικές κοινωνίες δομήθηκαν πάνω σε μια πυραμιδοειδή κοινωνική διάρθρωση: μια πολυπληθή εργατική τάξη στη βάση, μια μικρότερη μεσαία τάξη και μια στενή οικονομική ελίτ στην κορυφή. Με τη μετάβαση στις μεταβιομηχανικές οικονομίες υπηρεσιών, αυτή η πυραμίδα μετασχηματίστηκε σε ένα «αυγό», όπου η μεσαία τάξη διευρύνθηκε και αποτέλεσε τον κοινωνικό και οικονομικό πυρήνα της ανάπτυξης.
Σήμερα, όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα της Oxfam, το «αυγό» έχει σπάσει. Υπό τις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, της απορρύθμισης και της αχαλίνωτης εταιρικής ισχύος, η μεσαία τάξη ολοένα και συρρικνώνεται, οι θέσεις εργασίας μεσαίας ειδίκευσης εξαφανίζονται και η κοινωνική δομή μετασχηματίζεται εκ νέου – αυτή τη φορά σε μια κλεψύδρα. Στην κορυφή, μια εξαιρετικά μικρή αλλά ασύλληπτα πλούσια ελίτ συγκεντρώνει όλο και μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πλούτου. Στη βάση, δισεκατομμύρια άνθρωποι εγκλωβίζονται σε χαμηλά αμειβόμενες, επισφαλείς και ανασφαλείς μορφές εργασίας. Και στο στενό «λαιμό» της κλεψύδρας, η μεσαία τάξη συνθλίβεται.
Η μετάβαση αυτή είναι το άμεσο αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που ενίσχυσαν τα μονοπώλια, αποδόμησαν τη φορολόγηση του κεφαλαίου, ιδιωτικοποίησαν βασικές κοινωνικές λειτουργίες και μετέτρεψαν την οικονομία σε μηχανισμό άντλησης πλούτου από τους πολλούς προς τους λίγους.
Η εικόνα της κλεψύδρας αποτυπώνει με ακρίβεια τη σημερινή πραγματικότητα: όσο ο πλούτος συσσωρεύεται στην κορυφή, ο χώρος για κοινωνική συνοχή, δημοκρατία και βιώσιμη ανάπτυξη εξαντλείται. Χωρίς ριζική ανακατανομή της ισχύος και του πλούτου, χωρίς περιορισμό της εταιρικής παντοδυναμίας και χωρίς ισχυρά δημόσια συστήματα που να στηρίζουν την κοινωνική πλειοψηφία, η κλεψύδρα θα συνεχίσει να αδειάζει προς όφελος των λίγων.
- ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης:


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου