20 Οκτωβρίου 2021

Δίωξη κατά Μπογιόπουλου: Διεκδικώντας να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους

Στις 21 Οκτωβρίου δικάζεται η αντικομμουνιστική δίωξη της Ένωσης Αποστράτων σε βάρος του δημοσιογράφου Νίκου Μπογιόπουλου.


 
 
Περπατώντας στο πλακόστρωτο της πλατείας Μπέμπελπλατς, όπου χιλιάδες μέλη των Ες-Ες και της Χιτλερικής Νεολαίας έκαψαν το Μάη του 1933 περίπου 200 χιλιάδες βιβλία για τον «εξαγνισμό της γερμανικής γλώσσας και λογοτεχνίας», τα μάτια των επισκεπτών μαγνητίζει η αναμνηστική πλάκα με το προφητικό απόσπασμα από το θεατρικό έργο «Άλμανσορ» του Γερμανοεβραίου ριζοσπάστη ποιητή, εμπνευσμένου από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, Χάινριχ Χάινε: «Αυτό δεν ήταν παρά ένα προοίμιο, εκεί όπου καίνε βιβλία, στο τέλος θα κάψουν επίσης και ανθρώπους».

Το παραπάνω, που αναφερόταν στο κάψιμο του Κορανίου στη Γρανάδα το οποίο ακολούθησε το κάψιμο Μουσουλμάνων και Εβραίων τον 16ο αιώνα, εκπληρώθηκε και στα ίδια τα γραπτά του Χάινε που μισήθηκαν όσο λίγα από τους Ναζί και τη φυλλάδα τους, τον «Εθνικό Παρατηρητή».

Το κάψιμο ιδεών και ανθρώπων είναι ένα χαρακτηριστικό που ιστορικά «τιμήθηκε» επανειλημμένα από τους φασίστες και τους υμνητές τους, όπως και το απόφθεγμα του Ισπανού ποιητή Μιγέλ ντε Ουναμούνο: «Αυτό που οι φασίστες μισούν πάνω απ’ όλα, είναι η ευφυΐα».

Έχοντας τα παραπάνω στο μυαλό μας, αξίζει να διαβάσουμε εκ νέου την εξώδικη δήλωση της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού (ΕΑΑΣ) σε βάρος του κομμουνιστή δημοσιογράφου Ν. Μπογιόπουλου, αφού πρώτα σημειώσουμε πως το επίμαχο ντοκουμέντο έχει αφαιρεθεί από την ιστοσελίδα της ΕΑΑΣ. Εκεί η ένωση κάνει λόγο «υβριστικούς και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς» εκ μέρους του δημοσιογράφου, όπως και για «ψευδείς και παραποιημένους ισχυρισμούς περί μειωτικών για εμάς γεγονότων αντίθετων προς την αντικειμενική πραγματικότητα», σχετικά με αναφορές του Ν. Μπογιόπουλου στην εκπομπή που διατηρούσε στον ραδιοφωνικό σταθμό Real FM 97,8.

Μάλιστα το εξώδικο στρέφεται τόσο κατά του σταθμού, όσο και του υπεράνω υποψίας συμπαρουσιαστή του, Μανώλη Κοττάκη, ο οποίος σύμφωνα με την ΕΑΑΣ «αντί να αντιδράσει όπως είχε υποχρέωση να πράξει από την δημοσιογραφική του δεοντολογία μπροστά στον καταιγισμό των ύβρεων, των συκοφαντιών και των ψευδολογιών τήρησε ανεπίτρεπτα σιωπή».

Οι μηνυτές ζητούν 70.000 ευρώ για «ηθική βλάβη», δηλαδή οικονομική εξόντωση του δημοσιογράφου, με αφορμή πως δήθεν τους απέδωσε «ψευδείς και ανυπόστατες ενέργειες, ότι δηλαδή οργανώνουμε ‘γιορτές μίσους’, ότι αποκαλούμε τον εμφύλιο της εποχής εκείνης ως πόλεμο ‘κατά των ληστοσυμμοριτών’, ότι τέλος επιδεικνύουμε φασιστική νοοτροπία, ότι είμαστε φασίστες και ότι παραβαίνουμε τον νόμο».

Ωστόσο οι αναφορές της ΕΑΑΣ σε «κομμουνιστοσυμμορίττες» είναι δημόσιες, ακόμα και μέσα από την επίσημη εφημερίδα της, «Εθνική Ηχώ». Το ίδιο και οι τακτικές επαφές της με εκπροσώπους της νεοναζιστικής «Χρυσής Αυγής». Διόλου περίεργο, αν σκεφτεί κανείς πως η ΕΑΑΣ ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά ως «Ένωσις Ελλήνων Αποστράτων Αξιωματικών» (ΕΕΑΑ), ενώ αναδιαρθρώθηκε κατά την δικτατορία των Απριλιανών.

Το σημαντικό είναι ότι από το 1975 αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο υπάγεται στο υπουργείο Άμυνας δια του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Το τελευταίο εκθέτει τόσο την κυβέρνηση και τον όψιμα «αντιφασίστα» αρμόδιο υπουργό, όσο και την ίδια τη σχέση κράτους-παρακράτους.

Η ίδια μάλιστα η προσπάθεια να δημιουργηθεί δεδικασμένο που να ποινικοποιεί τον όρο «φασίστας» ως «συκοφαντική δυσφήμιση» και όχι ως καθαρά πολιτική ορολογία, δεν είναι καθόλου καινούρια και υποκρύπτει εν δυνάμει εκλεκτικές συγγένειες. Προέρχεται από τη πολιτική μηνύσεων με την οποία νεοφασίστας ηγέτης του «Εθνικού Κόμματος» Ζαν-Μαρί Λεπέν κατόρθωσε να απαγορεύσει στο γαλλικό Τύπο να τον αναφέρει ως «ρατσιστή», με προσωπικότητες της εποχής να υπογράφουν από κοινού ότι «θα εξακολουθούν να λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Ο Ζαν-Μαρί Λεπέν είναι ένας άνθρωπος της άκρας δεξιάς. Και το Εθνικό Μέτωπο είναι ένα κίνημα μισαλλόδοξο και ξενοφοβικό, ένα κόμμα της άκρας δεξιάς».

Η μέθοδος Λεπέν αντιγράφηκε πιστά πρώτα από το ΛΑΟΣ και στη συνέχεια από τη ναζιστική Χρυσή Αυγή, με ενδεικτικό παράδειγμα την παλαιότερη μήνυση εκ μέρους της δημοτικής της παράταξης (Ελληνική Αυγή) εναντίον μελών της Λαϊκής Συσπείρωσης Καλλιθέας με την αιτιολογία ότι σε ανακοίνωση της δεύτερης η φασιστική και ρατσιστική «Ελληνική Αυγή», αναφερόταν ως… φασιστική και ρατσιστική. Σε άλλη περίπτωση το 2012, ο τότε βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Στρατούλης είχε δεχτεί μήνυση για «συκοφαντική δυσφήμιση», καθώς είχε αποκαλέσει την πλέον καταδικασμένη ως εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, ως «σπείρα εγκληματιών». Αντίστοιχες μηνύσεις έχουν γίνει στο παρελθόν από τη Χρυση Αυγή κατά του Σωτήριου Ζαριανόπουλου του ΚΚΕ, του Θανάση Κούρκουλα της ΔΕΑ (Διεθνιστική Εργατική Αριστερά), του Σάββα Mιχαήλ του ΕΕΚ (Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα) κα.

Αξίζει να αναφερθεί πως στη δίκη για το αντισημιτικό του βιβλίο, ο λεγόμενος θεωρητικός του εθνικοσοσιαλισμού στην Ελλάδα, Κώστας Πλεύρης, βάσισε σε μεγάλο βαθμό την υπεράσπισή του στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν αυτοπροσδιοριζόταν ως φασίστας, αλλά ως «Έλλην εθνικιστής». Ωστόσο λίγα χρόνια μετά ο ίδιος παραδεχόταν: «Έχω δηλώσει ξεκάθαρα ότι είμαι φασίστας, ότι θέλετε, δεν έχω όμως στο χέρι μου τη σβάστικα».

Ο φασισμός αφορά συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας σε μιλιταριστική και σοβινιστική βάση προς όφελος της καπιταλιστικής παραγωγής, ενώ συνδέεται ιστορικά με το κίνημα της αντεπανάστασης. Οποιαδήποτε απόπειρα αναγωγής ενός πολιτικού όρου σε «συκοφαντική δυσφήμιση», αποτελεί ιστορικό «ξέπλυμα» και ανοίγει επικίνδυνες οδούς ποινικοποίησης της αντιφασιστικής κριτικής και δράσης, όπως ήδη συμβαίνει σε μια σειρά χώρες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Το βασικό το ερώτημα πίσω από τη δίωξη Μπογιόπουλου είναι αν στην Ελλάδα, της οποίας ο λαός πλήρωσε έναν από τους μεγαλύτερους αναλογικά φόρους αίματος κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αντιφασισμός αποτελεί αδίκημα.

ΠΗΓΗ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου