17 Ιανουαρίου 2026

Η Γερμανία ξαναστήνει ένα μιλιταριστικό κράτος – Του Φάμπιαν Σάιντλερ*

heimatschutz division berlin Στη Γερμανία, ένα κύμα στρατιωτικοποίησης που πριν λίγα χρόνια θα έμοιαζε αδιανόητο σαρώνει τη χώρα - του Φάμπιαν Σάιντλερ

Η Γερμανία ξαναστήνει ένα μιλιταριστικό κράτος – του Φάμπιαν Σάιντλερ

του Φάμπιαν Σάιντλερ*

(αναδημοσιεύεται με άδεια του συγγραφέα)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ έχουν μπει σε τροχιά μαζικής στρατιωτικοποίησης, με ρυθμό και φιλοδοξία πρωτοφανή από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενώ στο παρελθόν τα περισσότερα μέλη του ΝΑΤΟ ήταν απρόθυμα ή ανίκανα να πιάσουν τον στόχο στρατιωτικών δαπανών 2% του ΑΕΠ -στόχο που τέθηκε το 2014-, στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ το 2025, δεσμεύτηκαν ξαφνικά για 5% ετησίως υποκύπτοντας στις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Μόνο η ισπανική κυβέρνηση αρνήθηκε να συμμορφωθεί.

Αυτό που ούτε το ΝΑΤΟ ούτε τα κράτη-μέλη του ούτε τα μεγάλα ΜΜΕ λένε καθαρά είναι ότι το 5% του ΑΕΠ αντιστοιχεί περίπου στο 50% των εθνικών προϋπολογισμών. Αν τα κράτη εφάρμοζαν πράγματι αυτές τις δεσμεύσεις, θα έπρεπε να προχωρήσουν σε δραματικές περικοπές στο κοινωνικό κράτος -συμπεριλαμβανομένων της παιδείας και της υγείας- αυξάνοντας ταυτόχρονα τα εθνικά τους ελλείμματα. Οι Financial Times συνόψισαν αυτή την ατζέντα σε πρωτοσέλιδο του Μαρτίου 2025: «Η Ευρώπη πρέπει να περικόψει το κοινωνικό κράτος για να χτίσει ένα κράτος πολέμου». Με άλλα λόγια, η σχεδιαζόμενη στρατιωτικοποίηση συνιστά ταξικό πόλεμο από τα πάνω. Παρότι οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να «μαλακώσουν» τις δεσμεύσεις, λέγοντας ότι μόνο το 3,5% θα πάει απευθείας στον στρατό και το 1,5% σε υποδομές διττής/στρατιωτικής χρήσης, ακόμη κι έτσι, το 35% των εθνικών προϋπολογισμών θα ήταν ένα βαρύ πλήγμα για ό,τι έχει απομείνει από το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο.

Οι μαζικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, με στόχο τη διοχέτευση πόρων στο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα, μπαίνουν στην ημερήσια διάταξη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Η γερμανική κυβέρνηση συγκαταλέγεται στους πιο ένθερμους πρωταγωνιστές. Ο υπουργός Οικονομικών, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ (SPD), δεσμεύτηκε να τριπλασιάσει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό, από 52 δισ. ευρώ το 2024 στο πρωτοφανές ποσό των 153 δισ. το 2029, ενώ ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς (CDU), έχει ήδη ανακοινώσει δραστικές περικοπές στα επιδόματα ανεργίας για να καλυφθεί μέρος του κενού.

Η αντίσταση στη γερμανική Βουλή (Bundestag) είναι ανατριχιαστικά ήπια. Οι Πράσινοι είναι εδώ και καιρό από τους πιο θερμούς υποστηρικτές του επανεξοπλισμού και τον Μάρτιο του 2025 ψήφισαν υπέρ συνταγματικής τροποποίησης που καταργεί κάθε δημοσιονομικό περιορισμό για τον στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες, διατηρώντας τη λιτότητα για όλες τις άλλες δαπάνες. Το ακροδεξιό AfD, που προηγείται σε ορισμένες πρόσφατες δημοσκοπήσεις, είναι εξίσου προσηλωμένο στη στρατιωτική ενίσχυση και στη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους. Αν και η Die LINKE επισήμως αντιτίθεται σε αυτή την ατζέντα, οι εκπρόσωποί της στο Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) ψήφισαν υπέρ της συνταγματικής τροποποίησης, προκαλώντας εσωκομματική αναταραχή. Για ορισμένους παρατηρητές, η απουσία ουσιαστικής κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης ξυπνά ζοφερές μνήμες από τα πολεμικά δάνεια του 1914, που εγκρίθηκαν ομόφωνα στο Ράιχσταγκ -με τις ψήφους του SPD.

Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ωστόσο, έχει αναπτυχθεί ισχυρότερη αντίσταση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Κιρ Στάρμερ αντιμετώπισε σφοδρές αντιδράσεις στα σχέδιά του για περικοπές κοινωνικών επιδομάτων —ακόμη και εντός του Εργατικού Κόμματος— και αναγκάστηκε να κάνει πίσω. Στη Γαλλία, ο πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρού ανατράπηκε μετά από πρόταση μομφής, λόγω σχεδίου περικοπών 44 δισ. ευρώ. Στην Ισπανία, μαζικές διαδηλώσεις κατά του επανεξοπλισμού άσκησαν σημαντική πίεση στον πρωθυπουργό Σάντσεθ ώστε να περιορίσει τις στρατιωτικές δαπάνες.

Παρότι παραμένει ασαφές σε ποιο βαθμό οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα καταφέρουν να επιβάλουν την ατζέντα «όλα τα όπλα, καθόλου βούτυρο», η επίθεση στις δημόσιες υπηρεσίες και στην εργατική τάξη είναι διαρκής και εκτεταμένη. Η ανεξέλεγκτη στρατιωτικοποίηση έχει αναχθεί στο κεντρικό εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιχειρεί να μπαλώσει τα ραγισμένα της θεμέλια μέσω της συγκρότησης μιας στρατιωτικής ένωσης.

Η στρατιωτικοποίηση της γερμανικής κοινωνίας

Στη Γερμανία, ένα κύμα στρατιωτικοποίησης που πριν λίγα χρόνια θα έμοιαζε αδιανόητο σαρώνει τη χώρα, επηρεάζοντας σχολεία, πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης και δημόσιους χώρους. Τραμ βάφονται με στρατιωτικό καμουφλάζ. Τεράστιες διαφημίσεις του στρατού παρουσιάζουν τον πόλεμο ως «μεγάλη περιπέτεια» που δυναμώνει το ομαδικό πνεύμα.

Η Bundeswehr (οι ένοπλες δυνάμεις) στρατολογεί επιθετικά νέους στον δρόμο, στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Ακόμη και ανήλικοι κάτω των 18 στρατολογούνται, κατά παράβαση των αρχών της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, όπως επισημαίνουν οργανώσεις όπως η Terre des Hommes. Αξιωματικοί στέλνονται στις σχολικές αίθουσες για να «πουλήσουν» τον στρατό σε μαθητές, που μερικές φορές μόλις έχουν κλείσει τα 13. Αντί να ενθαρρύνονται κριτικές συζητήσεις για τον ρόλο του στρατού, του παραχωρείται ουσιαστικά πλήρης ελευθερία. Η διοίκηση σχεδιάζει επίσης την εισαγωγή τακτικών ασκήσεων πολιτικής άμυνας στα σχολεία, με ρητό στόχο την ψυχολογική προετοιμασία των μαθητών για τον πόλεμο.

Στα μέσα ενημέρωσης, ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας ARD άρχισε να προβάλλει τον στρατό και τις πολεμικές του προετοιμασίες στο παιδικό πρόγραμμα «9 ½», δίνοντας μάλιστα οδηγίες για το πώς μπορούν να συμμετάσχουν τα παιδιά. Το πρόγραμμα δεν θέτει καμία κριτική ερώτηση για τον στρατό ούτε αναφέρει ότι η αποστολή σε πολεμικές ζώνες μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο ή τραυματισμό. Το ίδιο ισχύει και για τον δεύτερο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα, που παρουσιάζει τον στρατό ως μια «χαριτωμένη» και φιλανθρωπική δύναμη ειρήνης στο παιδικό πρόγραμμα ZDFtivi.

Τα πανεπιστήμια δέχονται ολοένα και ισχυρότερη πίεση να συνεργαστούν με τον στρατό. Παρότι ορισμένα ομόσπονδα κρατίδια εξακολουθούν να απαγορεύουν τη στρατιωτική έρευνα στα δημόσια πανεπιστήμια και περίπου 70 πανεπιστήμια έχουν δεσμευτεί εθελοντικά να διεξάγουν αποκλειστικά πολιτική έρευνα, ο Ρόμπερτ Χάμπεκ (Πράσινοι) δήλωσε στις αρχές του 2025, όταν ήταν αντικαγκελάριος, ότι «πρέπει να επανεξετάσουμε τον αυστηρό διαχωρισμό στρατιωτικής και πολιτικής χρήσης και ανάπτυξης» στην ακαδημαϊκή έρευνα.

Στη Βαυαρία, η διοίκηση έχει ήδη απαγορεύσει κάθε «πολιτική ρήτρα» στα πανεπιστήμια, καταργώντας στην πράξη τη δυνατότητα άρνησης στρατιωτικής έρευνας. Επιπλέον, ο γερμανικός στρατός έχει εκπονήσει ένα εκτενές, απόρρητο «Επιχειρησιακό Σχέδιο Γερμανία» για την υποταγή των πολιτικών θεσμών σε στρατιωτικούς στόχους.

Αυτές οι συντονισμένες προσπάθειες για τη δημιουργία ενός Κράτους Πολέμου αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη μεταβολή των στάσεων του γερμανικού πληθυσμού, ο οποίος επί δεκαετίες ήταν κατά πλειοψηφία επιφυλακτικός απέναντι στον στρατό και ιδίως στις στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του ’70 και του ’80, η άνοδος των ειρηνιστικών κινημάτων κατάφερε να υπερβεί βαθιά ριζωμένες μιλιταριστικές παραδόσεις στη Γερμανία.

Το 1981, τουλάχιστον 300.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στη Βόννη ενάντια στον πυρηνικό επανεξοπλισμό του ΝΑΤΟ. Το Πράσινο Κόμμα, που ιδρύθηκε έναν χρόνο νωρίτερα, είχε καθοριστικό ρόλο. Το ιδρυτικό του μανιφέστο ζητούσε την άμεση «διάλυση των στρατιωτικών συνασπισμών, ιδίως του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας». Στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, καλούσε στην «αποσυναρμολόγηση της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας και τη μετατροπή της σε ειρηνική παραγωγή».

Ωστόσο, με την πρώτη συμμετοχή του σε ομοσπονδιακή κυβέρνηση το 1998, το κόμμα ανέστρεψε αυτές τις θέσεις κατά 180 μοίρες, προωθώντας τον παράνομο πόλεμο του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας, χωρίς εντολή του ΟΗΕ. Έκτοτε, συγκαταλέγεται στους πιο θερμούς υποστηρικτές της επέκτασης του ΝΑΤΟ και των στρατιωτικών επεμβάσεων στο εξωτερικό, ενώ κορυφαία στελέχη του ενσωματώθηκαν σε διατλαντικά think tanks, όπως το German Marshall Fund και η Atlantik-Brücke.

Ανάλογη τροπή βλέπουμε και στο SPD, το οποίο υπό τον καγκελάριο Βίλι Μπραντ και τον σύμβουλό του, Έγκον Μπαρ, υπήρξε κάποτε πρωτοπόρα δύναμη της ύφεσης. Οι προσπάθειές τους συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (OSCE) το 1973 και προετοίμασαν το έδαφος για το ειρηνικό τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τη γερμανική επανένωση μετά το 1990.

Με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η κυρίαρχη πτέρυγα του SPD απαρνήθηκε τις πολιτικές ύφεσης και μάλιστα απέδωσε τον πόλεμο στην Ουκρανία σε αυτές -μια αξιοσημείωτη διαστρέβλωση της ιστορίας. Παρότι μια μικρή μειοψηφία γύρω από τον πρώην κοινοβουλευτικό ηγέτη Ρολφ Μύτσενιχ εξακολουθεί να ζητά ειλικρινείς ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και περιορισμό του στρατιωτικού εξοπλισμού, τα «γεράκια» έχουν σε μεγάλο βαθμό επικρατήσει στο κόμμα.

Η «διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες» και η γενοκτονία στη Γάζα

Το εγχείρημα του Κράτους Πολέμου, καθώς και οι θυσίες που καλείται να κάνει ο πληθυσμός για τη συγκρότησή του, παρουσιάζονται από τους πολιτικούς ηγέτες -τόσο στη Γερμανία όσο και στην ΕΕ- ως μονόδρομος. Το επιχείρημα στηρίζεται σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος είναι ο ισχυρισμός ότι ο μαζικός επανεξοπλισμός είναι αναγκαίος για την υπεράσπιση της δημοκρατίας, των «δυτικών αξιών» και του διεθνούς δικαίου απέναντι σε ένα δεσποτικό κράτος-παρία που επιδιώκει να υπονομεύσει τη «διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες».

Παρότι η ρωσική εισβολή συνιστά πράγματι σοβαρό έγκλημα και κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, η ιδέα ότι μεγάλες δυτικές δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία είναι «πρωταθλήτριες» του διεθνούς δικαίου είναι εξαρχής ελάχιστα πειστική: οι ίδιες αυτές χώρες έχουν εμπλακεί επί δεκαετίες σε παράνομους πολέμους επιθετικότητας -από τη Σερβία έως το Ιράκ και ακόμη παραπέρα- για να μην αναφερθούμε στις εξίσου παράνομες νεοαποικιακές επιχειρήσεις αλλαγής καθεστώτος, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Με τη συνενοχή αυτών των κρατών στη συνεχιζόμενη γενοκτονία στη Γάζα, ο μύθος της «ενάρετης Δύσης» που μάχεται για το διεθνές δίκαιο έχει καταρρεύσει ανεπανόρθωτα.

Στο εσωτερικό της Ευρώπης, οι γερμανικές κυβερνήσεις έχουν διακριθεί ιδιαίτερα για την παραβίαση του διεθνούς δικαίου στο Παλαιστινιακό. Μετά την έναρξη της ισραηλινής επίθεσης, η γερμανική κυβέρνηση δεκαπλασίασε τις εξαγωγές όπλων προς το Ισραήλ, φτάνοντας συνολικά τα 326 εκατομμύρια ευρώ μόνο το 2023, γεγονός που την κατέστησε τον δεύτερο μεγαλύτερο προμηθευτή όπλων του Ισραήλ παγκοσμίως, πίσω μόνο από τις ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο του 2023, όταν υπήρχαν ήδη συντριπτικές αποδείξεις για συστηματικά ισραηλινά εγκλήματα πολέμου, ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς (SPD) δήλωσε ότι το Ισραήλ «είναι προσηλωμένο στα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο και ενεργεί αναλόγως».

Ακόμη και αφού το Διεθνές Δικαστήριο έκρινε τον Ιανουάριο του 2024 ότι η αγωγή της Νότιας Αφρικής για γενοκτονία κατά του Ισραήλ είναι «εύλογη/πιθανή» (plausible), η γερμανική κυβέρνηση δεν άλλαξε στάση. Τον Οκτώβριο του 2024, όταν πάνω από 40.000 Παλαιστίνιοι είχαν ήδη σκοτωθεί, η υπουργός Εξωτερικών Αναλένα Μπέρμποκ (Πράσινοι) δήλωσε επίσημα στην Μπούντεσταγκ: «Αν τρομοκράτες της Χαμάς κρύβονται πίσω από ανθρώπους, πίσω από σχολεία, τότε […] και οι πολιτικές/μη στρατιωτικές εγκαταστάσεις μπορούν επίσης να χάσουν το προστατευόμενο καθεστώς τους […]. Η Γερμανία στέκεται δίπλα σε αυτό, για εμάς αυτό σημαίνει η ασφάλεια του Ισραήλ». Με αυτά τα λόγια, ουσιαστικά απέρριψε τις Συμβάσεις της Γενεύης, που υποχρεώνουν τους υπογράφοντες -συμπεριλαμβανομένων του Ισραήλ και της Γερμανίας- να δίνουν προτεραιότητα στην προστασία των αμάχων έναντι των στρατιωτικών στόχων και απαγορεύουν τη συλλογική τιμωρία.

Αφού η Διεθνής Αμνηστία, το Human Rights Watch και πολλοί αναγνωρισμένοι μελετητές της γενοκτονίας -ανάμεσά τους και ο Ισραηλινός ιστορικός Όμερ Μπαρτόβ- δήλωσαν ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα, ο επίτροπος της γερμανικής κυβέρνησης για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού, Φέλιξ Κλάιν, διακήρυξε τον Μάιο του 2025: «Το να το αποκαλεί κανείς γενοκτονία είναι αντισημιτικό».

Υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς (CDU), ο οποίος αμέσως μετά την εκλογή του δεσμεύτηκε να προσκαλέσει τον Μπενιαμίν Νετανιάχου στο Βερολίνο παρά το ένταλμα σύλληψης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, η Γερμανία υπήρξε η κύρια δύναμη στην ΕΕ που μπλοκάρει όλες τις πρωτοβουλίες για επιβολή κυρώσεων στο Ισραήλ, για παράδειγμα μέσω της αναστολής της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ–Ισραήλ. Γερμανικές αρχές και θεσμοί έχουν επίσης εμπλακεί στην καταστολή της ελευθερίας του λόγου σε κλίμακα πρωτοφανή στη σύγχρονη γερμανική ιστορία, συμπεριλαμβανομένων προσπαθειών να εμποδιστεί η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα Κατεχόμενα Εδάφη, Φραντσέσκα Αλμπανέζε, να μιλήσει στο Βερολίνο.

Με αυτή τη στάση, οι γερμανικές αρχές απέρριψαν ανοιχτά τον ΟΗΕ, το διεθνές δίκαιο και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ώστε να επιτρέψουν στο Ισραήλ να συνεχίσει τη γενοκτονία του. Με δεδομένο αυτό το ιστορικό -που σε μεγάλο βαθμό ευθυγραμμίζεται με τη στάση των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας- η ιδέα ότι αυτές οι χώρες είναι αφοσιωμένες στην υπεράσπιση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ μοιάζει απλώς παράλογη.

Η ρωσική απειλή

Καθώς το επιχείρημα ότι η νέα κούρσα εξοπλισμών αφορά την υπεράσπιση μιας τάξης «βασισμένης σε κανόνες» και του απαραβίαστου των συνόρων (που το Ισραήλ παραβιάζει καθημερινά) έχει χάσει αξιοπιστία, και καθώς οι πιθανότητες της Ουκρανίας να ανακτήσει τα εδάφη της μειώνονται, αναδύθηκε ένα νέο αφήγημα για να δικαιολογηθεί η στρατιωτική ενίσχυση: η απειλή ρωσικής εισβολής σε χώρες του ΝΑΤΟ. Τον Ιούνιο του 2024, ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους δήλωσε ότι η Γερμανία πρέπει να γίνει «έτοιμη για πόλεμο», επειδή η Ρωσία θα μπορούσε να είναι σε θέση να εισβάλει στο ΝΑΤΟ έως το 2029.

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η Ρωσία προτίθεται να επιτεθεί σε χώρα του ΝΑΤΟ -πόσο μάλλον στη Γερμανία. Ακόμη και η ετήσια έκθεση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών αναφέρει ξεκάθαρα ότι το Κρεμλίνο «σχεδόν σίγουρα δεν ενδιαφέρεται για άμεση στρατιωτική σύγκρουση με δυνάμεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ». Ο ναύαρχος σερ Τόνι Ραντάκιν, αρχηγός των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων και κάθε άλλο παρά «ρωσικός απολογητής», επιβεβαίωσε: «Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν θέλει άμεσο πόλεμο με το ΝΑΤΟ».

Πράγματι, δεν υπάρχουν πειστικά κίνητρα για επίθεση κατά του ΝΑΤΟ —μια κίνηση που θα βύθιζε τη Ρωσία σε καταστροφική σύγκρουση με την ισχυρότερη στρατιωτική συμμαχία στην ανθρώπινη ιστορία. Και ακόμη κι αν η ρωσική ηγεσία ήταν εντελώς παράφρων και αυτοκτονική (κάτι για το οποίο δεν υπάρχουν αποδείξεις), θα της έλειπαν τα μέσα για να επιχειρήσει κάτι τέτοιο. Εδώ και χρόνια, η Ρωσία καταγράφει μόνο αργές προελάσεις απέναντι σε έναν εξαντλημένο ουκρανικό στρατό. Ο στρατιωτικός προϋπολογισμός του ΝΑΤΟ παραμένει δεκαπλάσιος του ρωσικού, ενώ μόνο τα ευρωπαϊκά κράτη του ΝΑΤΟ δαπανούν πάνω από τρεις φορές περισσότερα και υπερέχουν συντριπτικά της Ρωσίας σε στρατιωτικές δυνατότητες.

Αφού η «ρωσική απειλή» προς το ΝΑΤΟ φαίνεται υπερδιογκωμένη ακόμη και στα μάτια δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών, τίθεται εύλογα το ερώτημα: γιατί η γερμανική κυβέρνηση, μαζί με άλλους ευρωπαίους ηγέτες, επιμένει να αναπαράγει το αφήγημα μιας επικείμενης εισβολής; Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό αν λάβει κανείς υπόψη ότι η ΕΕ και τα ισχυρότερα κράτη-μέλη της υπονομεύουν ενεργά σοβαρές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο μιας μεγάλης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.

Η πρόταση, για παράδειγμα, να σταλούν στρατεύματα του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία μετά από μια πιθανή κατάπαυση του πυρός, αυξάνει τα κίνητρα της Ρωσίας να συνεχίσει να πολεμά, αφού η αποτροπή ανάπτυξης νατοϊκών στρατευμάτων στην Ουκρανία ήταν εξαρχής βασικό κίνητρο για την έναρξη του πολέμου. Αντί η ΕΕ να έχει συμφέρον να σβήσει τη φωτιά στην «αυλή» της, συνεχίζει να ρίχνει λάδι στη φωτιά, υπονομεύοντας τα δικά της συμφέροντα ασφαλείας —και της Ουκρανίας. Τι οδηγεί αυτή τη φαινομενικά παράλογη συμπεριφορά;

Η γεωπολιτική ανατροπή και η «διεθνής διαίρεση της ανθρωπότητας»

Μια πιθανή απάντηση είναι ότι ένας ηγετικός πυρήνας πολιτικών και οικονομικών ελίτ στη Γερμανία και στην ΕΕ βλέπει την ανεξέλεγκτη στρατιωτικοποίηση ως μέσο διαχείρισης τεράστιων ανατροπών που απειλούν την εξουσία του σε γεωπολιτικό, εσωτερικό και οικονομικό επίπεδο. Για να λειτουργήσει αυτό το σχέδιο, είναι αναγκαία η συντήρηση μιας μεγάλης απειλής: ενός τρομακτικού εχθρού που δεν θα εξαφανιστεί γρήγορα. Αν, αντίθετα, η ρωσική απειλή αποδεικνυόταν λιγότερο σοβαρή απ’ όσο παρουσιάζεται και αν η Ρωσία μπορούσε να «χωρέσει» σε μια ειρηνευτική συμφωνία που θα περιλάμβανε ουκρανική ουδετερότητα, τότε ολόκληρο το σύστημα νομιμοποίησης της στρατιωτικής ενίσχυσης θα κατέρρεε.

Για να δούμε το επιχείρημα στο ιστορικό του πλαίσιο: γεωπολιτικά, η Δύση χάνει την κυρίαρχη θέση που κατείχε επί αιώνες στο παγκόσμιο σύστημα —μια διαδικασία που προκαλεί έντονους κλυδωνισμούς και ρωγμές μέσα στο ίδιο το δυτικό μπλοκ. Οι ΗΠΑ επιστρατεύουν κάθε στρατηγική για να ανακτήσουν την άλλοτε ηγεμονική τους θέση, χωρίς να διστάζουν να «πετάξουν την ΕΕ κάτω από το λεωφορείο» αν χρειαστεί. Αφού η στρατηγική της κυβέρνησης Μπάιντεν να αποδυναμώσει τη Ρωσία μέσω του πολέμου στην Ουκρανία απέτυχε, σπρώχνοντας τη Ρωσία ακόμη πιο κοντά στο Πεκίνο, η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί απεγνωσμένα να απεμπλακεί από την Ουκρανία ώστε να στραφεί προς την Ασία και να περιορίσει τον κύριο αντίπαλό της, την Κίνα. Γι’ αυτό και επιχειρεί να μετακυλίσει το οικονομικό βάρος του πολέμου στην Ευρώπη.

Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις —και ιδίως τη γερμανική διοίκηση, που ακολούθησε τις οδηγίες των ΗΠΑ κατά γράμμα, υποτάσσοντας τα δικά της συμφέροντα— αυτή η στροφή 180 μοιρών προκάλεσε σοβαρή σύγχυση και χάος. Πρώτα υπέκυψαν στις πιέσεις να κόψουν όλους τους δεσμούς με τη Ρωσία. Αυτό όχι μόνο δεν έφερε τον τερματισμό του πολέμου, αλλά προκάλεσε σημαντικό οικονομικό πόνο, ειδικά στη Γερμανία. Οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο υιοθέτησαν επίσης σκληρή στάση απέναντι στο Πεκίνο και δείχνουν πρόθυμοι να περιορίσουν τις οικονομικές τους σχέσεις με την Κίνα για να ικανοποιήσουν την Ουάσιγκτον.

Όταν όμως ο Τραμπ ανέλαβε την εξουσία τον Ιανουάριο του 2025, η «ανταμοιβή» για αυτή την πειθήνια στάση ήταν ένα χαστούκι: μαζικοί δασμοί στις ευρωπαϊκές εξαγωγές, που έπληξαν ξανά ιδιαίτερα τη Γερμανία. Έκτοτε, οι Ευρωπαίοι βρίσκονται όλο και πιο απομονωμένοι, περικυκλωμένοι από περισσότερο ή λιγότερο εχθρικές δυνάμεις, με ελάχιστους αξιόπιστους εταίρους. Για να γίνει χειρότερα, η στήριξη χωρών όπως η Γερμανία στη γενοκτονία στη Γάζα έχει αποξενώσει βαθιά μεγάλο μέρος του Παγκόσμιου Νότου.

Θα μπορούσε αυτό να λειτουργήσει ως καμπανάκι για να αλλάξει η Ευρώπη πορεία: να επανατοποθετηθεί σε έναν νέο πολυπολικό κόσμο, να αποσυνδεθεί από μια παρακμάζουσα και ολοένα πιο απρόβλεπτη αμερικανική αυτοκρατορία και να παίξει ρόλο εξισορρόπησης και ειρήνης. Οι ηγέτες της ΕΕ, όμως, επέλεξαν άλλη διαδρομή. Με τη δέσμευση για μαζική αύξηση στρατιωτικών δαπανών προσπαθούν να κατευνάσουν τις ΗΠΑ, να επιδιορθώσουν τη ραγισμένη διατλαντική συμμαχία και να αποτρέψουν την επιβολή πρόσθετων οικονομικών βαρών από την Ουάσιγκτον.

Ταυτόχρονα, βλέπουν ευκαιρία να αναβαθμίσουν τη φθίνουσα θέση τους στο παγκόσμιο σύστημα με στρατιωτικά μέσα. Στη Γερμανία, το σχέδιο αυτό ανάγεται στην εποχή του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας», όταν οι κυβερνήσεις αύξησαν τις αποστολές στο εξωτερικό για να «υπερασπιστούν τα γερμανικά συμφέροντα στο Χίντου Κους» και αλλού. Η ρωσική εισβολή πρόσφερε ακόμη ισχυρότερη δικαιολόγηση, επιτρέποντας στη Γερμανία να παρακάμψει μέρος της ιστορικής δυσπιστίας που έτρεφαν άλλα δυτικά έθνη απέναντι σε μια γερμανική στρατιωτική ενίσχυση.

Παρά τους ανταγωνισμούς και τις εσωτερικές συγκρούσεις των δυτικών χωρών, το νέο κύμα στρατιωτικοποίησης έχει τουλάχιστον έναν κοινό γεωπολιτικό παρονομαστή: τη διατήρηση αυτού που ο Βιτζάι Πρασάντ ονομάζει «διεθνή διαίρεση της ανθρωπότητας». Το καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα στηρίχθηκε επί αιώνες στην κυριαρχία των λευκών δυτικών εθνών πάνω στους λαούς του Παγκόσμιου Νότου μέσω αποικιοκρατίας και νεοαποικιακής εξάρτησης.

Αυτή η τάξη απειλείται από την άνοδο του Παγκόσμιου Νότου και των BRICS, και η Γερμανία -όπως και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις- δεν δείχνει διατεθειμένη να επιτρέψει στα «σκοτεινότερα έθνη» ίσο λόγο στις παγκόσμιες υποθέσεις, ούτε να εγκαταλείψει τη δική της προνομιακή θέση ανάμεσα στους κορυφαίους θηρευτές της τροφικής αλυσίδας. Καθώς η οικονομική και η ήπια ισχύς της Γερμανίας φθίνουν, οι ηγέτες της φαίνεται να πιστεύουν ότι μπορούν να αντιστρέψουν την πορεία μέσω ενισχυμένης στρατιωτικοποίησης.

Οικονομική παρακμή και επαναστρατιωτικοποίηση

Σε οικονομικό και εσωτερικό επίπεδο, η Γερμανία έχει μετατραπεί -όπως και πολλές άλλες δυτικές χώρες- σε κοινωνία παρακμής. Ένα στα πέντε παιδιά ζει σε συνθήκες φτώχειας. Μεγάλο μέρος των υποδομών βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση, με ορισμένες να καταρρέουν, συμπεριλαμβανομένων σχολείων και γεφυρών. Οι γερμανικοί σιδηρόδρομοι, που κάποτε αποτελούσαν πρότυπο, έχουν γίνει σύμβολο κακοδιαχείρισης και φθοράς. Οι επενδύσεις στην παιδεία και στην υγεία υστερούν, ενώ η εισοδηματική και περιουσιακή ανισότητα έχει εκτοξευθεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και παραμένει υψηλή εδώ και πάνω από μία δεκαετία.

Αυτή η εικόνα είναι προϊόν δεκαετιών λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων, που προωθήθηκαν εξίσου από σοσιαλδημοκράτες, πράσινους, συντηρητικούς και φιλελεύθερους. Επιπλέον, μετά την ανατίναξη των αγωγών Nord Stream και την επιβολή κυρώσεων κατά της Ρωσίας, οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύθηκαν, επιβαρύνοντας βαριά τη γερμανική βιομηχανία.

Τα τελευταία δύο χρόνια, η Γερμανία βρίσκεται σε βαθιά ύφεση —τη μεγαλύτερη οικονομική κάμψη στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Αυτό έγινε γνωστό μόνο όταν η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία αναγκάστηκε, τον Ιούλιο του 2025, να παραδεχτεί ότι προηγουμένως διένειμε ψευδή, «ωραιοποιημένα» στοιχεία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία -πρώην ατμομηχανή της οικονομίας- χάνει γρήγορα έδαφος, ιδιαίτερα απέναντι στον κινεζικό ανταγωνισμό. Οι αμερικανικοί δασμοί υπονομεύουν ακόμη περισσότερο τη θέση του άλλοτε πρωταθλητή των εξαγωγών.

Η ζοφερή αυτή οικονομική πραγματικότητα έχει εκτεταμένες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Καθώς η οικονομία συρρικνώνεται, η σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας οξύνεται και οι καπιταλιστές υιοθετούν, όπως το θέτει η Νάνσι Φρέιζερ, «κανιβαλιστικές» μεθόδους για να διασφαλίσουν τη συνεχιζόμενη αύξηση των κερδών. Η κερδοσκοπία στην αγορά κατοικίας εκτοξεύει τα ενοίκια και κάνει τη ζωή στις μεγάλες πόλεις απρόσιτη για πολλούς. Την ίδια στιγμή, οι δαπάνες για δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές περικόπτονται ακόμη πιο επιθετικά.

Όλα αυτά τροφοδοτούν την απογοήτευση μεγάλου μέρους του πληθυσμού, που χάνει την εμπιστοσύνη του όχι απλώς στη μια ή στην άλλη κυβέρνηση, αλλά στο πολιτικό σύστημα συνολικά. Έρευνες δείχνουν ότι μόλις το 21% των Γερμανών εμπιστεύεται ακόμη την κυβέρνηση, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα πολιτικά κόμματα είναι μόλις 13%. Επιπλέον, η κοινωνική και οικονομική παρακμή βιώνεται ως μέρος μιας φαινομενικά ατελείωτης αλυσίδας κακών ειδήσεων και καταστροφών, στις οποίες η πολιτική όχι μόνο δεν έχει απαντήσεις, αλλά συχνά τις επιδεινώνει.

Με νέες κρίσεις να διαφαίνονται λόγω πολέμων, κλιματικού χάους και ανεξέλεγκτης τεχνητής νοημοσύνης, το μεγάλο αφήγημα ότι «τα πράγματα βελτιώνονται», έστω μακροπρόθεσμα, γίνεται ολοένα και λιγότερο πειστικό. Η κεντρική υπόσχεση της αδιάκοπης προόδου που κράτησε ενωμένο τον δυτικό κόσμο επί αιώνες καταρρέει μπροστά στα μάτια μας -στη Γερμανία όπως και σε πολλές δυτικές χώρες. Όσο η καπιταλιστική νεωτερικότητα αποδεικνύεται ανίκανη να εκπληρώσει τις βασικές της υποσχέσεις, η ιδεολογική και πολιτική συνοχή γίνεται πιο εύθραυστη και οι φυγόκεντρες δυνάμεις ενισχύονται.

Από την οπτική των κυρίαρχων πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων που θέλουν να διατηρήσουν εξουσία, προνόμια και πλούτο μέσα σε μια συστημική κρίση, η στρατιωτική ενίσχυση μπορεί να προσφέρει ορισμένες «χρήσιμες» διεξόδους. Πρώτον, η τόνωση του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος παρουσιάζεται ως μια μορφή στρατιωτικού κεϊνσιανισμού, που στοχεύει στην ενίσχυση της εθνικής βιομηχανίας και στην επανεκκίνηση της ανάπτυξης.

Είναι όμως αμφίβολο αν ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί να λειτουργήσει σε μακροοικονομικό επίπεδο. Παρότι οι γερμανικές πολεμικές βιομηχανίες γνωρίζουν άνθηση —η Rheinmetall μόνο αναμένει πρόσθετες παραγγελίες ύψους 300 έως 400 δισ. ευρώ και η χρηματιστηριακή της αξία έχει δεκαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια-, μεγάλο μέρος των οπλικών συστημάτων που σκοπεύει να αγοράσει η γερμανική κυβέρνηση θα παραχθεί στις ΗΠΑ, όπως τα μαχητικά F-35, τα ελικόπτερα Boeing Chinook και τα αντιβαλλιστικά συστήματα Arrow-3.

Αν ο στόχος ήταν πράγματι η επανεκκίνηση της εθνικής οικονομίας μέσω δημιουργίας εσωτερικής ζήτησης, τότε προκύπτει το ερώτημα γιατί οι γερμανικές κυβερνήσεις -όπως και άλλες δυτικές- υπήρξαν και παραμένουν τόσο απρόθυμες να δαπανήσουν περισσότερα για παιδεία, υγεία και δημόσιες υπηρεσίες, που θα δημιουργούσαν πολύ αποτελεσματικότερα εσωτερική ζήτηση. Η συνταγματική τροποποίηση του Μαρτίου 2025 αποκαλύπτει τον πυρήνα του παραδόξου: ενώ διατηρεί τη λιτότητα για την κοινωνία στο σύνολό της, επιτρέπει απεριόριστες δαπάνες και δανεισμό για τον στρατό και το «βαθύ κράτος».

Πολυκρίση και μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης

Ο Νόαμ Τσόμσκι έχει επισημάνει ότι η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους προς όφελος του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος είναι ένα παλιό σχέδιο που ανάγεται στην εποχή του New Deal. Κατά τον Τσόμσκι, τα κοινωνικά δικαιώματα αυξάνουν τη διάθεση των ανθρώπων για αυτοδιάθεση και δημοκρατικά δικαιώματα και γι’ αυτό στέκονται εμπόδιο στην αυταρχική διακυβέρνηση. Οι στρατιωτικές δαπάνες, αντίθετα, παράγουν υψηλά κέρδη χωρίς το «επικίνδυνο δώρο» των κοινωνικών δικαιωμάτων. Οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις στην ΕΕ πιέζουν εδώ και δεκαετίες για περιορισμό της κοινωνικής πρόνοιας και αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Η συντήρηση της ρωσικής απειλής διευκολύνει αποφασιστικά τη νομιμοποίηση αυτού του σχεδίου.

Ωστόσο, η πλήρης εξήγηση ίσως είναι βαθύτερη. Καθώς η ιδεολογική συνοχή της Δύσης καταρρέει, το Κράτος Πολέμου μπορεί να προσφέρει κατεύθυνση και αίσθηση ενότητας στις κυβερνώσες ελίτ. Επιπλέον, η απειλή ενός συντριπτικού εχθρού —πραγματικού ή φανταστικού— επιτρέπει την επιβολή μιας κατάστασης εξαίρεσης στο σύνολο της κοινωνίας. «Κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης», έγραφε ήδη το 1922 ο δεξιός Γερμανός θεωρητικός Καρλ Σμιτ.

Μπροστά σε μια κλιμακούμενη πολυκρίση, η κατάσταση εξαίρεσης λειτουργεί ως τρόπος επιβολής αυταρχικής διακυβέρνησης και εξάλειψης της διαφωνίας, χωρίς την τυπική κατάργηση των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αν ο κόσμος βρίσκεται -όπως μας λένε- σε μια υπαρξιακή μάχη καλού και κακού, τότε δεν υπάρχει χώρος για διαβούλευση και η διαφωνία μετατρέπεται σε προδοσία.

Η κατάσταση εξαίρεσης επιτρέπει επίσης μαζική αναδιανομή προς τα πάνω, διοχετεύοντας τρισεκατομμύρια στην τάξη των δισεκατομμυριούχων χωρίς ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο. Ειδικοί προϋπολογισμοί, όπως το γερμανικό «Sondervermögen» (εκτός προϋπολογισμού κεφάλαια), και σαρωτική, ad hoc νομοθεσία είναι χαρακτηριστικά αυτής της στρατηγικής σοκ. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι ο δυτικός καπιταλισμός, που βρίσκεται επί δεκαετίες σε κρίση συσσώρευσης, διατηρείται «ζωντανός» μόνο μέσω τέτοιων μαζικών ενέσεων δημόσιου χρήματος —κάτι που ισχύει ακόμη περισσότερο για μια στάσιμη ή συρρικνούμενη γερμανική οικονομία.

Παράλληλα, η λανθάνουσα ή έκδηλη κατάσταση πολέμου είναι ιδανικό μέσο αποπροσανατολισμού ενός ολοένα πιο σκεπτικιστικού πληθυσμού από τα συστημικά αίτια της πολυκρίσης. Είτε μιλάμε για ανισότητα είτε για κλιματικό χάος, η λογική του πολέμου μας καλεί να τα «βάλουμε στην άκρη» για να υπερασπιστούμε τον δυτικό πολιτισμό απέναντι στους «Σάουρον» και «Βόλντεμορτ» της βάρβαρης Ανατολής.

Το εγχειρίδιο θυμίζει έντονα τον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», ο οποίος —πέρα από την καταστροφική του επίδραση στον κόσμο- υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματικός στο να μετατοπίσει την προσοχή μακριά από κοινωνικά και οικολογικά ζητήματα, ενώ στοχοποίησε μουσουλμάνους και μετανάστες.

Σήμερα, όπως και τότε, ο πόλεμος μοιάζει να είναι η τελευταία «λύση» για ένα πολιτικό σύστημα που δεν έχει απαντήσεις σχεδόν σε τίποτα: ούτε στη μαζική φτώχεια, ούτε στο κλιματικό χάος, ούτε στη λαϊκή οργή, ούτε στις γεωπολιτικές προκλήσεις. Κι ενώ συχνά λέγεται ότι η πολιτική υπάρχει για να λύνει προβλήματα, το εγχείρημα του Κράτους Πολέμου λειτουργεί αντίστροφα: αποσπά την προσοχή από τα πραγματικά προβλήματα, υπνωτίζει το κοινό και καρφώνει το βλέμμα του σε μια εξωτερική απειλή.

Αυτοκαταστροφή ή κοινή ασφάλεια;

Οι συνέπειες του εγχειρήματος του Κράτους Πολέμου είναι καταστροφικές σε όλα τα επίπεδα. Πάνω απ’ όλα, η ασφάλεια της ΕΕ γενικά και της Γερμανίας ειδικότερα θα επιδεινωθεί αισθητά, αν ακολουθηθεί ο δρόμος του επανεξοπλισμού και της αντιπαράθεσης και υπονομευθεί η ουσιαστική διπλωματία. Ένα από τα βασικά διδάγματα του πρώτου Ψυχρού Πολέμου είναι ότι ο κίνδυνος πυρηνικού πολέμου δεν προκύπτει κυρίως από το ενδεχόμενο κάποια πλευρά να πατήσει αιφνιδιαστικά το «κόκκινο κουμπί», αλλά από παρεξηγήσεις και αντιλήψεις άμεσης απειλής, που εκτοξεύονται όταν διακόπτεται ο διάλογος και «κουδουνίζουν τα σπαθιά» στα σύνορα. Η Γερμανία, που έχει ανακοινώσει ότι θα επιτρέψει τη στάθμευση νέων αμερικανικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς στο έδαφός της, θα ήταν από τις πρώτες χώρες που θα εξαφανίζονταν σε περίπτωση γενικευμένης σύρραξης.

Επιπλέον, αρνούμενη τις νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες και επιχειρώντας να διατηρήσει την προνομιακή της θέση στο παγκόσμιο σύστημα μέσω επανεξοπλισμού, η Γερμανία θα εντείνει την απομόνωσή της διεθνώς. Το σχέδιο του Κράτους Πολέμου θα οξύνει και την κοινωνική κρίση, εκτρέποντας πόρους από απολύτως αναγκαίες επενδύσεις στις δημόσιες υπηρεσίες -μια πολιτική που θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη πολιτική αστάθεια. Η ακροδεξιά θα ωφεληθεί ακόμη περισσότερο, ενώ η ΕΕ κινδυνεύει να διαλυθεί υπό το βάρος αντικρουόμενων συμφερόντων και λαϊκής οργής.

Για τη Γερμανία και τους συμμάχους της υπάρχει μία μόνο λογική διέξοδος από αυτή τη σπείρα αυτοκαταστροφής: να αποδεχτούν ότι δεν καθορίζουν πλέον τις εξελίξεις, ότι μια πολυπολική τάξη είναι αναπόφευκτη -και ήδη πραγματικότητα. Αν η Γερμανία αποδεχόταν αυτή την πραγματικότητα, θα μπορούσε να παίξει εποικοδομητικό ρόλο ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Διαθέτει, άλλωστε, μια εντυπωσιακή παράδοση πολιτικής ύφεσης. Τη δεκαετία του 1970 και στις αρχές του 1980, Γερμανοί πολιτικοί όπως ο Βίλι Μπραντ και ο Έγκον Μπαρ συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της έννοιας της «κοινής ασφάλειας».

Όπως έγραψε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Σάιρους Βανς στον πρόλογο της εμβληματικής Έκθεσης Ούλοφ Πάλμε του 1982: «Καμία χώρα δεν μπορεί να επιτύχει πραγματική ασφάλεια μόνη της. […] Διότι στην πυρηνική εποχή η ασφάλεια είναι συνώνυμη της κοινής ασφάλειας». Με άλλα λόγια, η συνεργασία με γεωπολιτικούς αντιπάλους είναι προϋπόθεση επιβίωσης. Σε αυτή την προσέγγιση, το κλειδί της ειρήνης βρίσκεται στον σεβασμό των συμφερόντων ασφαλείας όλων των δρώντων -όχι μόνο των Ισραηλινών, των Ουκρανών, των Γερμανών και των Αμερικανών, αλλά και των Παλαιστινίων, των Ρώσων, των Ιρανών, των Κινέζων και των Κολομβιανών.

Ενώ η γερμανική κυβέρνηση, μαζί με μεγάλο μέρος της Δύσης, αντιτίθεται σήμερα στην ίδια την έννοια που κάποτε βοήθησε να δημιουργηθεί, η συντριπτική πλειονότητα του Παγκόσμιου Νότου επιθυμεί μια πολυπολική τάξη βασισμένη στην κοινή ασφάλεια και όχι στην αντιπαράθεση. Η Γερμανία πρέπει να αποφασίσει σε ποια πλευρά της ιστορίας θέλει να σταθεί.

Ευημερία, όχι πόλεμος

Η σύγκλιση κινημάτων γύρω από το ζήτημα της ειρήνης θα είναι καθοριστική για το αν μπορεί να ανακοπεί η κούρσα προς την άβυσσο. Οι επιθέσεις στο κοινωνικό κράτος για να χρηματοδοτηθεί ο εξοπλιστικός πυρετός έχουν ήδη πυροδοτήσει μαζική λαϊκή αντίσταση σε χώρες όπως η Βρετανία, η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία. Αν και τα ειρηνιστικά κινήματα στη Γερμανία παραμένουν ιστορικά αδύναμα λόγω εσωτερικών διαιρέσεων, μια σειρά μεγάλων διαδηλώσεων το φθινόπωρο -τόσο για τη Γάζα όσο και για την Ουκρανία- ίσως σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής.

Η ανακοπή της στρατιωτικής ενίσχυσης και της νέας αντιπαράθεσης μπλοκ είναι κεντρικό ζήτημα για την ευρωπαϊκή αριστερά, καθώς κάθε πιθανό προοδευτικό κεκτημένο σε όρους εργασιακών δικαιωμάτων, δημοκρατίας και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης θα εξαφανιστεί αν οι ηγέτες της ΕΕ επιβάλουν την ατζέντα του Κράτους Πολέμου. Στο τέλος της ημέρας, το δίλημμα είναι ευημερία, όχι πόλεμος -σήμερα περισσότερο από ποτέ.

____________________________________ 

* Ο Φάμπιαν Σάιντλερ είναι βραβευμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας με έδρα το Βερολίνο. Το βιβλίο του Το Τέλος της Μεγαμηχανής – Μια σύντομη ιστορία ενός πολιτισμού σε αποτυχία (The End of the Megamachine. A Brief History of a Failing Civilization) έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου