Πού πας διακοπές όταν δουλεύεις σε μια χώρα διακοπών; Το ερώτημα φαίνεται παράξενο, είναι όμως; Η Ελλάδα έγινε αυτό που φοβόταν η προηγούμενη γενιά: ένας τόπος αιώνιων διακοπών (για τους άλλους), χώρα που την αποτελούν «τα γκαρσόνια της Ευρώπης».

Οι μισθωτοί του τουρισμού στην Ελλάδα αποτελούν το 20% του συνόλου των μισθωτών, λένε οι στατιστικές. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 6%. Και μιλάμε για μισθωτούς των 820 ευρώ τον μήνα, στη συντριπτική τους πλειονότητα, που μαζί με τις -υποχρεωτικές- υπερωρίες και τη -συχνά- επταήμερη εργασία μπορεί να φτάνουν μέχρι και τα 1.200 ευρώ. Σε μια εργασία εποχιακή που αφήνει τρύπα αρκετούς μήνες του χρόνου.

Υπάρχουν στην Ελλάδα ξενοδοχειακά συγκροτήματα των 200 μπανγκαλόους, χωριά ολόκληρα, με ηλεκτρικά αυτοκινητάκια για εσωτερικές μετακινήσεις, που κοστίζουν τουλάχιστον 300 ευρώ τη μέρα, και που τώρα, μήνα Μάιο, έχουν πληρότητα σχεδόν 100%. Με ατομικές πισίνες σε κάθε βεράντα.

Τι αποζητά ένας πλούσιος άνθρωπος από μια τέτοιου τύπου διαμονή; Σίγουρα όχι κοινωνικοποίηση. Μάλλον να έχει γύρω του ανθρώπους να τον υπηρετούν. Δεν τους έχει όμως και στην καθημερινότητά του; Μάλλον ναι, αλλά τώρα το απολαμβάνει πραγματικά χωρίς άλλες υποχρεώσεις. Είναι η πραγμάτωση μιας παιδικής φαντασίωσης. Να γίνεις βασιλιάς.

Η Αννα Πατσέκο, στο βιβλίο της «Ηρθα εδώ και μας θυμήθηκα» (εκδ. Carnivora), λέει ότι κάποια ισπανικά συγκροτήματα δίνουν μπόνους στους εργαζόμενους, ανάλογα με τα χρόνια δουλειάς, να έχουν παραμονή μιας νύχτας στο ξενοδοχείο ως πελάτες. Τι ιδέα κι αυτή! Να κοιμηθείς στα σεντόνια που έστρωσες για να τα ξαναστρώσει μετά ένας συνάδελφός σου. Να φας το πρωινό που φτιάχνεις καθημερινά, φτιαγμένο τώρα από χέρια συναδέλφου. Εκμαυλιστικό, σχεδόν διαστροφικό.

Ισως το σημαντικότερο θέμα είναι η εμπορευματοποίηση του ελεύθερου χρόνου αλλά και της φαντασίωσης. Και στις επιτυχίες αυτής της εμπορευματοποίησης λογαριάζεται ο τεμαχισμός των συλλογικών εμπειριών σε ατομικές. Αυτοί που πήγαιναν όλοι μαζί σινεμά, τώρα βλέπουν την ίδια ταινία από διαφορετικά δωμάτια. Αυτό χρεώνεται παραπάνω. Στην τσέπη, αλλά και στην ψυχή.

Οσο για την Ελλάδα… Αυτή μοιάζει με σώμα του οποίου το δεξί χέρι είναι χέρι μασίστα και το αριστερό ατροφικό. Η μια πλευρά, η τουριστική, υπερτροφική (και αρκετά αντιαισθητική) και η άλλη απολύτως αδύναμη. Οπου να ’ναι ο Βίκτορ Φρανκενστάιν ολοκληρώνει το τέρας του. Εργαζόμενοι που δουλεύουν όλη μέρα για να υπηρετούν ανθρώπους που από ένα σημείο και μετά δεν χρειάζεται να δουλεύουν ποτέ. Και που και αυτοί, τρόπον τινά, αυτοφυλακίζονται σε κλουβιά φαντασιώσεων μεγαλείου.

Αρα το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Πώς θα δουλεύει κανείς λιγότερο και θα αξιοποιεί δημιουργικά, όχι μόνο καταναλωτικά, τον ελεύθερο χρόνο του. Ή, διαφορετικά: Οχι το πού θα πάει κανείς διακοπές, αλλά με ποιους και γιατί. Τα resorts φέρνουν χρήματα, που πηγαίνουν βέβαια κυρίως στην κορυφή της πυραμίδας. Τα παλιά rooms to let χάθηκαν – ίσως δεν είναι να τα νοσταλγείς, κάτι σημαντικό όμως χάθηκε μαζί τους.

ΠΗΓΗ