23 Ιανουαρίου 2026

Τα χάλια της ελληνικής οικονομίας, σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, με τους Έλληνες εργαζόμενους να είναι οι πιο αδικημένοι της Ευρώπης

Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ διέλυσε το κυβερνητικό αφήγημα περί ακμάζουσας οικονομίας

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Ιδού τα χάλια της ελληνικής οικονομίας

Το κυβερνητικό αφήγημα περί μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης και περί «έκρηξης» της απασχόλησης κατέρριψε εμφατικά η ενδιάμεση έκθεση του ΙΝΕ -ΓΣΕΕ για το 2025 που δόθηκε στη δημοσιότητα.

Όλα τα στοιχεία για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, όπως το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το ποσοστό απασχόλησης, το επίπεδο των μισθών και οι επενδύσεις, καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα υστερεί δραματικά σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ και ενώ έχουν περάσει έξι χρόνια από την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια

Είναι χαρακτηριστικό ότι η επίδοση της χώρας σε όλους τους δείκτες υπολείπεται κατά πολύ σε σχέση με συγκρίσιμες χώρες καθώς η Ελλάδα εμφανίζεται να τα πηγαίνει λίγο καλύτερα από τη Βουλγαρία και μόνο με αποτέλεσμα όπως σημειώνει το ΙΝΕ – ΓΣΕΕ «το χάσμα στο επίπεδο ευημερίας μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ παραμένει εξαιρετικά υψηλό».

Κατά κεφαλήν ΑΕΠ

Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε το 2019 σε 17.210 ευρώ έναντι 32.270 ευρώ στην ΕΕ, ενώ, το 2024 η απόκλιση παραμένει περίπου στις 14.600 ευρώ.

Παρά την ανάκαμψη που σημειώθηκε μετά το 2021, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν περιορίζεται, γεγονός που δείχνει ότι οι ρυθμοί μεγέθυνσης δεν επαρκούν για ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανήλθε από 65,5% του μέσου όρου της ΕΕ το 2019 σε 68,5% το 2024.

Παράλληλα, σε σύγκριση με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα υπολείπεται χωρών, όπως η Τσεχία (90,6%), η Λιθουανία (87,5%), η Εσθονία (79,0%) και η Πολωνία (78,4%), ενώ συγκρίνεται κυρίως με τη Λετονία (68,4%).

Η Ρουμανία (77%) είναι σαφώς σε υψηλότερη θέση από την Ελλάδα, η οποία υπερβαίνει μόνο τη Βουλγαρία (65,9%).

Στην έρευνα του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ σημειώνεται ότι «την περίοδο 2019-2024, η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά μόλις 3 ποσοστιαίες μονάδες έναντι 11 ποσοστιαίων μονάδων της Βουλγαρίας, γεγονός που καταδεικνύει ασθενέστερη δυναμική σύγκλισης».

Επενδύσεις χωρίς αντίκρισμα

Οι επενδύσεις αυξάνονται μεν στο 16,9% του ΑΕΠ, αλλά παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (21,3%).

Παράλληλα, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται από 0,8% του ΑΕΠ το 2019 σε 3,9% το 2025, αναδεικνύοντας τη χρόνια εισαγωγική εξάρτηση της οικονομίας.

«Η διάρθρωση της επενδυτικής ανάκαμψης που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια δεν ενισχύει την παραγωγικότητα και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας», επισημαίνεται στην έρευνα.

Και αυτό γιατί το μερίδιο των επενδύσεων σε κατοικίες ως προς το σύνολο των επενδύσεων αυξήθηκε από 7,1% το 2019 σε 19% το 2025, ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό μειώνονται από 26,8% σε 21,3% και σε τεχνολογία, πληροφορική και επικοινωνία, από 9,3% σε 8%.

«Οι μεταβολές αυτές, που αποτυπώνουν την κατανομή των επενδυτικών πόρων, δεν δημιουργούν συνθήκες ουσιαστικής βελτίωσης των ποιοτικών παραμέτρων του αναπτυξιακού υποδείγματος, αναβάθμισης δεξιοτήτων και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας», σχολιάζει το ΙΝΕ – ΓΣΕΕ.

Αγορά εργασίας

Οκτώ και πλέον χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και παρά την επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας, αν και βελτιωμένες τα τελευταία έτη, συνεχίζουν να απέχουν αρκετά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ακόμα πιο ανησυχητικό, όμως, είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα, εξαιτίας θεσμικών και αναπτυξιακών εμπλοκών που παρουσιάζει, υπολείπεται σημαντικά ακόμα και έναντι κρατών-μελών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων σε μια σειρά κρίσιμους δείκτες της αγοράς εργασίας και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων. Συγκεκριμένα:

1] Το γ΄ τρίμηνο του 2025, το ποσοστό απασχόλησης στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 65,6%, επίπεδο 5,7 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του μέσου όρου της ΕΕ και 8,5 μονάδες χαμηλότερο του μέσου ποσοστού απασχόλησης στα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και 0,8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από τις χώρες των Βαλκανίων.

2] Το ίδιο διάστημα το ποσοστό υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, αν και μειώθηκε στο 11,6%, παρέμεινε αρκετά υψηλότερο έναντι του μέσου ποσοστού των κρατών-μελών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (6,2%) και της Βαλκανικής (8%).

3] Το 2024, το ποσοστό των απασχολουμένων στους κλάδους της βιομηχανίας διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 12,2%, οριακά αυξημένο σε σχέση με το 2019, αλλά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του 2009.

Συγκρινόμενη με την αντίστοιχη στα υπόλοιπα υπό εξέταση κράτη-μέλη της ΕΕ, η επίδοση αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό.

Ειδικότερα, στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το αντίστοιχο μέσο ποσοστό ήταν 23,2%, στις οικονομίες των Βαλκανίων 21,6%, ενώ στις χώρες της Περιφέρειας (Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία) 17,3%.

Αντίστοιχες αποκλίσεις εντοπίζονται και όσον αφορά το ποσοστό όσων εργάζονται σε κλάδους της μεταποίησης υψηλής και μέσης προς υψηλή τεχνολογία, καθώς και ευρύτερα σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.

Αποδοχές εργαζομένων

Το ΙΝΕ – ΓΣΕΕ υπογραμμίζει ότι το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019, η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα έναντι 29.738 στην ΕΕ), ενώ, το 2024, διαμορφώθηκε ακόμα χαμηλότερα στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα έναντι 36.382 στην ΕΕ).

Η εικόνα παραμένει εξίσου προβληματική, αν σταθμιστούν οι συνολικές αποδοχές των μισθωτών με τις ώρες εργασίας τους.

Ειδικότερα, το μέσο ωρομίσθιο των εργαζομένων σε όρους PPS ανερχόταν το 2024 στη χώρα μας σε 11,3, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 20,4.

Επισημαίνεται ότι οι συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στη χώρα μας σε σχέση με τις υπόλοιπες υπό εξέταση οικονομίες της ΕΕ είναι οριζόντιες, καλύπτοντας σχεδόν όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.

Ενδεικτικά, το 2024, στους κλάδους της βιομηχανίας, πλην κατασκευών, το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 14,1, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 21,4.

Επίσης, το ίδιο έτος, στις υπηρεσίες, οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους PPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της Περιφέρειας.

Σημαντικές μισθολογικές αποκλίσεις μεταξύ Ελλάδας και άλλων κρατών-μελών της ΕΕ παρατηρούνται ακόμα και σε κλάδους στους οποίους η χώρα μας εμφανίζει σχετικά υψηλή συγκέντρωση απασχόλησης, όπως ο κλάδος «χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών» και ο κλάδος «δραστηριότητες υπηρεσιών παροχής καταλύματος και υπηρεσιών εστίασης».

Πολίτες σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης

Οι χαμηλές επιδόσεις που καταγράφει η Ελλάδα σε σχέση με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ όσον αφορά την εξέλιξη βασικών ποσοτικών και εισοδηματικών δεικτών της αγοράς εργασίας αντικατοπτρίζονται και σε αντίστοιχες αποκλίσεις σε μια σειρά μεγέθη που αποτυπώνουν το επίπεδο διαβίωσης πολιτών και εργαζομένων.

Αν και είναι γεγονός ότι η χώρα μας εμφανίζει πλέον βελτιωμένες επιδόσεις σε αρκετούς δείκτες συνθηκών διαβίωσης, η απόσταση που τη χωρίζει με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ σε ορισμένους από αυτούς παραμένει μεγάλη, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόσταση αυτή έχει αυξηθεί, παρά το πέρας της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 2010.

Ενδεικτικά, το 2024, το ποσοστό των μισθωτών που διαβιούσαν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 21% και ήταν με διαφορά το υψηλότερο μεταξύ των 15 επιλεγμένων κρατών-μελών της ΕΕ, ξεπερνώντας κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αντίστοιχα, σε σχέση με τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το ποσοστό στη χώρα μας ήταν υψηλότερο κατά 16,1 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ σε σχέση με τις οικονομίες της Περιφέρειας κατά 11,8 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο.

Επιπλέον, στην Ελλάδα, το 2024, το 18,5% των ατόμων που ζούσε σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά δήλωνε ότι αδυνατούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την οικία του έναντι μέσου ποσοστού 12,9% στις οικονομίες της Περιφέρειας και 10,4% στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, τα οποία, μάλιστα, τα τελευταία 15 έτη, έχουν καταγράψει αξιοσημείωτη μείωση των αντίστοιχων ποσοστών.

Επίσης, το 2024, το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά και αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε μια σειρά πάγιες πληρωμές, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, δόσεις πιστωτικών καρτών κ.ά., διαμορφώθηκε στο υψηλό 46,6%.

Σε σύγκριση με το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, το ποσοστό αυτό ήταν υψηλότερο κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ έναντι εκείνου στις οικονομίες της Περιφέρειας και στα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υψηλότερο κατά 34,6 και 40,3 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.

Από τα στοιχεία προκύπτει ότι στην Ελλάδα παγιώνεται μια τροχιά διαρθρωτικής απόκλισης, όπου «οι αυξήσεις της παραγωγής και του ΑΕΠ δεν μεταφράζονται σε ανάλογη βελτίωση των αποδοχών και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων».

ΠΗΓΗ

- ΣΧΕΤΙΚΟ και το ακόλουθο ρεπορτάζ:  

Εργαζόμενοι
Η ενδιάμεση έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και απασχόληση

Ελληνες εργαζόμενοι, οι πιο αδικημένοι της Ευρώπης


Παροδικοί οι παράγοντες ανάκαμψης της οικονομίας μετά το 2021, άρχισαν ήδη να εξαντλούνται ● Στρεβλό το μοντέλο ανάπτυξης, στηρίζεται στις κατοικίες και στον τουρισμό, ενώ οι επενδύσεις σε εξοπλισμό και τεχνολογία μειώνονται ● Υψηλό ποσοστό πολιτών διαβιούν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης ● Εχουμε το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. νοικοκυριών με στεγαστικό κόστος πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Κόλαφο κατά της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής συνιστούν τα ευρήματα και τα εξ αυτών απορρέοντα συμπεράσματα της ενδιάμεσης έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και απασχόληση. Η έκθεση δεν περιορίζεται στο να διεκτραγωδήσει το χάσμα ευημερίας μεταξύ της Ε.Ε. και της Ελλάδας, αλλά τεκμηριώνει την άποψη ότι αυτό το χάσμα είναι συνυφασμένο με τα διαρθρωτικά προβλήματα του μοντέλου ανάπτυξης που εγκαθιδρύθηκε ιδιαίτερα στα χρόνια του πρόσφατου αναπτυξιακού κύκλου 2021-2025. Η αναπαραγωγή ενός στρεβλού μοντέλου ανάπτυξης προϋποθέτει και αναπαράγει διαρκώς την καχεξία του εισοδήματος και τους δείκτες φτώχειας και κοινωνικής στέρησης στα υψηλότερα επίπεδα της Ε.Ε.

Αυτές οι αρνητικές επιδόσεις, στις οποίες συμφωνούν όλες οι σχετικές έρευνες, με προεξάρχουσες τις έρευνες και εκθέσεις της Eurostat, αποκαλύπτουν μια οδυνηρή πραγματικότητα για τους Ελληνες και τις Ελληνίδες εργαζομένους/ες, κατατάσσοντάς τους στις τελευταίες θέσεις της λίστας των χωρών-μελών της Ε.Ε. όσον αφορά την αγοραστική δύναμη του εισοδήματος, τις ώρες εργασίας που απαιτούνται για την απόκτηση αυτού του εισοδήματος, τους δείκτες φτώχειας και υλικής στέρησης και το κόστος στέγασης.

Στρεβλή ανάπτυξη

Η έκθεση αμφισβητεί ευθέως τον βασικό κυβερνητικό ισχυρισμό περί υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών της ελληνικής οικονομίας και περί ευρωστίας του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης. Συγκεκριμένα, διαπιστώνει:

● Οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας από το 2021 και ύστερα οφείλονται σε σημαντικό βαθμό στο χαμηλό σημείο εκκίνησής της, καθώς η πανδημία έπληξε δυσανάλογα τομείς της οικονομίας όπως ο τουρισμός και οι υπηρεσίες.

● Σημαντικό μέρος των ρυθμών ανάπτυξης οφείλεται στην εισροή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

● Κατά τη διάρκεια του 2025 καταγράφεται σαφής επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ (παρά το γεγονός ότι κορυφώνεται η αξιοποίηση των πόρων του ΤΑΑ), γεγονός που υποδηλώνει την εξάντληση της ώθησης που έδωσαν οι παροδικοί παράγοντες ανάκαμψης μετά την πανδημία.

● Η επενδυτική και αναπτυξιακή ανάκαμψη των τελευταίων χρόνων δεν ενισχύει την παραγωγικότητα και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας. Το μερίδιο των επενδύσεων σε κατοικίες ως προς το σύνολο των επενδύσεων αυξήθηκε από 7,1% το 2019 σε 19% το 2025, ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό μειώνονται από 26,8% σε 21,3% και σε τεχνολογία, πληροφορική και επικοινωνία από 9,3% σε 8%. Επιπλέον, παρά την αύξηση των εξαγωγών, το ελληνικό ΑΕΠ εξαρτάται σε βαθμό πολύ υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου από την κατανάλωση και διατηρεί τις εισαγωγές σε υψηλό επίπεδο, αναπαράγοντας υψηλό εμπορικό έλλειμμα.

● Αυτές οι στρεβλώσεις του μοντέλου ανάπτυξης μεταφράζονται άμεσα στην «υπανάπτυξη» του εργατικού δυναμικού που απασχολείται στη βιομηχανία-μεταποίηση και ακόμη περισσότερο στον κλάδο υψηλής τεχνολογίας και μηχανολογικού εξοπλισμού. Το 2024 το ποσοστό των απασχολουμένων στους κλάδους της βιομηχανίας διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 12,2%, οριακά αυξημένο σε σχέση με το 2019, αλλά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του 2009, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης το αντίστοιχο μέσο ποσοστό ήταν 23,2%, στις οικονομίες των Βαλκανίων 21,6%, ενώ στις χώρες της περιφέρειας (Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία) 17,3%. Αντίστοιχες αποκλίσεις εντοπίζονται και όσον αφορά το ποσοστό όσων εργάζονται σε κλάδους της μεταποίησης υψηλής και μέσης προς υψηλή τεχνολογία, καθώς και ευρύτερα σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.

Κατόπιν τούτων, η έκθεση θέτει εύλογα το ερώτημα κατά πόσο η ανάπτυξη αυτού του τύπου είναι διατηρήσιμη και κατά πόσο εξασφαλίζει ανθεκτικότητα για την ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα σε συνθήκες ισχυρών διεθνών πιέσεων.

Η εργατική τάξη

Τα προηγούμενα συνεπάγονται αλλά και προϋποθέτουν ταυτόχρονα μια πολύ βραδεία και σχεδόν ανεπαίσθητη έξοδο της εργασίας από την κατάσταση στην οποία την είχαν καθηλώσει τα μνημόνια. Συγκεκριμένα:

● Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανήλθε από 65,5% του μέσου όρου της Ε.Ε. το 2019 σε 68,5% το 2024, παραμένοντας στην προτελευταία θέση της Ε.Ε. Παράλληλα, σε σύγκριση με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα υπολείπεται χωρών όπως η Τσεχία (90,6%), η Λιθουανία (87,5%), η Εσθονία (79%) και η Πολωνία (78,4%), ενώ συγκρίνεται κυρίως με τη Λετονία (68,4%). Η Ρουμανία (77%) είναι σαφώς σε υψηλότερη θέση από την Ελλάδα, η οποία υπερβαίνει μόνο τη Βουλγαρία (65,9%). Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο 2019-2024 η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά μόλις 3 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 11 ποσοστιαίων μονάδων της Βουλγαρίας, γεγονός που καταδεικνύει ασθενέστερη δυναμική σύγκλισης.

● Ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) το 2009 αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην Ε.Ε.), ενώ το 2024 διαμορφώθηκε ακόμη χαμηλότερα στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην Ε.Ε.).

● Για να εξασφαλίσουν το πενιχρό τους εισόδημα, οι Ελληνες/δες εργαζόμενοι/ες αναγκάζονται να εργαστούν περισσότερες ώρες. Το μέσο ωρομίσθιο των εργαζομένων σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης ανερχόταν το 2024 στη χώρα μας σε 11,3 ευρώ, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3 ευρώ, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 ευρώ και στις οικονομίες της περιφέρειας 20,4 ευρώ.

Η εισοδηματική καχεξία τροφοδοτεί αναπόφευκτα τους αρνητικούς δείκτες σε σειρά μεγεθών που αποτυπώνουν το επίπεδο διαβίωσης πολιτών και εργαζομένων:

● Το 2024 το ποσοστό των μισθωτών που διαβιούσαν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 21% και ήταν με διαφορά το υψηλότερο μεταξύ των 15 επιλεγμένων κρατών-μελών της Ε.Ε., ξεπερνώντας κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίστοιχα, σε σχέση με τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το ποσοστό στη χώρα μας ήταν υψηλότερο κατά 16,1 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ σε σχέση με τις οικονομίες της περιφέρειας κατά 11,8 ποσοστιαίες μονάδες.

● Το 18,5% των ατόμων που ζούσαν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά δήλωνε ότι αδυνατούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την οικία του, έναντι μέσου ποσοστού 12,9% στις οικονομίες της περιφέρειας και 10,4% στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, τα οποία μάλιστα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έχουν καταγράψει αξιοσημείωτη μείωση των αντίστοιχων ποσοστών. Επίσης, το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά και αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε μια σειρά πάγιες πληρωμές, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, δόσεις πιστωτικών καρτών κ.ά., διαμορφώθηκε στο υψηλό 46,6%.

● Το 2024 στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιούσε σε νοικοκυριά όπου το στεγαστικό κόστος ήταν μεγαλύτερο του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους (ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης) ανερχόταν στο 28,9%. Το ποσοστό αυτό, παρά την αποκλιμάκωσή του σε σχέση με το 2019 (36,2%), παραμένει το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε.

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου