**Προειδοποίηση περιεχομένου: Στο κείμενο γίνονται αναφορές σε βία, συμπεριλαμβανομένης σεξουαλικής βίας.

 

Δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Έφτασαν όμως στην Ελλάδα — ο ένας από το Ιράν, ο άλλος από το Αφγανιστάν — με κοινό σκοπό: να αναζητήσουν προστασία από τις διώξεις που αντιμετώπιζαν στις χώρες τους.

Ο Νέιθαν και ο Πωλ — ψευδώνυμα που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της έρευνας για την προστασία της ταυτότητάς τους — δεν θα μπορούσαν να έχουν φανταστεί όσα θα ακολουθούσαν μετά το πέρασμά τους στην Ελλάδα.

Οι μαρτυρίες τους καταγράφηκαν από την ελληνική ερευνητική οργάνωση Forensic Architecture Initiative Athens (FAIA) και την ελβετική ερευνητική οργάνωση WAV, στις οποίες οι δύο νεαροί άνδρες είπαν πως, το φθινόπωρο του 2022, έπεσαν θύματα «καταναγκαστικής εργασίας σε παράνομες αποστολές».

Αξιοποιώντας τις μαρτυρίες των δύο φερόμενων θυμάτων, ανοικτές πηγές, δορυφορικές εικόνες και επιτόπια έρευνα, οι ερευνητές ανακατασκεύασαν σε τρισδιάστατο (3D) μοντέλο το Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Τυχερού, στον Έβρο, όπου είπαν πως κρατούνταν, και το αξιοποίησαν για την πραγματοποίηση μιας εκτενούς συνέντευξης που παρουσιάζεται σε ένα βίντεο διάρκειας μιας ώρας.

Η πλήρης έρευνα του Forensic Architecture Initiative Athens (FAIA) με τίτλο 100 Days: The Forced Labourers of Evros, διάρκεια βίντεο: 1ώρα.
(ΔΕΙΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΣΤΟ VIMEO)

Το Solomon συνεργάστηκε με τους ερευνητές και τους δημοσιογράφους για τη διασταύρωση των μαρτυριών και την επιβεβαίωση νέων στοιχείων, στο πλαίσιο μιας κοινής ερευνητικής προσπάθειας.

Για 100 ημέρες, όπως καταγγέλλουν τα δύο φερόμενα θύματα, κρατούνταν στο Τυχερό, όπου συνοριοφύλακες τούς εξανάγκαζαν να συμμετέχουν σε παράνομες επιχειρήσεις επαναπροωθήσεων. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, οι συνοριοφύλακες λήστευαν, ξυλοκοπούσαν και μετέφεραν βίαια πρόσφυγες στο ποτάμι, υποχρεώνοντάς τους να επιστρέψουν στην τουρκική πλευρά, ενώ άλλοι αιτούντες άσυλο – όπως ο Νέιθαν και ο Πωλ – εξαναγκάζονταν να υποστηρίζουν τις επιχειρήσεις αυτές.

Την ημέρα παρέμεναν κλειδωμένοι σε χώρο του Τμήματος. Όταν έπεφτε ο ήλιος, έφτανε η ώρα της «δουλειάς».

Τεκμηρίωση της βίας στον Έβρο

Το φαινόμενο του εξαναγκασμού προσφύγων να συμμετέχουν στις επαναπροωθήσεις άλλων προσφύγων στον Έβρο τεκμηριώθηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2022, μέσα από διεθνή έρευνα που συντόνισε το Lighthouse Reports. Τον Απρίλιο του 2026, λίγες εβδομάδες πριν από τη δημοσίευση της παρούσας έρευνας, το BBC παρουσίασε πρόσθετες μαρτυρίες και οπτικοακουστικό υλικό.

Η σημερινή δημοσίευση του Solomon εισφέρει επιπλέον στοιχεία στην τεκμηρίωση αυτής της παράνομης τακτικής:

  • Παρουσιάζεται η μαρτυρία ενός άνδρα από το Πακιστάν, την οποία έδωσε σε διεθνή οργανισμό και εξασφάλισε το Solomon, η οποία επιβεβαιώνει κομβικά σημεία της μαρτυρίας των δύο θυμάτων.
  • Παρουσιάζεται για πρώτη φορά η προσφυγή ενός νεαρού Σύριου πρόσφυγα κατά του ελληνικού κράτους, που υποστηρίζει πως το καλοκαίρι του 2022 ο αδερφός του έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια επαναπροώθησης στον Έβρο, στην οποία συμμετείχαν «ξένοι παραστρατιωτικοί».
  • Παρουσιάζεται η επιβεβαίωση του φαινομένου, τόσο από την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή Frontex, όσο και από την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
  • Παρουσιάζονται τα πρακτικά από αυτοψίες της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ, σύμφωνα με τα οποία αξιωματικοί επιχείρησαν να διαπιστώσουν εάν σε Τμήματα Συνοριακής Φύλαξης, στον Έβρο, κρατούνταν πράγματι πρόσφυγες – αλλά δίχως επιτυχία. 
  • Παρουσιάζεται, επίσης, η κατάθεση ενός έμπειρου συνοριοφύλακα που υποστηρίζει πως ήταν εκείνος που εισήγαγε την τακτική της χρήσης προσφύγων στις επαναπροωθήσεις, το 2020, κατ’ εντολή των ανωτέρων του. 

Επιλέγονταν «τυφλά» σημεία, υποστήριξε, τα οποία άλλαζαν συνεχώς.

Οι επιστρατεύσεις

Η δημοσιογραφική έρευνα και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών έχουν τεκμηριώσει επανειλημμένα περιστατικά επαναπροωθήσεων στη συνοριακή περιοχή του Έβρου.

Ο Νέιθαν εκτιμά πως ήταν 27 Αυγούστου 2022 όταν, μαζί με άλλους πρόσφυγες, πέρασε το ποτάμι και μπήκε στην Ελλάδα.

«Περπατήσαμε για περίπου μισή ώρα», λέει. «Και είδα έναν Έλληνα αξιωματικό, που φορούσε ένα πράσινο μπλουζάκι με παντελόνι. Κρατούσε ένα πιστόλι. Μας βρήκε και μας είπε να βγούμε έξω, γιατί κρυβόμασταν πίσω από τους θάμνους».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο συνοριοφύλακας τους σημάδεψε με το όπλο και τους έδωσε zip-ties, τα οποία τους υποχρέωσε να δέσουν μόνοι τους στους καρπούς. Το Solomon έχει τεκμηριώσει στο παρελθόν τη χρήση zip-ties σε αντίστοιχες επαναπροωθήσεις στη Σάμο.

Στη συνέχεια τους μετέφεραν με βανάκι σε αστυνομικό τμήμα, όπου τους αφαίρεσαν όλα τα προσωπικά αντικείμενα. Κάποιοι προσπάθησαν να εξηγήσουν στα αγγλικά ότι επιθυμούσαν να υποβάλουν αίτημα ασύλου, αλλά, όπως λέει ο Νέιθαν, «κανείς δεν νοιάστηκε ή δεν ασχολήθηκε να ακούσει». 

Λίγο αργότερα, από το παράθυρο του κελιού εμφανίστηκε ένας άνδρας με καλυμμένο πρόσωπο και ρώτησε αν κάποιος μιλάει αγγλικά. Ο Νέιθαν απάντησε. Είχε εργαστεί ως διερμηνέας και θεώρησε ότι ίσως αυτό θα μπορούσε να φανεί βοηθητικό.

Αντί γι’ αυτό, τον έβγαλαν από το κελί και τον έβαλαν μαζί με άλλους σε μεγάλο όχημα. «Ήταν πολύ τρομακτικό. Έκλεισαν την πόρτα, και το αυτοκίνητο έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα, και ο ένας έπεφτε πάνω στον άλλον γιατί δεν υπήρχε χώρος».

Όταν έφτασαν στο ποτάμι, ένας αξιωματικός που φέρεται να είχε την επίβλεψη της επιχείρησης του ζήτησε να περιμένει. Οι συνοριοφύλακες μετέφεραν τους υπόλοιπους πρόσφυγες στην όχθη και τους επέστρεφαν, ανά ομάδες των δέκα έως έντεκα ατόμων, στην τουρκική πλευρά.

Τότε, ο ίδιος αξιωματικός απευθύνθηκε στον Νέιθαν και σε άλλους πρόσφυγες λέγοντας ότι, «αν δουλέψετε για εμάς, θα σας δώσουμε έγγραφα. Θα πάρει μόνο τρεις μήνες. Μετά θα σας δώσουμε έγγραφα, με τα οποία θα μπορείτε να πάτε οπουδήποτε για να ζητήσετε άσυλο».

Δεν εξήγησαν τι ακριβώς αφορούσε η «δουλειά». Αργότερα κατάλαβε. «Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι μια μέρα θα επαναπροωθώ και εγώ αυτούς τους μετανάστες, όποια και αν είναι η κατάστασή τους, βίαια στην Τουρκία».

Σε αντίθεση με τον Νέιθαν που εντοπίστηκε νωρίς ενώ είχε διασχίσει τα σύνορα, ο Πωλ εντοπίστηκε στη Θεσσαλονίκη όπου είχε φτάσει με άλλους πρόσφυγες μετά από επτά μέρες πορείας από τα σύνορα στην Κομοτηνή και έπειτα λεωφορείο.

Η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), σε εκθέσεις της για τα έτη 20222024, έχει καταγράψει αντίστοιχες περιπτώσεις. Πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο φέρονται να εντοπίζονται ακόμη και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και να μεταφέρονται πίσω στον Έβρο, στο πλαίσιο πολυεπίπεδων επιχειρήσεων.

Το Solomon έχει καταγράψει τέτοιες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και ασυνόδευτους ανήλικους και νεαρούς άνδρες, που εντοπίστηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Νωρίς το πρωί, κάποιος εισέβαλε στο μέρος «με τέτοιο τρόπο που νόμιζα ότι επρόκειτο για κάποια εγκληματική συμμορία ή κάτι τέτοιο. Ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβω τι συμβαίνει. Μου πήρε περίπου δέκα λεπτά να καταλάβω ότι ήταν αστυνομικοί», είπε ο Πώλ.

Ο Πωλ λέει ότι προσπάθησαν να τους καθησυχάσουν, διαβεβαιώνοντάς τους πως θα μεταφέρονταν σε δομή προσφύγων. Αντί γι’ αυτό, τους αφαίρεσαν προσωπικά αντικείμενα και τους οδήγησαν σε αστυνομικό τμήμα. Από εκεί, με λεωφορείο που, όπως λέει, έμοιαζε με αυτά «για τη μεταφορά κρατουμένων […] με κάγκελα στα παράθυρα», μεταφέρθηκαν σε έναν χώρο που ο ίδιος περιγράφει ως «φυλακή». Ύστερα από κάποιες ώρες κράτησης, τους στοίβαξαν σε φορτηγό. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, ένιωθε ότι δεν μπορούσε να αναπνεύσει και προσπάθησε να βρει αέρα από μια μικρή τρύπα στο μεταλλικό τοίχωμα του φορτηγού.

Η διαδρομή, σύμφωνα με την εκτίμησή του, κράτησε περίπου τρεις ώρες — ίσως και περισσότερο. Όταν τελικά άνοιξε η πόρτα του φορτηγού, και βγήκαν έξω, «ήταν μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές στη ζωή μου, γιατί μπορούσα να αναπνεύσω», είπε.

Γρήγορα κατάλαβε πως δεν επρόκειτο για μεταφορά σε δομή. Βρίσκονταν πίσω στο ποτάμι. Οι συνοριοφύλακες ήταν οπλισμένοι και επιθετικοί. Μετέφεραν τους πρόσφυγες στην τουρκική πλευρά με βάρκα, ανά πέντε άτομα. Όταν ήρθε η σειρά του, τον ρώτησαν αν μιλά αγγλικά.

Απάντησε θετικά, και του πρότειναν να συνεργαστεί: αν έμενε και «δούλευε» μαζί τους για τρεις μήνες, θα του έδιναν έγγραφα για να φύγει από τη χώρα. Δέχτηκε. «Επειδή είδα τον εαυτό μου πραγματικά σε μια κατάσταση που δεν είχα άλλη επιλογή».

Η Ανατομία του Τμήματος

Το Solomon απεύθυνε ερωτήματα τόσο στην Ελληνική Αστυνομία όσο και στη διοίκηση του Τυχερού σχετικά με όσα αναφέρονται στην παρούσα έρευνα, χωρίς να λάβει απαντήσεις. Από την πλευρά τους, ο Νέιθαν και ο Πωλ περιγράφουν όσα έζησαν στο Τυχερό ως «καταναγκαστική εργασία σε παράνομες αποστολές».

Εκτιμούν ότι, στις 100 ημέρες που κρατούνταν εκεί, υπήρξε μόλις μία ημέρα κατά την οποία δεν «δούλεψαν».

Τα δύο θύματα κλήθηκαν να αναγνωρίσουν, πάνω στο τρισδιάστατο μοντέλο του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Τυχερού, τους χώρους στους οποίους κινούνταν καθημερινά. Υπέδειξαν την είσοδο, το κελί όπου κρατούνταν οι πρόσφυγες πριν από τις επαναπροωθήσεις, καθώς και εκείνο όπου κρατούνταν οι ίδιοι, το λεβητοστάσιο, αλλά και το δωμάτιο επιτήρησης, με οθόνες που μετέφεραν εικόνα από κάμερες στο ποτάμι.

Υπέδειξαν ακόμη το σημείο στην αυλή όπου έπλεναν τις βάρκες μετά την επιστροφή από το ποτάμι. Αναγνώρισαν μέχρι και τους κάδους απορριμμάτων, στους οποίους, όπως λένε, για ένα διάστημα αναζητούσαν φαγητό ανάμεσα σε αντικείμενα που είχαν αφαιρεθεί από άλλους πρόσφυγες.

Βίντεο & Φωτογραφία: Forensic Architecture Initiative Athens (FAIA)

Στο κελί όπου κρατούνταν κοιμούνταν έως και έξι άτομα σε μεταλλικά κρεβάτια. Την ημέρα παρέμεναν κλειδωμένοι. Το απόγευμα, οι συνοριοφύλακες χτυπούσαν την πόρτα και φώναζαν: «guys, guys, job, job» — και τότε ήξεραν ότι έπρεπε να ετοιμαστούν γρήγορα.

Αφού έλεγχαν τις βάρκες, τις τοποθετούσαν τη μία μέσα στην άλλη στο βανάκι, μαζί με τα σχοινιά, και κατευθύνονταν στο ποτάμι, όπου πραγματοποιούνταν οι επαναπροωθήσεις. Όταν επέστρεφαν, έπρεπε να καθαρίσουν το κελί όπου είχαν κρατηθεί οι πρόσφυγες.

Η κατάσταση του κελιού, ύστερα από τον καθημερινό συνωστισμό τόσων ανθρώπων, ήταν φρικτή, περιγράφει ο Πωλ. «Χρειαζόταν αρκετός χρόνος για να το καθαρίσουμε, αλλά δεν μπορούσαμε να το καθαρίσουμε, ούτε 80%. Ό,τι κι αν κάναμε παρέμενε βρώμικο», καθώς δεν είχαν στη διάθεσή τους τα μέσα για να το κάνουν.

Όσο οι πρόσφυγες βρίσκονταν μέσα στο κελί, δεν τους επιτρεπόταν να πλησιάσουν. «Άκουγα ανθρώπους να κλαίνε και να φωνάζουν πως κρυώνουν κατά τη διάρκεια της νύχτας», λέει ο Πωλ.

Βίντεο & Φωτογραφία: Forensic Architecture Initiative Athens (FAIA)

Στον Νέιθαν και τον Πωλ επιδείχθηκαν επίσης ομαδικές φωτογραφίες συνοριοφυλάκων που υπηρετούσαν στο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Τυχερού. Αναγνώρισαν πρόσωπα που είχαν συναντήσει κατά τη διάρκεια της κράτησής τους εκεί, αναφερόμενοι μάλιστα σε ορισμένους με τα μικρά τους ονόματα.

Για έναν από αυτούς σχολίασαν: «Αυτό το άτομο, τον ξέρω, αυτόν με τα μπλε στη μέση. Ήταν επίσης άγριος. Ήταν ένα άγριο άτομο». Η FAIA και το WAV δεν ταυτοποίησαν ανεξάρτητα όλα τα πρόσωπα που αναγνώρισαν τα θύματα.

Μεταξύ όσων αναγνώρισαν ήταν και μία γυναίκα συνοριοφύλακας, την οποία επίσης ανέφεραν με το μικρό της όνομα. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, εκείνη ήταν παρούσα και γελούσε όταν συνάδελφός της έφερε μπροστά στους ίδιους δύο γυναίκες — μία από το Ιράν και μία από το Αφγανιστάν — οι οποίες ήθελαν να ζητήσουν άσυλο.

«Έφερε αυτά τα δύο κορίτσια στη μέση του δωματίου. Είπε: “εσείς πρέπει να διαλέξετε μία από αυτές τις κυρίες, και μπορείτε να έχετε ακόμα και σεξουαλική επαφή”», λέει ο Νέιθαν. «Ήμουν εντελώς σοκαρισμένος από αυτή την κατάσταση».

Thessaloniki Day

Ο Νέιθαν και ο Πωλ εκτιμούν ότι ο ελάχιστος αριθμός ανθρώπων που επαναπροωθούνταν σε μία ημέρα ήταν περίπου 30, ενώ σε άλλες περιπτώσεις έφτανε τους 250–300. Στον χώρο στάθμευσης του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης υπήρχαν βανάκια και ένα φορτηγό, τα οποία χρησιμοποιούνταν ανάλογα με τον αριθμό των ανθρώπων.

Τις περισσότερες ημέρες επαρκούσαν τα βανάκια. Υπήρχαν όμως, όπως λένε, οι λεγόμενες «Ημέρες Θεσσαλονίκης» (Thessaloniki Day), και τότε τα πράγματα ήταν διαφορετικά.

«Όταν έλεγαν ότι αύριο είναι “Thessaloniki Day”, είχαμε πολλούς, πολλούς ανθρώπους: 200, 300, είναι πιθανό να είχαμε 400 άτομα. Φαντάζομαι ότι ίσως τους έφερναν από τη Θεσσαλονίκη ή μακρινές πόλεις», λέει ο Πωλ.

«Εάν δεν μπορείς να αναπνεύσεις, μην έρχεσαι»

Οι μαρτυρίες των δύο προσφύγων αποκαλύπτουν σκηνές έντονης και συστηματικής βίας, τόσο κατά τη διάρκεια των επαναπροωθήσεων όσο και μέσα στο ίδιο το Τμήμα Συνοριοφυλακής Φύλαξης Τυχερού.

«Έλεγα στον εαυτό μου ότι εντάξει, είναι η δουλειά τους. Μπορεί να αναγκάζονται να κάνουν αυτή τη δουλειά επειδή δεν έχουν άλλη», εξηγεί ο Νέιθαν. «Αλλά γιατί πρέπει να είσαι έτσι; Αν η δουλειά σου είναι να μεταφέρεις, να επαναπροωθείς ανθρώπους, απλά κάντο. Γιατί τόση επιθετικότητα και βία;».

Σε ένα περιστατικό, από ένα φορτηγό ακούγονταν χτυπήματα. Ένας αστυνομικός άνοιξε και ρώτησε ήρεμα ποιος χτυπά την πόρτα. Ένα αγόρι 16–17 ετών, «με σπαστά αγγλικά, είπε εγώ χτυπούσα την πόρτα, κύριε, δεν μπορώ να αναπνεύσω».

Σύμφωνα με τον Νέιθαν, ο συνοριοφύλακας τον έβγαλε έξω λέγοντάς του να μην ανησυχεί. «Και το αγόρι βγήκε από το φορτηγό, ήταν ένα μικρό αγόρι. Ένα παιδί. Και ο αστυνομικός άρχισε να το χτυπά με τη λαβή ενός κουπιού. Και ενώ ο αστυνομικός τον χτυπούσε, έλεγε: εάν δεν μπορείς να αναπνεύσεις, μην έρχεσαι εδώ, ξανά και ξανά».

Σε άλλη περίπτωση, είπαν ο Νέιθαν και ο Πωλ, δύο συνοριοφύλακες έφεραν μέσα στο Τμήμα έναν άνδρα. Ο ένας από τους συνοριοφύλακες κρατούσε γκλομπ. Τον κλωτσούσαν, τον χτυπούσαν, και όταν έκλεισε η πόρτα μπορούσαν ακόμα να ακούσουν τα χτυπήματα. «Στην αρχή φώναζε, αλλά μετά από μερικά λεπτά, δεν ακούγαμε τίποτα».

Οι δύο πρόσφυγες περιγράφουν επίσης περιστατικό με γυναίκα από χώρα της υποσαχάριας Αφρικής, η οποία ήταν έγκυος, δεν μπορούσε να περπατήσει, είχε ισχυρούς πόνους και ζητούσε να δει γιατρό. «Χρειάζεστε γιατρό;», απάντησαν οι συνοριοφύλακες. «Στην Τουρκία έχει πολύ καλούς γιατρούς, θα πάτε και θα δείτε πολύ καλούς γιατρούς».

Είπαν, επίσης, ότι οι συνοριοφύλακες αφαιρούσαν όλα τα χρήματα και τα κινητά από τους πρόσφυγες που επαναπροωθούσαν. Η μαρτυρία τους επιβεβαιώνει παλαιότερη έρευνα του Solomon, σε συνεργασία με την ισπανική εφημερίδα El País, η οποία έδειχνε ότι μεταξύ 2017–2022 είχαν αφαιρεθεί πάνω από 2,2 εκατ. ευρώ από ανθρώπους που επαναπροωθήθηκαν στον Έβρο.

Άκαρπες αυτοψίες σε Τμήματα

Όσο βρίσκονταν εκεί ο Νέιθαν και ο Πωλ, ήταν, παραδέχονται, «φαντάσματα». Δεν καταγράφηκαν, δεν πήραν τα αποτυπώματά τους. Δεν βγήκαν ποτέ στο χωριό.

«Όταν φτάνεις, δεν τους νοιάζει το όνομά σου. Δεν τους νοιάζει τίποτα σχετικά με την ταυτότητά σου», λέει ο Πωλ. Πρέπει απλώς να εκτελέσεις τα καθήκοντά σου και τα ερωτήματα έρχονται όταν οι 100 μέρες φτάνουν στο τέλος τους. Υπήρξε μια στιγμή ωστόσο, υποστηρίζουν, που χρειάστηκε να «εξαφανιστούν» και οι ίδιοι από τον χώρο του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Τυχερού.

Οι συνοριοφύλακες έλαβαν γνώση πως μια επιτροπή επρόκειτο να επισκεφθεί το Τμήμα. Είπαν στον Νέιθαν, τον Πωλ και τους υπόλοιπους πως θα πρέπει να πετάξουν οτιδήποτε είχαν στο κελί τους και θα παρέμεναν κάπου στο δάσος για τρεις-τέσσερις μέρες. 

Όταν επέστρεψαν στο Τμήμα, διαπίστωσαν πως οι τοίχοι του δωματίου τους είχαν βαφτεί, ώστε να μην φαίνεται οποιοδήποτε μήνυμα. 

Το Solomon επιβεβαίωσε ότι, το ίδιο διάστημα, το Τυχερό είχε επισκεφθεί αντιπροσωπεία της Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CPT), ενός ανεξάρτητου οργάνου που πραγματοποιεί αυτοψίες σε χώρους κράτησης. Η αντιπροσωπεία δεν κατάφερε να εντοπίσει στο Τυχερό πολίτες τρίτων χωρών.

Στη διάθεση του Solomon βρίσκονται τα πρακτικά από αντίστοιχες αυτοψίες, που διενήργησαν περίπου ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούλιο του 2023, αξιωματικοί της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ στα Τμήματα Συνοριακής Φύλαξης Διδυμοτείχου και Ορεστιάδας.

Οι αυτοψίες έλαβαν χώρα ύστερα από αναφορά αντίστοιχων περιπτώσεων, εξαναγκασμού προσφύγων να υποστηρίζουν τις επαναπροωθήσεις, στα συγκεκριμένα Τμήματα. Στα πρακτικά καταγράφονται αναλυτικά οι χώροι των Τμημάτων που επισκέφθηκαν οι αξιωματικοί. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν εντοπίστηκαν πολίτες τρίτων χωρών.

«Καταλαβαίνουν πως είναι συμπατριώτες τους»

Όσα δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ, αποτυπώνονται ως ευρήματα βασισμένα σε μαρτυρίες φερόμενων θυμάτων, στις τρεις ετήσιες εκθέσεις του Μηχανισμού Καταγραφής Περιστατικών Άτυπων Επιστροφών (2022, 2023, 2024), που λειτουργεί υπό την εποπτεία της ΕΕΔΑ.

Ο Ηλίας Τσαμπαρδούκας, επόπτης του Μηχανισμού, εξήγησε στο Solomon πως το φαινόμενο συναντάται σε μαρτυρίες που αφορούν περιστατικά στον Έβρο, και καταγράφεται κατά βάση κατά το στάδιο της απομάκρυνσης. «Είτε ένστολοι μεταφέρουν και παραδίδουν τα φερόμενα θύματα στους απομακρυντές, που είναι πολίτες τρίτων χωρών, είτε η διαδικασία της απομάκρυνσης γίνεται παρουσία ενστόλων», είπε ο κ. Τσαμπαρδούκας. 

Εξήγησε πως, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα φερόμενα θύματα είπαν πως καταλάβαιναν ότι επρόκειτο για συμπατριώτες τους λόγω της γλώσσας, και της προσπάθειας να τους υποδείξουν συμπεριφορές που δεν θα δυσχεράνουν τη θέση τους.

Επιβεβαιώνει και η Frontex

Τα στοιχεία επιβεβαιώνει και εσωτερική έκθεση της Ευρωπαϊκής Ακτοφυλακής και Συνοριοφυλακής (Frontex).

Στην έκθεση γίνεται αναφορά σε «ξένους παραστρατιωτικούς» σε περιστατικό τον Ιούνιο του 2023. Όπως αναφέρεται, μια ομάδα 61 ανθρώπων, κατά βάση Τούρκων, εντοπίστηκε από τρεις αστυνομικούς που πλαισιώνονταν από μασκοφόρους που έφεραν μαχαίρια, οι οποίοι τους χτύπησαν, τους λήστεψαν, και τους επέστρεψαν στην Τουρκία. 

Αφού εντοπίστηκαν από τις τουρκικές Αρχές, αρκετοί εξ αυτών κατέληξαν σε τουρκικές φυλακές. Αποτυπώνεται επίσης σε μαρτυρία που κατέγραψε τον Οκτώβριο του 2023 διεθνής οργανισμός, και την οποία εξασφάλισε το Solomon.

Στη μαρτυρία του, ένας άνδρας από το Πακιστάν υποστηρίζει πως, αφού εντοπίστηκε στα σύνορα από Έλληνες συνοριοφύλακες την άνοιξη του 2023, του προτάθηκε να «δουλέψει μαζί τους» για τρεις μήνες στο Τυχερό, προκειμένου να αποφύγει την επαναπροώθησή του στην Τουρκία.

Ο άνδρας ανέφερε ακόμη πως, όταν υπήρχε ενημέρωση για επικείμενη αυτοψία στο Τμήμα, οι πρόσφυγες που κρατούνταν εκεί μεταφέρονταν στο δάσος. Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι ίδιοι αναγκάζονταν να αναζητούν το φαγητό της ημέρας τους ανάμεσα στα αντικείμενα που είχαν αφαιρεθεί από πρόσφυγες οι οποίοι επρόκειτο να επαναπροωθηθούν.

Υπέδειξε επίσης τον ίδιο αριθμό προσφύγων που κρατούνταν παράλληλα στο Τυχερό — έξι — όπως είχαν αναφέρει και ο Νέιθαν με τον Πωλ. Υποστήριξε ακόμη πως οι συνοριοφύλακες έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα χρήματα και τα κινητά τηλέφωνα των προσφύγων που επαναπροωθούσαν.

Τι υποστήριξαν οι συνοριοφύλακες

Ο εξαναγκασμός πολιτών τρίτων χωρών να συμμετάσχουν στις επαναπροωθήσεις υποστηρίζεται και από Έλληνες συνοριοφύλακες.  

Τον Μάιο του 2023, πέντε συνοριοφύλακες που υπηρετούσαν στον Έβρο συνελήφθησαν, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για διευκόλυνση εισόδου πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα. Οι ίδιοι υποστηρίζουν πως συμμετείχαν στις επαναπροωθήσεις στην περιοχή του Έβρου (τις οποίες ονομάζουν «αποτροπές»). Στην απολογία του, ο ένας εξ αυτών υποστηρίζει πως ήταν ο ίδιος που εφήρμοσε, τον Απρίλιο του 2020, τη χρήση προσφύγων στις επαναπροωθήσεις για πρώτη φορά. 

Ο συγκεκριμένος συνοριοφύλακας θεωρείτο ο αρχηγός μιας ειδικής ομάδας, που συγκροτήθηκε για την αντιμετώπιση της μετανάστευσης. Υποστηρίζει πώς μετά τα γεγονότα στις Καστανιές του Έβρου τον Μάρτιο του 2020, όταν χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην τουρκική πλευρά των συνόρων επιχειρώντας να εισέλθουν στην Ελλάδα, και λόγω των επαφών που ο ίδιος διατηρούσε με πληροφοριοδότες στην Τουρκία, του ζητήθηκε να επιληφθεί για την χρήση πολιτών τρίτων χωρών που θα μπορούσαν να συνδράμουν τις επαναπροωθήσεις.

Στις καταθέσεις του, που εξέτασε το Solomon, περιγράφει πως αρχικά επιλέχθηκαν Πακιστανοί για να κάνουν τη συγκεκριμένη δουλειά, στη συνέχεια Σύροι. Εν συνεχεία, υποστηρίζει, δεν είχε ο ίδιος αρμοδιότητα για τον επιστράτευσή τους, καθώς το ανέλαβε κεντρικά η υπηρεσία.

Διαψεύδει ο Υποδιευθυντής Ορεστιάδας

Στη δική του κατάθεση, ο Αστυνομικός Υποδιευθυντής Ορεστιάδας, Θανάσης Μανταρλής, διαψεύδει τους ισχυρισμούς του συνοριοφύλακα.

«Δεν υπάρχει διαταγή για την σύσταση της συγκεκριμένης Ειδικής Ομάδας από την Διεύθυνση Αστυνομίας Ορεστιάδας», ανέφερε ο Μανταρλής. Ο κ. Μανταρλής υποστήριξε, επίσης, ότι δεν χρησιμοποιούνται αλλοδαποί κατά τη διαδικασία αποτροπής εισόδου πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα.

Οι αξιωματικοί του Εσωτερικών Υποθέσεων, που διεξήγαγαν την έρευνα, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως δεν θα μπορούσαν να έχουν συμβεί μαζικές επαναπροωθήσεις στον Έβρο, καθώς θα είχαν καταγραφεί από το σύστημα επιτήρησης των συνόρων. 

Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος συνοριοφύλακας υποστηρίζει πως λαμβανόταν μέριμνα ώστε οι επαναπροωθήσεις να πραγματοποιούνται σε «τυφλά» σημεία, εκτός του πεδίου του συστήματος επιτήρησης. «Τα σημεία αυτά είναι πάρα πολλά και τροποποιούνται κάθε ημέρα», υποστήριξε. 

«Επιλέγονταν σημεία με πυκνή βλάστηση για να μην τα πιάνουν οι κάμερες».

Προσφυγή για τον θάνατο του αδερφού του

Η χρήση πολιτών τρίτων χωρών στις επαναπροωθήσεις περιγράφεται και σε προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που κατέθεσε 31χρονος Σύριος, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στη Γερμανία.

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, τον Ιούλιο του 2022 πέρασε μαζί με τον αδερφό του και άλλους πρόσφυγες από την Τουρκία στην Ελλάδα, στην περιοχή του Έβρου, με σκοπό να ζητήσουν διεθνή προστασία. Κατά τη διαδρομή, ο αδερφός του άρχισε να καταρρέει. «Δεν μπορούσε να περπατήσει και έχανε τις αισθήσεις του», αναφέρεται στην προσφυγή.

Καθώς αδυνατούσαν να συνεχίσουν, κάλεσαν το 112 δίνοντας το γεωγραφικό τους στίγμα. Σύμφωνα με την κατάθεση, που εξέτασε το Solomon, τα δύο αδέρφια έφτασαν σε σημείο που τους υπέδειξε η Αστυνομία Ορεστιάδας, ζητώντας να μεταφερθούν σε νοσοκομείο. Αντί γι’ αυτό, υποστηρίζεται, στο σημείο έφτασε «ένα κλειστό βαν σκούρου χρώματος με δύο άνδρες αστυνομικούς που φορούσαν μαύρη στολή και μάσκες».

Τους μετέφεραν σε χώρο κράτησης, όπου, σύμφωνα με την προσφυγή, τους αφαίρεσαν τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα. Η κατάσταση της υγείας του αδερφού επιδεινωνόταν συνεχώς. Ενώ μεταφέρονταν μαζί με άλλους πρόσφυγες μέσα σε βαν, ο αδερφός ξεψύχησε.

Στην προσφυγή γίνεται επίσης αναφορά σε «μια ομάδα που μεταξύ τους οι Σύριοι ονομάζουν “μισθοφόρους”», αποτελούμενη, όπως υποστηρίζεται, από αραβόφωνους άνδρες με καλυμμένα πρόσωπα, οι οποίοι «λειτουργούσαν υπό τις εντολές των ελληνικών αρχών και εκτελούσαν τα διαδικαστικά της επαναπροώθησης».

Σύμφωνα με την ίδια καταγγελία, δύο άτομα από την ομάδα αυτή πλησίασαν τον 31χρονο και τον προειδοποίησαν να μην αφήσει τη σορό του αδερφού του, γιατί «θα πεταχθεί στο ποτάμι», ενώ τον απείλησαν ότι κινδυνεύει και ο ίδιος αν δεν παραμείνει υπάκουος.

Ο προσφεύγων αναφέρει ότι επαναπροωθήθηκε στην Τουρκία, πέρασε ξανά στην Ελλάδα και επαναπροωθήθηκε εκ νέου, πριν τελικά φτάσει στη Γερμανία, από όπου και προσέφυγε στη Δικαιοσύνη.

Η Μαριάννα Τζεφεράκου, δικηγόρος της οργάνωσης Refugee Support Aegean (RSA), η οποία χειρίζεται την υπόθεση, δήλωσε στο Solomon ότι ο νεαρός άνδρας κατέθεσε μήνυση ενώπιον των εισαγγελικών αρχών στην Ελλάδα, παρουσιάζοντας όλα τα περιστατικά.

Ωστόσο, παρότι προέκυπταν «σημαντικά αντικειμενικά στοιχεία, όπως οι τηλεφωνικές επικοινωνίες των αδελφών με το 112 και τα επιβεβαιωμένα γεωγραφικά στίγματά τους», οι ελληνικές εισαγγελικές αρχές αρχειοθέτησαν τη μήνυση ως αβάσιμη.

Γι’ αυτό η οικογένεια προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

«Η κλήση στο 112, αντί να οδηγήσει στη διάσωση ενός ανθρώπου, όπως όφειλε, κατέληξε να αποτελεί μέρος μιας απάνθρωπης επιχείρησης εξαφάνισης και επαναπροώθησης, από τις ελληνικές αρχές, ζωντανών και νεκρού ανθρώπου, κατέληξε η κ. Τζεφεράκου.

«Θα ήθελα ο κόσμος να γνωρίζει»

Ο Νέιθαν και ο Πωλ είπαν πως, όταν συμπληρώθηκαν οι 100 ημέρες, οι συνοριοφύλακες τους είπαν πως είχε έρθει πια η ώρα να πάρουν τα δακτυλικά τους αποτυπώματα. 

Εσωτερικά του Τμήματος υποστηρίζουν πως υπήρχε ένας χώρος, όπου βρίσκονταν δεκάδες ή και εκατοντάδες κινητά τηλέφωνα. Έφεραν ένα χαρτί, κάπως «παλιομοδίτικο» όπως το χαρακτήρισαν, με μαύρο μελάνι, και το ακουμπούσαν στις παλάμες τους παίρνοντας ένα-ένα τα δάχτυλά τους.

Ο Νέιθαν λέει ότι του είπαν πως είχε δέκα λεπτά να πάρει τα όποια πράγματά του. Από ένα χρηματοκιβώτιο, στο οποίο υπήρχαν πολλά τηλέφωνα, του έδωσαν ένα κινητό. «Μου είπαν να μπω στο βαν. Με πήγαν σε μια στάση λεωφορείου στην πόλη, στο Τυχερό. Και μου είπαν ότι μπορούσα να αγοράσω εισιτήριο». Αγόρασε ένα εισιτήριο για την Αλεξανδρούπολη και στη συνέχεια έφτασε στη Θεσσαλονίκη.

Και οι δύο μέσα σε δύο μέρες είχαν φύγει από τη χώρα. Από την Ελβετία, όπου έδωσαν την μαρτυρία τους, ο Πωλ λέει πως «πραγματικά θα ήθελα αυτό να δημοσιευτεί μια μέρα, και θα ήθελα ο κόσμος πραγματικά να γνωρίζει».

«Χτυπούσαν ανθρώπους», συμπλήρωσε. «Βασάνιζαν ανθρώπους. Προσέβαλαν ανθρώπους. Κακοποιούσαν ανθρώπους σεξουαλικά. Λήστευαν ανθρώπους. Έπαιρναν όλα τα προσωπικά αντικείμενα από ανθρώπους, το διαβατήριό τους, τα χρήματά τους, την αξιοπρέπειά τους. Γύμνωναν ανθρώπους».

«Αυτό είναι που είδα», κατέληξε. «Και θα ήθελα ο κόσμος να το ακούσει. Αυτό που έχω δει εκεί θα ζει πάντα μέσα μου».

ΠΗΓΗ