![]() |
| © Dreamstime.com |
Αδειες στα ιδιωτικά «ΑΕΙ»: Μνημείο αυθαιρεσίας
Τα έργα και οι ημέρες της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) σε σχέση με τα περιώνυμα παραρτήματα ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν έχουν τέλος και συνεχίζουν να προκαλούν σοκ και δέος. Οπως αποκαλύπτει η «Εφ.Συν.», η ΕΘΑΑΕ, πριν από μερικές ημέρες, έστειλε στο ΣτΕ -εν είδει απάντησης σε εναντίον της προσφυγές που θα εκδικαστούν στις 6 Φεβρουαρίου- μια έκθεση-μνημείο αυθαιρεσίας, προχειρότητας, εξευτελισμού του θεσμικού πλαισίου αλλά και γελοιοποίησης του ίδιου του ρόλου της στη σκανδαλώδη υπόθεση αδειοδότησης των ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Η «Εφ.Συν.» έχει στη διάθεσή της τις «Απόψεις της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης», όπως επιγράφεται η απάντηση στο ΣτΕ, οι οποίες θα εξεταστούν από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο και θα αντιπαρατεθούν με ισχύουσες νομολογίες και επιχειρήματα κορυφαίων νομικών της χώρας τον επόμενο μήνα. Γιατί την αποκαλούμε έκθεση; Πώς αλλιώς να χαρακτηριστεί ένα κείμενο με «απόψεις» (sic) για όσα έχουν συμβεί ή όχι, για όσα έχει πράξει ή όχι και γενικότερα για όσα προβλέπονται ή δεν προβλέπονται στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας;
Μερικές από τις «απόψεις», τις οποίες, παρ' όλα αυτά, παρουσιάζει ως θέσφατα, είναι:
● Η ΕΘΑΑΕ δεν πιστοποιεί προγράμματα σπουδών αλλά «υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης» με σκοπό «τη διαβεβαίωση ότι ένας φορέας συμμορφώνεται με τα ελάχιστα κριτήρια ποιότητας της Αρχής».
● Οι πιστοποιήσεις της ΕΘΑΑΕ δεν συσχετίζονται με κανέναν τρόπο με τις πιστοποιήσεις του έτερου και συναρμόδιου ΕΟΠΠΕΠ για την αδειοδότηση. Κατά την «άποψή» της, «οι πιστοποιήσεις του ΕΟΠΠΕΠ αφορούν την άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας και όχι την πιστοποίηση». Τι κι αν στον νόμο όλα τα στάδια εντάσσονται στο ίδιο και ενιαίο πλαίσιο της αίτησης για τη χορήγηση άδειας; Τι κι αν ακόμα και ο ίδιος ο αρμόδιος υφυπουργός Παιδείας -έστω προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο- είχε μιλήσει για δύο φάσεις αδειοδότησης, με πρώτη την «έγκριση της άδειας» και δεύτερη «την πιστοποίηση από ΕΘΑΑΕ και ΕΟΠΠΕΠ»; Η Ανεξάρτητη Αρχή ξέρει καλύτερα απ' όλους. Και μάλλον δεν είχε προλάβει να ενημερώσει τον υφυπουργό.
● Η ΕΘΑΑΕ καταργεί, ουσιαστικά, την υποχρέωση ύπαρξης αναγνωρισμένων προγραμμάτων σπουδών από τα ξένα ιδρύματα, προχωρώντας σε νέα νομολογία (!), παρά τον γνωστό και ψηφισμένο από τη Βουλή ιδρυτικό νόμο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια (ν. 5094/2024, γνωστό και ως νόμο Πιερρακάκη). «Πουθενά ισχύουσα νομοθεσία δεν απαιτεί την έκδοση πράξης αναγνώρισης προγραμμάτων σπουδών που προτείνονται από τα ΝΠΠΕ», ενημερώνει η ΕΘΑΑΕ το ΣτΕ. Και εξηγεί: «Η αναφορά του νόμου σε προγράμματα σπουδών που έχουν αναγνωρισθεί από το μητρικό ίδρυμα προφανώς [;] έχει το νόημα ότι το μητρικό ίδρυμα υιοθετεί και προσφέρει διά του παραρτήματός του στην Ελλάδα τα οικεία προγράμματα σπουδών».
Αν δεν ήταν σοβαρό το θέμα, θα ήταν για πολλά γέλια. Δυστυχώς, όμως (ή να πούμε κι εμείς «προφανώς»;), αποτελεί ντροπή. Μεγάλη ντροπή.
Σε οχτώ σελίδες, λοιπόν, η Εθνική μας Αρχή για την Ανώτατη Εκπαίδευση ξεπετάει τις δικαιολογίες της για τον ρόλο που διαδραμάτισε σε μία από τις πιο σκανδαλώδεις θεσμικές διαδικασίες στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Με τρόπο τρομακτικά γελοίο και ταυτόχρονα επικίνδυνο. Για τη λειτουργία των θεσμών στη χώρα, για την επιβολή πολιτικών αποφάσεων, την εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων και, το πιο σοβαρό, για τα νέα παιδιά που παραπλανημένα οδηγούνται σε ένα αδιέξοδο σπουδών και αποκατάστασης το οποίο θα διαπιστώσουν όταν θα είναι πολύ αργά. Οταν θα βγουν στην αγορά ή όταν θελήσουν να πάνε στην Αγγλία για να ζητήσουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος.
Αναλυτικά, τα πιο σημαντικά σημεία (χωρίς συντακτικές και γραμματικές διορθώσεις):
Α) Για την πιστοποίηση:
«Αντικείμενο της αρμοδιότητας της Αρχής μας σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 4 ν.5094/2024 είναι η αξιολόγηση και πιστοποίηση της ποιότητας των υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης που παρέχονται στο πλαίσιο ων προτεινόμενων σπουδών. Πρόκειται, λοιπόν, για μια αξιολόγηση εκπαιδευτικών υπηρεσιών, όπως αυτές περιγράφονται στην πρόταση των αιτούντων φορέων, σύμφωνα με κριτήρια, ποσοτικά και ποιοτικά, τα οποία είναι εκ των προτέρων καθορισμένα, δημοσιευμένα και διεθνώς αποδεκτά».
Και επεξηγεί: «Οπως ορίζει το άρθρο 9 ν. 4653/2020 (σ.σ. ιδρυτικός νόμος της ΕΘΑΑΕ), «σκοπός της πιστοποίησης είναι η παροχή διαβεβαίωσης ότι ένα ίδρυμα, μια επιμέρους ακαδημαϊκή μονάδα, ένα πρόγραμμα σπουδών ή ένα εσωτερικό σύστημα διασφάλισης ποιότητας συμμορφώνεται με τα ελάχιστα κριτήρια ποιότητας που θέτει η ΕΘΑΑΕ, τα οποία είναι εναρμονισμένα με τις αρχές και κατευθυντήριες οδηγίες του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπως ισχύουν».
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν προγράμματα σπουδών, όπως τουλάχιστον προβλέπεται από τη νομολογία τόσο για τα ελληνικά ΑΕΙ όσο και για τα ΝΠΠΕ. Υπάρχουν υπηρεσίες. Και αυτές, σύμφωνα με την επίκληση (μόνο) του νόμου για την ΕΘΑΑΕ, απλώς παίρνουν μια διαβεβαίωση για τα στοιχειώδη.
Β) Για τη διαφάνεια των διαδικασιών:
«Η διαδικασία πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών των ΝΠΠΕ διενεργήθηκε από την ΕΘΑΑΕ με πλήρη τήρηση των όρων που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία και απόλυτη αντικειμενικότητα και αμεροληψία, οι δε ΕΕΑΠ στελεχώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 13 ν.4653/2020 με κορυφαίους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, καθηγητές πανεπιστημίων της αλλοδαπής».
Τι άλλο χρειάζεται να αναφέρει; Τις αποκαλύψεις για τη διαπλοκή των σχέσεων ελεγκτών-ελεγχόμενων που μοιάζει με λαβύρινθο; Επισημαίνει δε: «Οι κίνδυνοι που επικαλούνται οι δυο αιτούντες ουδεμία σχέση έχουν με τις προσβαλλόμενες πράξειες. Και τούτο διότι η αρμοδιότητα πιστοποίησης ενός νέου Προγράμματος Σπουδών αφορά, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις, αποκλειστικά την επιστημονική αξιολόγηση της παρεχόμενης εκπαίδευσης».
Αλλωστε, όπως πολλάκις αναφέρει στην έκθεση, άλλο πράγμα η αδειοδότηση κι άλλο η πιστοποίηση.
Γ) «Τα δικαιολογητικά και οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 137 παρ.1 (σ.σ. για τα ελεγχόμενα από τον ΕΟΠΠΕΠ) αποτελούν τμήμα του φακέλου αδιεοδότησης (και όχι του φακέλου πιστοποίησης του προγράμματος σπουδών), ενώ επίσης και η γνωμοδότηση του ΕΟΠΠΕΠ απαιτείται από το άρθρο 139 ν.5094/2024 για τη χορήγηση της άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας».
Θεωρεί λεπτομέρεια, προφανώς, ότι ο ίδιος νόμος (άρθρο 138) για τα «Απαιτούμενα δικαιολογητικά» αναφέρει ότι: «Η αίτηση για χορήγηση άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας παραρτήματος της παρ. 1 του άρθρου 139 συνοδεύεται από δύο (2) υποφακέλους». Είναι προφανές, προφανώς!
Δ) Για την αναγνώριση των Π.Σ. από τα ξένα ιδρύματα:
«Κατά μείζονα λόγο, ο λόγος (σ.σ. ακυρώσεως) είναι και προδήλως αβάσιμος, διότι πουθενά η ισχύουσα νομοθεσία δεν απαιτεί την έκδοση "πράξης αναγνώρισης" των προγραμμάτων σπουδών που έχουν αναγνωρισθεί από το μητρικό ίδρυμα (άρθρο 145 παρ. 1 και 2) και σε προσφερόμενα αναγνωρισμένα από το μητρικό Ιδρυμα προγράμματα σπουδών (άριρο 138 παρ. 1 και 3) προφανώς έχει το νόημα ότι το μητρικό ίδρυμα υιοθετεί και προσφέρει διά του Παραρτήματός του στην Ελλάδα τα οικεία προγράμματα σπουδών.» Να τη η προφανής νέα ερμηνεία του νόμου ή και νέα διάταξη. Το ξένο ίδρυμα εν λευκώ υιοθετεί Π.Σ., εν λευκώ προσφέρει Π.Σ. και τα παραρτήματα εν λευκώ λειτουργούν.
Υπάρχει και δικαιολογία: «Αυτό διασφαλίστηκε με την εκπαιδευτική συμφωνία με τα μητρικά ιδρύματα που προσκομίσθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης καθώς και την πρόταση των προγραμμάτων σπουδών από τα παραρτήματα των μητρικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα. Ουδεμία πράξη αναγνώρισης προβλέπεται».
Σ' αυτό το σημείο, πολλοί νομικοί θα μπορούσαν ν' αφήσουν τα μολύβια κάτω. Τι να κάνουν μπροστά σε μια «εκπαιδευτική συμφωνία» που προβλέπει ό,τι θέλει όποιος θέλει;


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου