
Στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση: τα δεδομένα και οι κίνδυνοι
Οι πρόσφατες αναδιαρθρώσεις της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα (διαγραφές, ιδιωτικά πανεπιστήμια) παρουσιάζονται ως «εκσυγχρονισμός», «εξορθολογισμός» και «εκκαθάριση». Αφήνοντας στο πλάι τις πολιτικές διακηρύξεις και κοιτώντας τα μετρήσιμα δεδομένα, αναδύεται το ερώτημα αν αυτές οι επιλογές ευθυγραμμίζονται με τις πραγματικές εκπαιδευτικές, ερευνητικές και κοινωνικές ανάγκες.
Χρηματοδότηση
Η εικόνα που διαμορφώνεται από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και την προσφάτως εκδοθείσα έκθεση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι ξεκάθαρη: «Η συνολική χρηματοδότηση για έρευνα και ανάπτυξη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνεχίζει να αυξάνεται σε απόλυτους αριθμούς, αλλά παραμένει σταθερή από το 2021, κάτω από το 0,5% του ΑΕΠ», ενώ η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε. όσον αφορά τις δαπάνες ανά φοιτητή, όπως έχουμε αναλύσει σε προηγούμενο άρθρο («Διαγραφές “αιωνίων”: το μαγείρεμα αριθμών στην πανεπιστημιακή εκδοχή», Σπύρος Αργυρόπουλος, «Εφ.Συν.», 29/7/2025).
Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι πριν από τις διαρθρωτικές αλλαγές που προωθήθηκαν τα τελευταία χρόνια, όπως η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και οι διαγραφές, έχει προηγηθεί μια περίοδος συστηματικής υποχρηματοδότησης των πανεπιστημίων.
Μαζικές διαγραφές
Στο παραπάνω χρηματοδοτικό περιβάλλον ήρθε να εφαρμοστεί η αυστηρή πολιτική της διαγραφής άνω των 300 χιλιάδων φοιτητών. Ενώ το μέτρο παρουσιάστηκε από το υπουργείο ως προώθηση της θεσμικής συνέπειας» και «προϋπόθεση για την αναβάθμιση της ποιότητας σπουδών», στην πραγματικότητα τα στοιχεία της ΕΘΑΕΕ μαρτυρούν μια κατάσταση ιδιαίτερα ανησυχητική: το ποσοστό των αποφοίτων που ολοκληρώνουν τις σπουδές τους εντός της προβλεπόμενης διάρκειας φοίτησης ανέρχεται μόλις στο 24,2%. Η κατάσταση είναι χειρότερη για τους αποφοίτους θετικών επιστημών: μόλις 12,2% των αποφοίτων πληροφορικής και 17,8% των αποφοίτων θετικών επιστημών ολοκληρώνουν τις σπουδές τους εντός της κανονικής διάρκειας φοίτησης.
Η έκθεση της ΕΘΑΕΕ προσδιορίζει ότι «άμεση συνέπεια της παράτασης του χρόνου σπουδών είναι η καθυστέρηση εισόδου στην αγορά εργασίας και η συνεπακόλουθη απαξίωση των γνώσεων και των δεξιοτήτων των αποφοίτων, πέρα από τη μη παραγωγή αξίας στην οικονομία και την αποδυνάμωση της ανάπτυξης και των δυνατοτήτων βελτίωσης του επιπέδου ζωής σε ατομικό επίπεδο», και συνιστά στους φορείς άσκησης εξουσίας να πάρουν πρωτοβουλίες όπως «η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από τους φοιτητές κατά τη διάρκεια των σπουδών τους και να εστιάσουν στους τρόπους βελτίωσης των πόρων της ανώτατης εκπαίδευσης (π.χ. υποδομές, εξοπλισμός, υποστηρικτικές υπηρεσίες προς τους φοιτητές) και στην ποιότητα και στη λειτουργία της αγοράς εργασίας».
Οταν τέσσερις στους πέντε φοιτητές καθυστερούν να αποφοιτήσουν, η απάντηση της πολιτείας με μαζικές διαγραφές αποτελεί ένα μέτρο τιμωρητικής λιτότητας που αναδεικνύει τον αποκλεισμό ως βασικό μηχανισμό διακυβέρνησης. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει την πηγή ενός υπάρχοντος συστημικού προβλήματος αλλά θέτει τα θεμέλια για περαιτέρω διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. (Βλ. πίνακα).
Σπουδές με δίδακτρα
Στο παραπάνω σκηνικό η κυβέρνηση κατάφερε, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Κ. Πιερρακάκη, «να σπάσει ένα παρωχημένο ταμπού», προχωρώντας στην ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Παρά τις διακηρύξεις του ίδιου ότι το μέτρο αυτό θα προσέλκυε πανεπιστήμια διεθνούς κύρους, «όπως Harvard, Yale και Columbia», τα μόνα πανεπιστήμια που εξέφρασαν ενδιαφέρον και τελικώς αδειοδοτήθηκαν μέσω μιας διαδικασίας που ήγειρε πολλά ερωτήματα, ήταν περιφερειακά ιδρύματα, τα περισσότερα των οποίων βρίσκονται πολύ κατώτερα στις διεθνείς κατατάξεις απ’ τα μεγάλα πανεπιστήμια της χώρας.
Θα περίμενε κανείς το κόστος φοίτησης σε αυτά τα πανεπιστήμια να κρατηθεί «ανταγωνιστικό» σε σχέση με άλλες χώρες με παρόμοιο βιοτικό επίπεδο (ανατολική Ευρώπη), παρόλα αυτά τα κοστολόγια που έχουν αναρτηθεί καθιστούν τα ελληνικά ιδιωτικά πανεπιστήμια ακριβότερα ακόμα και από κάποια ιδιωτικά πανεπιστήμια σε αναπτυγμένες χώρες της κεντρικής Ευρώπης. Για παράδειγμα, η φοίτηση στο ιδιωτικό University of Nicosia Athens ανέρχεται σε 15.480 ευρώ το έτος για φοιτητές από την Ε.Ε. για τις περισσότερες σχολές, με τα δίδακτρα για την Ιατρική να αγγίζουν τα 27.000 ευρώ. Συν τοις άλλοις, διοικητικές λειτουργίες παρέχονται στους φοιτητές α λα καρτ, με το ετήσιο τέλος εγγραφής να κοστολογείται στα 60 ευρώ, τη 2η εξέταση στα 65 ευρώ ανά μάθημα, την έκδοση αναλυτικής βαθμολογίας στα 5 ευρώ ανά αντίτυπο κ.ο.κ.
Ταυτόχρονα με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια επεκτείνονται με ταχείς ρυθμούς τα ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών που λειτουργούν στα δημόσια ΑΕΙ της χώρας με δίδακτρα, κάτι το οποίο δημιουργεί σπουδές διαφορετικών ταχυτήτων αλλά και υποβαθμίζει έμμεσα την ποιότητα της δωρεάν παρεχόμενης ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς αποσπά σημαντικό κομμάτι του διδακτικού και διοικητικού φόρτου εργασίας.
Φοιτητικά δάνεια
Πώς θα αντεπεξέλθει μια οικογένεια σε δίδακτρα 60 χιλιάδων ευρώ για την απόκτηση ενός πτυχίου; Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, «σε χώρες με υψηλά δίδακτρα σε συνδυασμό με περιορισμένη δημόσια οικονομική στήριξη... οι φοιτητές και οι οικογένειές τους επωμίζονται ένα σημαντικό μέρος του κόστους, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει οικονομικά εμπόδια για ομάδες χαμηλού εισοδήματος, εκτός εάν αυτό αντισταθμιστεί από θεσμική οικονομική ενίσχυση ή ιδιωτικούς μηχανισμούς στήριξης».
Στην Ελλάδα, ελλείψει κρατικών μηχανισμών στήριξης, η ανάγκη κάλυψης των διδάκτρων θα οδηγήσει κατά πάσα πιθανότητα στην εισαγωγή φοιτητικών δανείων, ενός θεσμού που είναι ευρέως διαδεδομένος σε χώρες με υψηλά δίδακτρα όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ. Πού οδηγεί αυτό; Αυτή τη στιγμή το συνολικό φοιτητικό χρέος στις ΗΠΑ ανέρχεται σε 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια, με έναν στους πέντε δανειολήπτες να αδυνατούν να καταβάλουν τις δόσεις (σε καθεστώς «αθέτησης»). Μάλιστα αναλύσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης κατατάσσουν τα φοιτητικά δάνεια στις πιο πιεσμένες κατηγορίες πιστώσεων.
Ερευνα και ανταγωνιστικότητα
Εξαιρουμένων των ιδιωτικών πανεπιστημίων στις ΗΠΑ (τα οποία διαθέτουν τεράστια κληροδοτήματα αλλά και στήριξη από κρατικά ερευνητικά προγράμματα), τα ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι κατά συντριπτική πλειονότητα αποκλειστικά διδακτικά και όχι ερευνητικά ιδρύματα. Δεν διαθέτουν διδακτορικά προγράμματα, δεν παράγουν ερευνητικό έργο και απουσιάζουν από τις διεθνείς ερευνητικές κατατάξεις.
Η ολική εμπορευματοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης, πέρα από το κοινωνικό κόστος που περιγράφηκε παραπάνω, θα οδηγήσει στη συρρίκνωση του ερευνητικού έργου, σε περιορισμό της καινοτομίας και μακροπρόθεσμα στην υποβάθμιση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
H έκθεση Ντράγκι για το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας τονίζει ότι η γενναία αύξηση της χρηματοδότησης της έρευνας και της καινοτομίας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.
Χωρίς ριζική αναθεώρηση της στρατηγικής για την ανώτατη εκπαίδευση, η χώρα κινδυνεύει να παγιώσει ένα μοντέλο περιορισμένης ερευνητικής ικανότητας και συρρικνούμενης καινοτομίας, με άμεσες συνέπειες στη διεθνή ανταγωνιστικότητα.
*Αναπληρωτής καθηγητής τμήματος Φυσικής ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου