24 Οκτωβρίου 2021

Για την απομυθοποίηση της πράσινης μετάβασης - Του Τάκη Νικολόπουλου*

Δεν αρκεί μια πράσινη βαφή που ξεθωριάζει γρήγορα. Πρέπει να χτιστούν νέοι μικροί κόσμοι

 
Η «πράσινη» μετάβαση, εάν δεν ξεκινάει «εκ των κάτω», κινδυνεύει να συνοδευτεί από νέες κοινωνικές ανισότητες στην πρόσβαση σ’ αυτήν, νέους κοινωνικούς αποκλεισμούς - παρότι επίσημα γίνεται λόγος για «δίκαιη μετάβαση».

Η κλιματική κρίση με τις γνωστές ορατές και ποικίλες πλέον αναμφισβήτητες συνέπειες αποτελεί μια διάσταση και μια όψη της συνολικής συστημικής κρίσης της βιόσφαιρας (ίσως την πιο εμφανή και άμεση). Επίσης, δεν αμφισβητείται πλέον σήμερα, μετά και την κρίση της πανδημίας, ότι οι κρίσεις, όσο κι αν διέπονται από έναν ιδιοσύστατο βαθμό αυτονομίας, δεν είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη, αλλά «συνεργάζονται», συνεξελίσσονται, αλληλοδρούν και αλληλοεξαρτώνται.

Συνιστούν τις άλλες όψεις του ίδιου προβλήματος, της ίδιας καπιταλιστικής (συμπεριλαμβανομένης και της σοσιαλκαπιταλιστικής) και μεγεθυνσιακής καταστροφής που παροξύνονται από τη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα των τελευταίων δεκαετιών, με τη δική της γενικευμένη ορθολογικότητα (διακυβέρνησης): «αγοραποίηση» (marketisation) των πάντων και ιδιωτικοποίηση, (υπερ)ανταγωνισμός και υπεραποδοτικότητα σε όλα τα επίπεδα με κύριο μοχλό την τεχνοκαινοτομία.

Ετσι οι συνέπειες τούτων δεν είναι μόνο οικοκλιματικές, οικονομικές, υγειονομικές και διατροφικές αλλά και κοινωνικές με ομολογούμενες πλέον -και από διεθνείς οργανισμούς- τερατώδεις ανισότητες, αποκλεισμούς, περιθωριοποίηση εκατομμυρίων αναλώσιμων ανθρώπων. Συνθέτουν εν ολίγοις μια γενικευμένη και καθολική συστημική κρίση, όπως είχαν μερικοί διαγνώσει εδώ και περίπου μια δεκαπενταετία (π.χ. Τ. Φωτόπουλος).

Υπ' αυτή την οπτική υποστηρίζουμε ότι μια κριτική της οικολογικής/κλιματικής κρίσης πρέπει να εγγράφεται ταυτόχρονα στην (και να περιλαμβάνει την) κριτική του κυρίαρχου περιβαλλοντιστικού-πράσινου λόγου, της κυρίαρχης τυπικής–συμβατικής οικονομικής «επιστήμης» (και της αντίστοιχης, ειδικότερα, περιβαλλοντικής οικονομίας), της άκριτης, ανεξέλεγκτης και «ιδιοτελούς» ανάπτυξης της τεχνικής/τεχνοκαινοτομίας, όπως και των κυρίαρχων κοινωνικών/παραγωγικών σχέσεων αλλά και του κυρίαρχου πολιτιστικού-αξιακού παραδείγματος (αγοραμεγεθυνσιακού, παραγωγιστικού και υπερκαταναλωτικού). Τούτο δεν υπήρξε άλλωστε και το καταστατικό εννοιολογικό περίγραμμα της πολιτικής οικολογίας (ή οικολογισμού) ως διεπιστημονικής και διαθεματικής (πολιτικής) φιλοσοφίας από τα τέλη της δεκαετίας του ’70;

Εκτοτε όμως περάσαμε από την πολιτική οικολογία στην αειφόρο ανάπτυξη (μεγέθυνση) και πλέον, πιο «καθαρά», στην πράσινη οικονομία-μεγέθυνση. Πράγματι, αντί της παραπάνω συνολικής (πολιτικής) οικοκριτικής, η κυρίαρχη πρόταση αντιμετώπισης (διεθνείς οργανισμοί, Ε.Ε., κράτη, ΜΜΕ, «υπεύθυνες» μεγαεπιχειρήσεις και mainstream οικονομoλόγοι) των καταστροφικών συνεπειών της κρίσης του «νέου κλιματικού καθεστώτος» συνίσταται (κατά τον B. Latour) στην από δεκαπενταετίας, τουλάχιστον, πολυσυζητημένη πράσινη ανάπτυξη / οικονομία εντασσόμενη -ως παραλλαγή ή μέρος αυτής- στην αμφιλεγόμενη και μάλλον παρατημένη πλέον σήμερα έννοια της αειφόρου ή βιώσιμης ανάπτυξης (ή «ελεγχόμενης» μεγέθυνσης), σε μια νέα πράσινη συμφωνία, σ’ ένα νέο (πράσινο) new deal για μια, ιδίως ενεργειακή, πράσινη μετάβαση.

Τούτη θα βασίζεται κυρίως στην κάθε άλλο παρά ουδέτερη και οικολογικά πλήρως «καθαρή» τεχνοεπιστήμη/καινοτομία με φιλοπεριβαλλοντικές-οικοαποδοτικές πράσινες τεχνοεφαρμογές (π.χ. ΑΠΕ, τεχνικές ενεργειακής αυτονομίας κτιρίων κ.ά.) σε μια νέα πράσινη μεγεθυνσιακή αγορά και πράσινου ανταγωνισμού, και στην περιβαλλοντική νομοθεσία και οικονομία (κρατικές επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις, κίνητρα κ.λπ., πράσινη αγορά, πράσινες επενδύσεις και πράσινη χρηματοοικονομία στο πλαίσιο ενός νέου «πράσινου ξεπλύματος»).

Κύριος μοχλός σ’ αυτή τη νέα διαδικασία θα είναι (και πάλι) το (φιλελεύθερο) περιβαλλοντικό ή πράσινο (όχι όμως οικολογικό/οικο-κοινωνικό και οικο-δημοκρατικό προς οικοδόμηση) κράτος (βλ. και παρακ.) το οποίο δεν (θα) αμφισβητεί (αντίθετα θα εξακολουθήσει να προωθεί με βασικό άξονα το κέρδος) ούτε την (ποσοτική) μεγέθυνση ούτε την («ελεύθερη» ανταγωνιστική και πράσινη τώρα) αγορά.

Ως προς την τελευταία ειδικότερα, και τον μύθο ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα ανταγωνιστικής ελεύθερης αγοράς, το κράτος θα συνεχίζει, όπως στις απαρχές του, να ενισχύει στο πλαίσιο της εξάρτησής του από μεγάλες επιχειρήσεις και το ιδιωτικό κεφάλαιο, βασικούς ενεργειοβόρους και καταστροφικούς για το περιβάλλον τομείς (αεροναυπηγική, αυτοκινητοβιομηχανία, τρένα υψηλών ταχυτήτων, ακόμα και αυτοματοποιημένα κ.ά.) και άλλες πράσινες γιγάντιες επενδύσεις (εξορύξεις, αγορές/απαλλοτριώσεις γαιών, επενδύσεις σε προστατευόμενες περιοχές και σε κοινούς χώρους κ.ά.).

Η πράσινη ανάπτυξη-μεγέθυνση θεωρείται λοιπόν σήμερα μια νέα ευκαιρία για τον επιχειρηματικό κόσμο. Μια πολλά υποσχόμενη στρατηγική οικονομικής (πράσινης) μεγέθυνσης μέσω ενός πράσινου ανταγωνισμού. Μεγέθυνσης, η οποία, και αυτή, θα βασίζεται στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και στη διεθνή οικονομική ανισομέρεια.

Πρόκειται για νέα ευκαιρία κεφαλαιακής συσσώρευσης μέσα στην κλιματική κρίση και για ακόμα μια αναδιάρθρωση και ανασυγκρότηση του καπιταλισμού. Οι οποιεσδήποτε οικο/πράσινες βελτιώσεις αποτελούν περισσότερο τα (έστω και… «καθαρά») λάδια στις μηχανές του μεγα-συστήματος-τέρας και στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Μια πράσινη τεχνοκαινοτομία και/για μια πράσινη (αλλά πάντα υλική) μεγέθυνση μέσω του πράσινου ανταγωνισμού απλώς αναπαράγει, με άλλο χρώμα, το οικο-κοινωνικό πρόβλημα του παγκοσμιοποιημένου και ολοκληρωτικού «μεγα-συστήματος», ενόσω τούτο (θα) εμμένει στο κυρίαρχο πολιτικο-οικονομικό και αξιακό μοντέλο παραγωγής, κατανάλωσης και διαρκούς και περισσότερου κέρδους. Ετσι μέσα σ’ αυτό το (νέο) πλαίσιο θα διαιωνίζεται ο όρος που «εφηύρε» και επέβαλε μια ομάδα ελίτ, πολιτικών και νέων μοναρχών, ιδίως ψηφιακών, που αποβλέπουν σε μια «νέα μορφή αποικιοκρατίας».

Δεν πρόκειται, με άλλα λόγια, παρά για άλλη μια απόπειρα νομιμοποίησης του υφιστάμενου οικονομικού, και όχι μόνο, παγκοσμιοποιημένου και πολυπλόκαμου μεγα-συστήματος. Τέτοιες προσπάθειες πάντως απέχουν πολύ από το να κάνουν πειστικές επίσημες τοποθετήσεις πως τάχα το νέο πράσινο new deal συνιστά μια στιγμή της Ευρώπης εφάμιλλης σημασίας με… το πάτημα του ανθρώπου στη Σελήνη! (πρόεδρος της Επιτροπής της Ε.Ε., 11/12/2019). Περισσότερο θυμίζει (με μαζική χρήση φυτοφαρμάκων, ζιζανιοκτόνων και χημικών λιπασμάτων) την περιβόητη εντατική, αντιπεριβαλλοντική και μεγεθυνσιακή υπέρ των μεγάλων αγροβιομηχανικών μονάδων «πράσινη επανάσταση» στη γεωργία των αρχών της δεκαετίας του ’60 για την καταπολέμηση δήθεν της πείνας (που όλοι ξέρουμε πού κατέληξε…). Εν ολίγοις, όπως ορθά λέγεται, «το πράσινο δεν είναι και οικολογικό».

Επιπλέον, το νέο (πράσινο) new deal του (πράσινου) καπιταλισμού δεν θα είναι σε θέση να εμποδίζει την όξυνση της οικολογικής/κλιματικής κρίσης μέσα από τη σύγκρουση δύο διαφορετικών λογικών και αρχών-αξιών (από τη μια φύσης-πόρων, ως αξιών χρήσης και όχι οικονομικών για τους μετόχους, και από την άλλη αγοράς-καπιταλισμού) και των νέων αντιφάσεων που θα προκύψουν.

Ο καπιταλισμός και η αγορά του μπορεί να «πρασινίσουν» αλλά ο ίδιος, ο ανορθολογισμός του και η οικονομικο-κοινωνική του τάξη (έστω και με μεταλλαγμένους τους θεσμούς και τις δομές) θα παραμείνουν, κυρίως ένεκα της μεγεθυνσιακής, ανταγωνιστικής και συσσωρευτικής του φύσης, διαιωνίζοντας έτσι την εσωτερική αντίφαση σε σχέση με τη διατήρηση του περιβάλλοντος (αλλά και την αδυναμία του να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες ταυτόχρονα ανισότητες).

Ειδικότερα, η πράσινη ενέργεια, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να οδηγεί «άφοβα» (επειδή δεν είναι ορυκτή), χωρίς αποτύπωμα σε ανεξέλεγκτη και απεριόριστη κατανάλωσή της. Θα είναι και αυτή θύμα του «παράδοξου του Τζέβονς» (ή «φαινομένου της αναπήδησης»): τα κέρδη παραγωγικότητας που οφείλονται στην (πράσινη) τεχνοκαινοτομία (στην εποχή του Τζέβονς, η ατμομηχανή του Watt) έχουν ένα διαστροφικό αποτέλεσμα, αυξάνουν δηλαδή, λόγω της εύκολης και φτηνότερης παραγωγής, την κατανάλωση-χρήση παρά την (πράσινη) αποδοτικότητα.

Με άλλα λόγια, γενικότερα, η οικολογική ισορροπία μοιάζει να είναι αν όχι αδύνατο, πάντως πολύ δύσκολο να γίνει συμβατή σε μια οικονομία και «κοινωνία της αγοράς» (K. Polanyi). Με εκείνον δηλαδή τον τύπο οικονομίας και κοινωνίας που βασίζεται, κηρύττει και προωθεί «ορθολογικά», με κάθε τρόπο και σε κάθε πεδίο, τον ανταγωνισμό, τη μεγέθυνση, την υπεραποδοτικότητα, τις αξιολογήσεις και την κυριαρχία του ανθρώπου στον άνθρωπο, από την οποία πηγάζει και η κυριαρχία του στη φύση.

Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο αρκεί άραγε μια αλλαγή απλώς χρώματος του οικονομικού/παραγωγικού μοντέλου, του νεοφιλελεύθερου, παγκοσμιοποιημένου, χρηματιστικού/πλασματικού και ψηφιακού σήμερα καπιταλισμού, ή απαιτείται ένας ριζικός και γενικευμένος/συνολικός και στρατηγικός σταδιακός μετασχηματισμός του μεγα-συστήματος ο οποίος φαίνεται πλέον αναγκαίος;

Ενας βιο-οικοκοινωνικός και οικοπολιτικός μετασχηματισμός προϋποθέτει ταυτόχρονα την (υπο)στήριξη έστω και σιωπηρά, ενός (νέου πολιτικού) σχεδίου υπέρ μιας αληθινής ριζικής/ριζοσπαστικής (και όχι απλής ή υποκαταστατικής) εναλλακτικής οικονομίας «εκ των κάτω». Οικονομίας βιώσιμης κοινωνικά και οικολογικά, βασισμένης στην αμεσοσυμμετοχική δημοκρατία και την ολιγοεπάρκεια. Και τούτο με θεσμική βάση και αφετηρία τους επιμέρους σε μικρή κλίμακα (δήμων και κοινοτήτων) βιο-χωρο-τόπους ως αντερείσματα στην αποεδαφοποιημένη/παγκοσμιοποιημένη και παγκοσμιοποιητική διαδικασία του καπιταλισμού με τα προαναφερθέντα σήμερα χαρακτηριστικά, αλλά και στην αποκοινωνικοποιημένη και αποοικολογικοποιημένη πλέον οικονομία.

Αυτή η κατεύθυνση περιλαμβάνει νέους αμεσοσυμμετοχικούς σε όλα τα επίπεδα θεσμούς, νέους συνεργατικούς, αυτοδιαχειριστικούς τρόπους παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης, με οριζόντιες σχέσεις με εναλλακτικές δικτυωμένες επιχειρήσεις (συνεταιριστικές/αλληλέγγυες ή ιδιωτικές μικρομεσαίες) και εναλλακτικές χρηματοδοτήσεις. Αρωγός στη νέα κατεύθυνση και την «εκ των κάτω» στρατηγική δεν μπορεί παρά να είναι και το κράτος.

Ενα κράτος όμως δημόσιο-συλλογικό, οικοκοινωνικό και ουσιαστικά αποκεντρωμένο και αποσυγκεντροποιημένο, που θα προωθεί και θα στηρίζει τους νέους εναλλακτικούς οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς. Κυρίως, όπως το κράτος πρόνοιας οικοδομήθηκε στη βάση της αποεμπορευματοποίησης – ότι δηλαδή η εργασία δεν είναι εμπόρευμα και κείται εκτός της λογικής της αγοράς εργασίας, έτσι και το οικοκοινωνικό κράτος για να οικοδομηθεί και να προστατέψει το κλίμα και τα οικοσυστήματα πρέπει να τα τοποθετήσει εκτός οικοαγοράς.

Στην ουσία πρόκειται για επικαιροποίηση-συμπλήρωση του κράτους πρόνοιας στον βαθμό που οι οικοκλιματικές κρίσεις έχουν, όπως έχει πλέον αναδειχθεί, κοινωνικές συνέπειες και αντιστρόφως. Αλλο βέβαια πρόβλημα (υπαρκτό) είναι ότι για ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε. πολλές από τις εναλλακτικές πρωτοβουλίες του μπορεί να προσκρούουν στις συγκεκριμένης ιδεολογίας πολιτικές και αντίστοιχους κανόνες της Ε.Ε.

Εν πάση περιπτώσει, πράγματι, η «πράσινη» μετάβαση, εάν δεν ξεκινάει «εκ των κάτω», κινδυνεύει να συνοδευτεί από νέες κοινωνικές ανισότητες στην πρόσβαση σ’ αυτήν, νέους κοινωνικούς αποκλεισμούς -παρότι επίσημα γίνεται λόγος για «δίκαιη μετάβαση»- και τελικά για «απανθρακοποίηση χωρίς δημοκρατία» (Ντ. Αντλερ, Π. Βάργκαν). Ακόμα και αν υπάρξουν μαζικές (πράσινες) δημόσιες επενδύσεις και (πράσινες) χρηματοδοτήσεις για πράσινη ενέργεια, αυτές δεν αρκούν εάν δεν υπάρξει μια συλλογική, όχι «εκ των άνω», κινητοποίηση, αμεσοσυμμετοχική.

Οπως επίσης απαιτείται και μια ουσιαστική αλλαγή των αξιών, των στόχων και της μεθόδου, και συνακόλουθα του τρόπου και νοήματος ζωής που θα εντάσσονται, τελικά, σ’ ένα (οικο-πολιτικό) σχέδιο. Σχέδιο νέας οργάνωσης της (οικο-)κοινωνίας σε μια αναγεννημένη ουσιαστική (αμεσοσυμμετοχική) δημοκρατία σε μικρο-βιο-χωρο-τοπικό επίπεδο, στο πλαίσιο κυρίως του δήμου/κοινότητας όπως αναφέρθηκε. Και επιπροσθέτως η συγκρότηση μιας άλλης εναλλακτικής «εκ των κάτω» οικο-νομίας των πολιτών και των οριζόντιων σχέσεων και όχι των μεγεθών (και των αγαθών και των τιμών τους), με αξονικό στόχο την ολιγοεπάρκεια.

Προς τούτο είναι απαραίτητα δίκτυα αντικουλτούρας και ένα νέο αντι-αφήγημα αποδόμησης και απ-αξίωσης των κυρίαρχων και συμβολοποιημένων (και διαστρεβλωμένων λέξεων χάριν νομιμοποίησης - «τη δικαιώσει», κατά τον Θουκυδίδη) εννοιών και μεθόδων, που θα ξανασυναντά μια νέα «επικαιροποιημένη» και «περιεκτική» πολιτικοκοινωνική οικολογία, σε μια νέα σημασιοδότηση του κόσμου.

*Ομοτ. καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου