23 Ιουλίου 2023

Βιβλίο: «Ορατός και αόρατος ρατσισμός στον 21ο αιώνα. Η δυτική μυωπία, η ισχύς του σεξισμού και η άρνηση του αντισημιτισμού», της Άννας Φραγκουδάκη, εκδόσεις "Αλεξάνδρεια"

«Εχει αναπτυχθεί ένας ρατσισμός της καθημερινής πράξης»


Το 1970, ο Γερμανός καγκελάριος Βίλι Μπραντ γονάτισε μπροστά στο μνημείο της εξέγερσης του γκέτο της Βαρσοβίας, για να εκφράσει δημόσια το εθνικό του όνειδος μπροστά στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Μας το θυμίζει η καθηγήτρια Αννα Φραγκουδάκη στην καινούργια της μελέτη και χτυπά συναγερμό για τις σκοτεινές εξελίξεις της τελευταίας 20ετίας καθώς παρατηρεί, χαρτογραφεί, αναλύει και εξηγεί την αναζωπύρωση του ορατού και του αόρατου ρατσισμού στον δυτικό κόσμο, εστιάζοντας στην Ελλάδα.

Ας σταθούμε σε μια διαπίστωση. Οι Νοτιοευρωπαίοι που ταξιδεύουν προς τον ευρωπαϊκό Βορρά «μαυρίζουν» αδιόρατα σε σχέση με το ανθρώπινο περιβάλλον, ενώ «ξανασπρίζουν» αν στραφούν νοτιοανατολικά προς τη βόρεια Αφρική. Αυτό το παράδειγμα επιλέγει η πολύπειρη κοινωνιολόγος της εκπαίδευσης Αννα Φραγκουδάκη, ομότιμη καθηγήτρια του ΕΚΠΑ, προκειμένου να συμβολίσει τη σταδιακή πορεία προς την αναγκαία αυτογνωσία (μας), σε σχέση με τον ορατό και τον αόρατο ρατσισμό που μας τυλίγουν εντός και εκτός των τειχών.

Σε σχέση με τη μεταπολεμική, πολιτική-επιστημονική-ηθική, καταδίκη των διακρίσεων, η Φραγκουδάκη επισημαίνει μια οπισθοδρόμηση (backlash) την οποία συνδέει με την παγκοσμιοποίηση, με την κρίση των ιδεών που ακολούθησε την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, με την έξαρση των εθνικισμών, καθώς και με την κρίση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλον τον δυτικό κόσμο. Ετσι, στην καινούργια της μελέτη με τίτλο «Ορατός και αόρατος ρατσισμός στον 21ο αιώνα. Η δυτική μυωπία, η ισχύς του σεξισμού και η άρνηση του αντισημιτισμού» (εκδ. Αλεξάνδρεια), φέρνει στο φως μια αρνητική κανονικότητα που έχει εξαπλωθεί και στην Ελλάδα με την ανοχή που κρύβεται πίσω από τη σιωπή των θεσμών ή την αδράνεια των διωκτικών αρχών κ.ά. Οι επιπτώσεις της, όπως υπογραμμίζει, είναι η ανθεκτικότητα του παραδοσιακού αντισημιτισμού και η αναπαραγωγή της ιδεολογίας του αντισημιτικού μίσους, επίσης η αναβίωση του φυλετισμού, της ξενοφοβίας, της μισαλλοδοξίας καθώς και η εξάπλωση του σεξισμού παράλληλα με την ανάδυση ενός ακροδεξιού «ανδρισμού από ατσάλι».

Η συγγραφέας αξιοποιεί διεθνείς έρευνες, αναλύσεις ή μετρήσεις και χρησιμοποιεί πλήθος γλαφυρά παραδείγματα που καταδεικνύουν ότι για να καταπολεμήσουμε τις διακρίσεις χρειάζεται να αποκτήσουμε συνείδηση της μυωπίας μας και να τις αποκρυπτογραφούμε βήμα βήμα στην καθημερινή πράξη. Διότι συχνά, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιούμε, αναπαράγουμε τον ρατσισμό. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το ότι η Φραγκουδάκη βάζει και τον εαυτό της στο μικροσκόπιο. Στις περιπτώσεις λ.χ. που παρακολούθησε ρατσιστικά στερεότυπα να υπονομεύουν την εκπαίδευση των μουσουλμανόπαιδων στη Θράκη ή όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με την άγνοια ή τη διαγραμμένη μνήμη σχετικά με τις τύχες των Ρωμανιωτών εβραίων στην Ηπειρο.

Ο αντισημιτισμός, όπως εκφράζεται σήμερα στην Ελλάδα, απασχολεί εκτενώς την Αννα Φραγκουδάκη. Ετσι, στέκεται αναλυτικά στη δικαστική περιπέτεια του 2006-2010 για το βιβλίο «Εβραίοι, όλη η αλήθεια» του ναζιστή Κωνσταντίνου Πλεύρη, το οποίο είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων, ωστόσο, με τη βούλα και του Αρείου Πάγου (και πλειοψηφία 30:12), κρίθηκε ότι δεν παραβιάζει τον νόμο κατά των διακρίσεων.

Την προβληματίζει όμως και ο παραδοσιακός αντισημιτισμός (μιας μερίδας) οπαδών της Αριστεράς, ο οποίος «αθωώνεται», λέει, καθώς «μεταμφιέζεται σε πολιτική κριτική» ενάντια σε ένα κράτος, το Ισραήλ, το οποίο παρουσιάζεται ως κράτος «ισχυρών, καταπιεστών και αλαζόνων». Με αυτά, η συγγραφέας απηχεί έμμεσα και μια διεθνή συζήτηση με αφορμή την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Παλαιστινίων, και την κριτική προς τις πολιτικές των κυβερνήσεων του Ισραήλ απέναντί τους. Ενα θέμα που αγγίζει και τον επίσημο ορισμό του αντισημιτισμού που προκαλεί κρίσιμες διαφωνίες στον ΟΗΕ. Είναι λοιπόν ουσιώδες το ότι η συγγραφέας συνοδεύει τις παρατηρήσεις της στο βιβλίο με μια μαρτυρία του Παλαιστίνιου ποιητή και πολιτικού δοκιμιογράφου Fawaz Turki, ως «απόκληρου» Παλαιστίνιου που βίωσε την «παλαιστινιακή εξορία». Γράφηκε το 1972, δηλαδή πριν τις σφαγές των Παλαιστίνιων αμάχων στους καταυλισμούς της Σάμπρα και της Σατίλα στον Λίβανο, πριν την παλαιστινιακή ιντιφάντα, πριν από την αποτυχία των Συμφωνιών του Οσλο κ.ά.

Πράγματι, μια πολύτιμη πτυχή σε τούτη τη μελέτη, που της προσθέτει αναγνωστική απόλαυση δίνοντάς της και διδακτική διάσταση, είναι οι εκτενείς παραπομπές σε κομβικά κείμενα της σύγχρονης θεωρίας και λογοτεχνίας που έχει αποθησαυρίσει η Φραγκουδάκη, καθώς και η αναφορά σε πολιτικές πρωτοβουλίες που σχολιάζουν ή προεκτείνουν τον προβληματισμό της.

Ισως η πιο σπαραχτική διαπίστωση στο βιβλίο να είναι εκείνη της Νοτιοαφρικανής νομπελίστριας συγγραφέα Ναντίν Γκόρντιμερ (1923-2014), που αντιστρατεύτηκε συστηματικά το φυλετικό καθεστώς του απαρτχάιντ (1948-1991) παρότι ανήκε στην προνομιούχα μειονότητα. Ωστόσο, ενώ πρόλαβε μετά το 1994 να βιώσει την αλλαγή με τις κυβερνήσεις της μαύρης πλειονότητας, είχε συνειδητοποιήσει ότι το ιδανικό μιας «πολύχρωμης κοινωνίας» δεν θα το έβλεπε να πραγματώνεται όσο ζούσε. Γνώριζε τι σήμαινε η άμυνα απέναντι στη «λευκή ματιά», και ο μαύρος φυλετισμός. Γνώριζε ότι τα στερεότυπα επιβιώνουν και από την ανάποδη.

Άννα Φραγκουδάκη

● Στόχος του βιβλίου είναι να απαντηθεί το γιατί στην Ευρώπη του 21ου αιώνα αναβιώνουν οι διακρίσεις. Μοιάζει αδιέξοδος ο δρόμος ή μήπως οδηγεί στη λογοκρισία;

Αδιέξοδα στην κοινωνική πραγματικότητα δεν υπάρχουν, σύμφωνα με τις επιστήμες. Υπάρχουν στα μυαλά των ανθρώπων που σε εποχές αλλαγών δεν «βλέπουν» διεξόδους. Αδιέξοδη αντικειμενικά είναι η λογοκρισία, που σίγουρα δεν αποτελεί λύση. Ούτε όμως και η επίκληση των επιστημών. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Σύγχρονοι βιογενετιστές δημοσιεύουν εκλαϊκευτικά άρθρα για να στηρίξουν την άποψη ότι, από την αποκωδικοποίηση του DNA, γνωρίζουμε πλέον ότι οι «φυλές» δεν υπάρχουν. Μόλις ωστόσο διατυπωθεί αυτό το γνωστικό συμπέρασμα, έρχεται στο μυαλό του καθενός η αυθόρμητη αντίρρηση: «Μα αφού τις βλέπουμε!» Πράγματι το χρώμα του δέρματος, το σχήμα των ματιών και πολλές άλλες διαφορές ανάμεσα στις ανθρώπινες ομάδες προβάλλουν υπαρκτές στα μάτια μας και «φυσικές», γεγονός που γίνεται αδιέξοδο. Διότι ακριβώς οι διαφορές που βλέπουμε δεν είναι ουδέτερες. Είναι δείγματα διαφορετικής απόδοσης αξίας. Σ’ αυτό λοιπόν απαντάμε ότι χρειάζεται μια μακρά διαδικασία κατάκτησης της αυτογνωσίας.

● Ο προβληματισμός σας βασίζεται σε μεγάλο ποσοστό σε έρευνες. Ορισμένες αποκάλυψαν και άλλες μορφές αόρατου ρατσισμού που κρύβονται π.χ. στα στερεότυπα για τα φύλα…

Επί μια πενταετία (2003-2008), στις εξετάσεις, ζητούσαμε από τις φοιτήτριες και τους φοιτητές μας να σχολιάσουν ένα κείμενο Γαλλίδας ιστορικού με περιεχόμενο την επίδραση που ασκεί στις κοινωνικές ομάδες η επί αιώνες απασχόληση των μελών τους με ορισμένες δεξιότητες κατακτημένες από γενιά σε γενιά. Εγραφε συγκεκριμένα η Μισέλ Περό (Michelle Perrot) ότι «η νευροχειρουργική ως επάγγελμα θεωρητικά ταιριάζει περισσότερο σε γυναίκες παρά σε άντρες, εξαιτίας της μακρόχρονης απασχόλησής τους με το κέντημα, την ψιλοβελονιά, κ.ο.κ που απαιτεί αριστοτεχνία στην κατασκευή της λεπτομέρειας, σταθερότητα των κινήσεων και μεγάλη επιδεξιότητα των χεριών…». Ομως φοιτήτριες και φοιτητές αδυνατούσαν να σχολιάσουν αυτή την τοποθέτηση, διότι, όπως αποδείχθηκε, η σκέψη τους ήταν παγιδευμένη στο ότι αυτή η παραδοσιακή γυναικεία απασχόληση ήταν κατώτερη.

Για να εκλείψει η οποιαδήποτε διάκριση χρειάζεται να αναγνωρίζεται ότι υπάρχει

Οι αλλαγές που έφερε από το ’70 το φεμινιστικό κίνημα υπέρ της ισότητας των φύλων καθώς και η χειραφέτηση των γυναικών προκάλεσαν κοινωνικές ανακατατάξεις. Παρ’ όλα αυτά η κοινωνική ταξινόμηση των φύλων εξακολουθεί να ισχύει στην ιεραρχία των επαγγελμάτων, στην επιλογή των σπουδών ή των ειδικοτήτων, στη συμμετοχή στους θεσμούς κ.ά. Μάλιστα από τα μέσα του ’80 παρατηρούμε μια συνεχή οπισθοδρόμηση όπως έγινε με όλα τα στερεότυπα. Διαδίδεται λ.χ. ότι η επιλογή των γυναικών να κάνουν καριέρα δημιουργεί το μεγάλο πρόβλημα των δυτικών κοινωνιών: την υπογεννητικότητα κ.ο.κ. Σήμερα η συζήτηση συμπεριλαμβάνει και την «κρίση του ανδρικού κοινωνικού φύλου». Ομως αυτή δεν οφείλεται στην «εξουσία» που «απέκτησαν οι γυναίκες», όπως ευρέως λέγεται. Οφείλεται στην επίδραση των στερεοτύπων περί ανδρισμού και θηλυκότητας επάνω και στους άντρες. Οι άντρες δεν μπορούν να διαχειριστούν τις αλλαγές. Πρόσφατες έρευνες στις ΗΠΑ τεκμηριώνουν π.χ. ότι αυτό που οδηγεί πολλούς να στρατεύονται στην Ακροδεξιά δεν είναι μόνο η ιδεολογία, είναι και η αίσθηση αδικίας για την απώλεια δεδομένων προνομίων…

Ακόμα χειρότερα,το θέμα των γυναικών αποτελεί σε όλο τον δυτικό κόσμο το πιο προφανές (και ορατό) τεκμήριο «καθυστέρησης» των «άλλων», μη δυτικών, κοινωνιών. Ειδικότερα, ο «εκδυτικισμός» των γυναικών χρησιμοποιείται ως πολιορκητικός κριός για την άλωση των κοινωνιών.

Τι γίνεται με τον αντισημιτισμό; Σε σχέση με τις άλλες διακρίσεις, είναι πολύ πιο υψηλό το ποσοστό όσων δεν τον «βλέπουν»...

Είναι αποκαλυπτικό ότι δεν αναγνωρίζεται και από ομάδες πολιτών που πιστεύουν πως ανήκουν στην Αριστερά. Παράλληλα κυριαρχεί και η πεποίθηση ότι ο πληθυσμός των Εβραίων είναι πολύ υψηλότερος από τον πραγματικό. Αυτά σημαίνουν ότι τα παραδοσιακά στερεότυπα με θρησκευτική προέλευση είναι βαθιά εσωτερικευμένα από τον δυτικό άνθρωπο. Απεικονίζουν τον «Εβραίο» να έχει δύναμη οικονομική και πολιτική σε επίπεδο παγκόσμιο, απεικόνιση πλατιά διαδεδομένη μολονότι δεν επαληθεύεται από κανένα αριθμητικό δεδομένο. Ο συμβολισμός του «επικίνδυνου» που αποδίδεται στον προσωποποιημένο φορέα αυτής της ταυτότητας οδηγεί στην «αντισημιτική ύβρι», η οποία κυκλοφορεί πλέον μεταμφιεσμένη και σε «πολιτική κριτική». Από το σημείο αυτό ξεκινά μια πορεία σταδιακών αλλαγών όπου ακροδεξιές ιδέες γίνονται κοινοί τόποι. Σωστά κρίνουν λοιπόν οι εκπρόσωποι των θεσμών και οι διαμορφωτές των ιδεών ότι αυτό είναι επικίνδυνο κοινωνικά. Γίνεται πλέον ορατό ότι η εθνική ιδεολογία αποδίδει στον (εκάστοτε) εκλεκτό του θεού λαό όλες τις αρετές και κάθε είδους ανωτερότητες. Μετά από αυτό, σωρεύονται οι αποκλεισμοί και οι κατωτερότητες, παρότι παράλληλα η πραγματικότητα στις δυτικές κοινωνίες, ιδίως στις μεγαλουπόλεις, γίνεται όλο και πιο φανερά πολυεθνοτική και πολύγλωσση.

● Στην Ελλάδα, όπως γενικότερα στην Ευρώπη, πολλοί εκπρόσωποι θεσμών έχουν έντονα αντιφατική θέση απέναντι στις διακρίσεις…

Είναι συχνό φαινόμενο εκπρόσωποι θεσμών, κυβερνητικών αρχών, πολιτικών κομμάτων να καταδικάζουν στον επίσημο λόγο τους τις διακρίσεις, ενώ ταυτόχρονα τις αναπαράγουν ενεργητικά με τον καθημερινό λόγο τους και έμμεσα με τη σιωπή τους. Εκπέμπουν δηλαδή ακρότητες ιδίως σχετικά με τον ρατσισμό-φυλετισμό, τον αντισημιτισμό και τον σεξισμό, χωρίς συνείδηση ότι αυτές έχουν σχέση με τις καταδικασμένες ακροδεξιές ιδέες. Μάλιστα πλειοψηφούν εκείνοι που, χωρίς συνείδηση των ακροτήτων που εκφράζουν, αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως «άνθρωπο ανοιχτόμυαλο» και «προοδευτικό». Εχει λοιπόν αναπτυχθεί ένας ρατσισμός της καθημερινής πράξης όπως και ένας μη συνειδητός αντισημιτισμός, που συμβαδίζουν με την πλήρη απουσία αυτογνωσίας. Διότι η αναπαραγωγή και η διαρκής καλλιέργεια των διακρίσεων επηρεάζεται τόσο από την έλλειψη συνείδησης των ρατσισμών όσο και από το ποσοστό εσωτερίκευσής τους. Κατά τη γνώμη μου, η υπέρβαση αυτής της γιγάντιας αντίφασης περνάει βασικά από τον εκπαιδευτικό θεσμό.

● Συνδιοργανώσατε με την καθηγήτρια Κοινωνικής Ψυχολογίας Θάλεια Δραγώνα το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Αθηνών (1997-2019) για τα παιδιά της μειονότητας των μουσουλμάνων της Θράκης, που ήταν στιγματισμένοι ως πολίτες β’ κατηγορίας ή και ως «εχθροί». Ηταν ένα συλλογικό εκπαιδευτικό στοίχημα που χρηματοδοτήθηκε από την Ε.Ε. για την ταυτοτική ενσωμάτωσή τους ως πολιτών της ευρωπαϊκής Ελλάδας. Υπήρξαν ωστόσο και δυσκολίες, αρκετά διδακτικές…

Πολλοί δάσκαλοι στα ελληνικά σχολεία έβλεπαν αυτά τα παιδιά ως μέλη μιας ομάδας με λιγότερες νοητικές ικανότητες. Και αρνούνταν ότι η γνώμη τους γι’ αυτά δεν ήταν αντικειμενική, αλλά εξέφραζε έναν ρατσισμό. «Δεν μπορούν να μάθουν γράμματα», έλεγαν. Αυτή η αντίληψη δημιουργούσε στους δασκάλους αρνητικές προσδοκίες από το πρόγραμμα εκπαίδευσης, οι οποίες λειτουργούσαν εντέλει ως επαλήθευση για τις «μειωμένες» ικανότητες των τουρκόφωνων παιδιών… Μέχρι που έγινε φανερό ότι το κλειδί ήταν η μετακίνηση του φακού. Δηλαδή η προσέγγιση των προβλημάτων μέσα από τη σκοπιά του «Αλλου». Η προσπάθεια να κατανοήσουμε αυτή την εχθρότητα μας οδήγησε να αντιληφθούμε τον φόβο της Τουρκίας που φώλιαζε στους ντόπιους με αναφορά στην εισβολή του 1974 στην Κύπρο. Τον λάβαμε υπόψη μας, κι αυτό δημιούργησε μια ρωγμή στον τοίχο της υποτίμησης. Ιδίως όταν αρχίσαμε επιπρόσθετα να προσφέρουμε μαθήματα κατανόησης της τουρκικής γλώσσας σε σχέση με την ελληνική. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι για να εκλείψει η οποιαδήποτε διάκριση χρειάζεται να αναγνωρίζεται ότι υπάρχει. Να είναι ορατή τουλάχιστον από ένα μέρος της κοινωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου