12 Απριλίου 2026

Απαγόρευση των social media για τα παιδιά κάτω των 15 ετών: Ένα «πυροτέχνημα» της κυβέρνησης του «6-7» - Τέσσερα άρθρα

Η κυβέρνηση του «6-7»


Και τώρα που έχω την προσοχή σου, πολυχρονεμένο μας αφεντικό, θέλω να μιλήσουμε στη γλώσσα που χρησιμοποιείς, πιστεύοντας ότι σε γουστάρουν οι έφηβοι που απευθύνεσαι. Πριν, όμως, ας δούμε τι τους είπες και κυρίως από πού και πώς τους το είπες.

Ο πρωθυπουργός της χώρας αποφάσισε αν συμπορευτεί με τη διεθνή τάση και να απαγορεύσει τη χρήση των social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών.

Φόρεσε το ατσαλάκωτο πουκάμισό του, το τηλεοπτικό μακιγιάζ του και στάθηκε ξεκούραστος και ευδιάθετος σε μια από τις πολυτελείς αίθουσες του Μαξίμου. Με φόντο ένα ολόφωτο παράθυρο, έναν πίνακα και ένα κρυστάλλινο πολυέλαιο, σκηνικό πολυτέλειας και άνεσης τους είπε γιατί θα τους απαγορεύσει την πρόσβαση στα social media και μας είπε γιατί είμαστε κακοί γονείς.

Για να διαβάσουμε τι είπε:

«Τώρα που έχω την προσοχή σας, παιδιά γεια σας! Αυτό το βίντεο δεν θα είναι ούτε top ούτε viral. Υπάρχει όμως σοβαρός λόγος που θέλω να σας πω κάτι από εδώ. Θέλω να σας μιλήσω ειλικρινά. Τα τελευταία χρόνια μιλάω με πολλούς γονείς και όλοι μου λένε περίπου το ίδιο πράγμα. Ότι το παιδί τους δεν κοιμάται καλά, αγχώνεται εύκολα, είναι συνεχώς στο κινητό. Μιλάω όμως με πολλές και με πολλούς από εσάς. Πολλά παιδιά μού λένε ότι κουράζονται από τη σύγκριση, από τα σχόλια, από την πίεση να είναι συνέχεια εκεί. Και η επιστήμη είναι σαφής. Όταν ένα παιδί περνά ώρες μπροστά στην οθόνη, το μυαλό δεν ξεκουράζεται.

Γι’ αυτό και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε κάτι δύσκολο, αλλά απαραίτητο. Να απαγορεύσουμε την πρόσβαση στα social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών. Η ρύθμιση θα έρθει μέσα στο καλοκαίρι του 2026 και θα τεθεί σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου του 2027. Η Ελλάδα θα ανήκει στις πρώτες χώρες που θα πάρει μια τέτοια πρωτοβουλία. Είμαι σίγουρος όμως ότι δεν θα είναι και η τελευταία. Στόχος μας είναι να πιέσουμε και την Ευρωπαϊκή Ένωση προς αυτή την κατεύθυνση.

Τώρα είμαι σίγουρος ότι πολλοί μικρότεροι θα θυμώσετε μαζί μου. Αν ήμουν στην ηλικία σας, ίσως το ίδιο θα ένιωθα και εγώ. Αλλά ο ρόλος μας και ο δικός μου δεν είναι να είμαστε πάντα ευχάριστοι. Αλλά και ακόμα αν σήμερα διαφωνείτε, θέλω απλά να το σκεφτείτε και να το συζητήσετε με τις φίλες σας και τους φίλους σας. Αν κάτι μας κάνει να αισθανόμαστε πιο αγχωμένοι, χειρότερα, λιγότερο καλοί από αυτό που πραγματικά είμαστε, τότε ίσως αξίζει να μπει ένα φρένο.

Ο στόχος μας δεν είναι να σας απομακρύνουμε από την τεχνολογία, η οποία μπορεί να είναι πηγή έμπνευσης, πηγή γνώσης, πηγή δημιουργίας. Ο εθιστικός όμως σχεδιασμός ορισμένων εφαρμογών, το μοντέλο κέρδους που βασίζεται στη δική σας προσοχή στο πόσο καιρό εσείς περνάτε μπροστά στην οθόνη του κινητού και στερείτε τη δική σας αθωότητα και ελευθερία, κάπου πρέπει να σταματήσει. Και θέλω να πω κάτι στους γονείς. Κανένας νόμος δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη δική σας παρουσία. Η πολιτική αυτή είναι απλά ένα εργαλείο για να σας βοηθήσει. Ειλικρινά πιστεύω ότι σε λίγα χρόνια θα το δούμε όλοι ως κάτι θετικό και αυτονόητο».

Ο κοινωνιοπαθής πρωθυπουργός, ο ίδιος  που με τεράστια και αξιοθαύμαστη  επιμονή περιφρονεί τα δικαιώματά μας χωρίς ίχνος ενσυναίσθησης, ενοχών ή τύψεων, έρχεται να χειραγωγήσει και τα παιδιά μας, διαλέγοντας να κλείσει το αλαζονικό λογύδριο του με την εξοργιστική και χυδαία παράγραφο: «Και θέλω να πω κάτι στους γονείς. Κανένας νόμος δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη δική σας παρουσία. Η πολιτική αυτή είναι απλά ένα εργαλείο για να σας βοηθήσει. Ειλικρινά πιστεύω ότι σε λίγα χρόνια θα το δούμε όλοι ως κάτι θετικό και αυτονόητο».

Λοιπόν. Αυτονόητα Κυριάκο μου, είναι τα εξής:

Να μην σκοτώνεις τα παιδιά μας βάζοντας τα σε τρένα που ο υπουργός σου διασφαλίζει την ασφάλεια τους λίγες μέρες πριν το έγκλημα των Τεμπών.

Να μην ξεμπαζώνεις τον χώρο  -με απευθείας αναθέσεις σε μια νύχτα- και να πετάς ό,τι έμεινε από εκείνα μαζί με τα μπάζα σε άγνωστα σημεία.

Να μην τα στοιβάζεις σε τάξεις των 27 μαθητών, που πέφτουν ταβάνια και πλημμυρίζουν με την πρώτη βροχή. Που οι δάσκαλοι και οι καθηγητές τους παραδίδουν εξαντλημένοι τα όπλα, προσπαθώντας μόνο να βγει η σχολική χρονιά χωρίς απώλειες.

Να μην νομοθετείς τη φυλάκισή τους από τα 15. Απόφαση χωρίς κανένα μέτρο πρόληψης που έχει οδηγήσει σε υπερτριπλασιασμό του αριθμού ανήλικων κρατουμένων που εκπαιδεύονται στη βία, χωρίς την ύπαρξη του αυτονόητου: Εξειδικευμένοι χώροι φιλοξενίας και υποστήριξης παραβατικών παιδιών, διασύνδεση υπηρεσιών – κοινωνικών υπηρεσιών και σχολείου, καθώς και ολιστική υποστήριξη τόσο του παιδιού, όσο και της οικογένειάς του.

Να μην εξωθείς τους γονείς τους στην ανέχεια, που τους αναγκάζει να κάνουν δυο και τρεις δουλειές για να πληρώσουν τα βασικά.

Να παραιτηθείς -όχι χθες- αλλά από την επόμενη του εγκλήματος των Τεμπών και εσύ και το τσίρκο που αποκαλείς κυβέρνηση.

Να παραιτηθείς έστω τώρα, που οι δικογραφίες των μελών της ξεπερνούν κάθε προηγούμενο. Τώρα που η δίκη των Τεμπών, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, οι υποκλοπές θα έκαναν κάθε σοβαρό πολιτικό να υποβάλλει την παραίτησή του, μήπως και διασώσει κάτι από τη χαμένη του αξιοπρέπεια.

Αλλά εσύ όχι, εκεί. Εσείς όχι. Εκεί.

Το μόνο που κρατάω από το χθεσινό σου μήνυμα είναι η έκφραση «6-7». Νομίζω ταιριάζει γάντι με την κατάστασή σας. Η λέξη της χρονιάς 2025, κατά το Dictionary.com, έχει, εκτός των άλλων, συνδεθεί με την έννοια του «brainrot», δηλαδή του χαμηλής ποιότητας ιντερνετικού περιεχομένου χωρίς ιδιαίτερο βάθος. 

Αυτό ήταν το χθεσινό βιντεάκι σου, αυτό και το όλο προφίλ σου. Κάτι που θα ήταν χαριτωμένο, αν δεν συνδεόταν με τις κομματιασμένες ζωές μας. Εκείνων που με περίσσιο θράσος ποδοπατάς. Χθες μας είπες πως κανένας νόμος δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φυσική μας παρουσία.

Εσύ ο ίδιος που νομοθέτησες το 13ωρο και το ελεεινό εργασιακό πλαίσιο που μας τη στερεί.

Και ως επίλογο, Κυριάκο μας, αν δεν σε πειράζει πολύ, κράτα τις νουθεσίες για τους ψηφοφόρους σου. Εκείνους που έχουν φυσική παρουσία ως γονείς. Την εξασφάλισαν παίζοντας τζόκερ. Και κόψτους τα social, καθώς σε κάθε ενασχόλησή τους με αυτά, εσένα και το τσίρκο σου εκθέτουν.

ΠΗΓΗ 

© Dreamstime.com
Ενα κυβερνητικό «πυροτέχνημα» που αγνοεί τη ρίζα του προβλήματος

Είναι λάθος να θεωρούμε αποτελεσματική λύση την απαγόρευση των social media για τα παιδιά κάτω των 15 ετών. Πρόκειται για ένα μέτρο που δεν εστιάζει στη διπλή ρίζα του προβλήματος, δηλαδή την αρχιτεκτονική των πλατφορμών και την απουσία μαθημάτων σχετικά με την ενημέρωση και τα ΜΜΕ.

Ως προς το πρώτο θα πρέπει να γνωρίζουμε πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν σχεδιαστεί και λειτουργούν ώστε οι αλγόριθμοί τους να είναι ιδιαίτερα επιθετικοί για να αιχμαλωτίζουν ακαριαία την προσοχή των χρηστών και να μεγιστοποιούν την παραμονή τους σε αυτά. Ο ψηφιακός εθισμός, λοιπόν, ο οποίος δεν θα πρέπει να εξισώνεται με αυτόν των ουσιών, όπως η νικοτίνη, δεν αφορά μόνο τα παιδιά, αλλά και τους ενήλικες, οι οποίοι, αντιστοίχως, αντιμετωπίζουν προβλήματα ύπνου, άγχους, κατάχρησης και εξουθένωσης από την υπερέκθεση σε πληροφορίες και μάλιστα χαμηλής ποιότητας. Η λύση σε αυτό είναι να τεθούν αυστηρότεροι περιορισμοί όχι σε ατομικό επίπεδο, αλλά στη λογική της laissez-faire λειτουργίας των πλατφορμών, η οποία αποσκοπεί στην εντατικότερη εξόρυξη δεδομένων.

Το δεύτερο ζήτημα είναι η απουσία μιας ολοκληρωμένης εκπαιδευτικής στρατηγικής με γνώμονα τον εγγραμματισμό στα μέσα (media literacy). Ως κοινωνία του διαδικτύου θα πρέπει να ενσωματώσουμε με κάθε κόστος σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες μαθήματα σχετικά με την ενημέρωση, την ψηφιακή επικοινωνία, τα ΜΜΕ και τη δημοκρατία. Με αυτόν τον τρόπο σε βάθος χρόνου θα αναπτυχθεί μια κουλτούρα ορθής χρήσης και θα καταστήσουμε ανθεκτικότερους τους μελλοντικούς πολίτες τόσο στις προκλήσεις του διαδικτύου, όσο και σε φαινόμενα πληροφοριακής διαταραχής, όπως είναι η παραπληροφόρηση και η πίστη σε θεωρίες συνωμοσίας.

*Υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών

ΠΗΓΗ 

Η βία των ανηλίκων δεν ξεκινά από την οθόνη – απλώς εκεί καθρεφτίζεται

Χρήστος Κάτσικας

Με αφορμή τις επίσημες ανακοινώσεις για την απαγόρευση της πρόσβασης των ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η ανακοίνωση του Κυριάκου Μητσοτάκη για την απαγόρευση πρόσβασης στα social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών από την 1η Ιανουαρίου 2027 άνοιξε μια συζήτηση που δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά τον ίδιο τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη νεανική βία, την ψυχική υγεία και τον ρόλο της πολιτείας.

Η πρόθεση είναι σαφής: προστασία. Μείωση του ψηφιακού εθισμού, περιορισμός των επιπτώσεων στην ψυχική υγεία, δημιουργία ενός πιο «ασφαλούς» περιβάλλοντος. Σε μια εποχή όπου οι οθόνες έχουν γίνει προέκταση της καθημερινότητας των παιδιών, η ανάγκη παρέμβασης μοιάζει εύλογη – ίσως και επιβεβλημένη.

Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: αντιμετωπίζουμε την αιτία ή το σύμπτωμα;

Το στοίχημα πίσω από το «ψηφιακό φρένο» στους ανηλίκους

Σε κάθε νέο περιστατικό βίας μεταξύ ανηλίκων, η δημόσια συζήτηση μοιάζει να βρίσκει έναν εύκολο ένοχο: τα social media. Είναι σχεδόν ανακουφιστικό να πιστεύουμε ότι η αιτία είναι εξωτερική, τεχνολογική, άρα και –θεωρητικά– διαχειρίσιμη. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και, κυρίως, πιο ανησυχητική.

Η βία δεν γεννήθηκε στο διαδίκτυο. Υπήρχε ήδη – στα σχολεία, στις γειτονιές, στα σπίτια, στις σιωπές. Τα social media δεν τη δημιούργησαν· της έδωσαν, όμως, μια νέα σκηνή, έναν ενισχυτή, ένα πολλαπλασιαστή. Εκεί όπου κάποτε μια προσβολή έμενε σε τέσσερις τοίχους, σήμερα γίνεται δημόσιο θέαμα. Εκεί όπου μια σύγκρουση τελείωνε στο προαύλιο, τώρα συνεχίζεται αδιάκοπα, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τεχνολογία είναι αθώα. Σημαίνει όμως ότι είναι σύμπτωμα – όχι αιτία.

Η βία μεταξύ συνομηλίκων, ειδικά στην εφηβεία, είναι ένα φαινόμενο βαθιά ριζωμένο στην ανάγκη για αποδοχή, στην ανασφάλεια, στη διαμόρφωση ταυτότητας. Όταν αυτή η ήδη υπάρχουσα ένταση συναντά τα social media, τότε μετατρέπεται σε κάτι πιο σκληρό, πιο διαρκές, πιο αμείλικτο. Το ψηφιακό περιβάλλον δεν συγχωρεί εύκολα, δεν ξεχνά, δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής.

Και εδώ αναδύεται μια λιγότερο συζητημένη πλευρά: η άνιση σχέση δύναμης. Τα παιδιά που είναι εξοικειωμένα με τα social media αποκτούν ένα νέο «όπλο» απέναντι σε εκείνα που δεν είναι. Η τεχνολογική επάρκεια μετατρέπεται σε κοινωνική ισχύ. Ένα βίντεο, μια ανάρτηση, ένα σχόλιο μπορεί να στιγματίσει, να απομονώσει, να διασύρει. Όχι στιγμιαία, αλλά διαρκώς.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η απάντηση που συχνά προτείνεται είναι η απαγόρευση ή ο περιορισμός της πρόσβασης των ανηλίκων στα social media. Ακούγεται λογικό. Στην πράξη, όμως, είναι εξαιρετικά δύσκολο – αν όχι αδύνατο – να εφαρμοστεί αποτελεσματικά.

Πώς ελέγχεις έναν ψηφιακό χώρο που εκτείνεται παντού; Πώς επιβάλλεις περιορισμούς χωρίς να δημιουργείς παράλληλα μια κουλτούρα παραβίασης, κρυφών λογαριασμών και τεχνολογικής «αντίστασης»; Κάθε μέτρο που επιχειρεί να επιβληθεί «από πάνω», χωρίς κατανόηση της πραγματικότητας των παιδιών, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ. Να ενισχύσει, αντί να μειώσει, το πρόβλημα.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να απομακρύνουμε τα παιδιά από την οθόνη, αλλά να κατανοήσουμε τι τα οδηγεί πίσω από αυτήν. Να δούμε τι κουβαλούν μαζί τους όταν συνδέονται: φόβους, θυμό, ανάγκη για αναγνώριση, μοναξιά.

Και εδώ η συζήτηση οφείλει να ανοίξει σοβαρά και τεκμηριωμένα. Δεν αρκούν οι πολιτικές διακηρύξεις ούτε οι αποσπασματικές νομοθετικές παρεμβάσεις. Όταν μιλάμε για ζητήματα που άπτονται της ψυχικής υγείας, της εφηβείας, της ταυτότητας, του ασυνείδητου, η προχειρότητα δεν είναι απλώς λάθος – είναι επικίνδυνη.

Η πρόσκληση προς ειδικούς δεν είναι τυπική. Είναι αναγκαία. Χρειαζόμαστε μια συζήτηση που να βασίζεται σε δεδομένα, σε μακροχρόνιες μελέτες, σε συγκρίσεις διαφορετικών κοινωνιών και πολιτισμικών πλαισίων. Όχι σε εντυπώσεις, όχι σε φόβους, όχι σε πολιτικές σκοπιμότητες.

Η εμπειρία δείχνει ότι κάθε φορά που επιχειρείται να ρυθμιστεί νομοθετικά κάτι τόσο σύνθετο – είτε αφορά την ψυχική ανάπτυξη είτε τη σεξουαλική ταυτότητα είτε τη συμπεριφορά των ανηλίκων – χωρίς επαρκή γνώση, το αποτέλεσμα είναι προβληματικό. Και συχνά, οι συνέπειες δεν είναι άμεσα ορατές. Εμφανίζονται αργότερα, πιο ύπουλα, πιο βαθιά.

Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «πώς θα περιορίσουμε τα social media», αλλά «πώς θα μειώσουμε τη βία που τα τροφοδοτεί». Πώς θα ενισχύσουμε τα σχολεία ώστε να λειτουργούν ως κοινότητες και όχι ως πεδία σύγκρουσης. Πώς θα στηρίξουμε τους εκπαιδευτικούς που καλούνται να διαχειριστούν καταστάσεις για τις οποίες δεν έχουν εκπαιδευτεί επαρκώς. Πώς θα δώσουμε στους γονείς εργαλεία κατανόησης και όχι απλώς οδηγίες ελέγχου.

Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Είναι όμως σαφές ότι δεν βρίσκεται σε μια απλή απαγόρευση.

Γιατί, στο τέλος της ημέρας, τα παιδιά δεν γίνονται βίαια επειδή κρατούν ένα κινητό. Κρατούν το κινητό, φέρνοντας μαζί τους έναν κόσμο που ήδη τα πιέζει, τα πληγώνει ή τα μπερδεύει.

Και αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξουμε κάτι, πρέπει να κοιτάξουμε αυτόν τον κόσμο κατάματα – όχι μόνο την οθόνη που τον αντανακλά.

ΠΗΓΗ 

“6-7” απαγόρευση

“6-7” απαγόρευση

Περί απαγόρευσης πρόσβασης των ανηλίκων κάτω των 15 ετών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που προανήγγειλε ο πρωθυπουργός

Το «6-7», που επέλεξε ο Πρωθυπουργός ως hook για την εξαγγελία του, είχε ακριβώς το νόημα που ταιριάζει στην ουσία της ίδιας της εξαγγελίας: μια φράση – σήμα κατατεθέν για τη Gen A, χωρίς να είναι σαφές τι ακριβώς σημαίνει. Ένα σύνθημα, που απλά πρέπει να ειπωθεί.

Το ζήτημα του εθισμού των ανηλίκων στα social media είναι όντως υπαρκτό. Η κυβέρνηση ορθώς επικαλείται μια πραγματικότητα που αφορά την αύξηση του άγχους, τα προβλήματα ύπνου και τον εθισιστικό σχεδιασμό των πλατφορμών. Ο δημόσιος διάλογος στην Ευρώπη και όχι μόνο, στρέφεται όλο και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο οι πλατφόρμες σχεδιάζουν προϊόντα που κρατούν παιδιά και εφήβους διαρκώς συνδεδεμένους.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι υπαρκτό και απαιτεί πολιτική απάντηση. Το ερώτημα είναι αν η συγκεκριμένη εξαγγελία ανταποκρίνεται πράγματι σε αυτή την ανάγκη.

Η καθημερινότητα πάνω στην οποία πατά αυτή η συζήτηση είναι πολύ πιο σύνθετη.

Για ένα παιδί 13 ή 14 ετών, τα social media δεν είναι μόνο ένας χώρος «χαζέματος». Είναι συχνά η ομαδική συνομιλία της τάξης, το μέρος όπου κανονίζεται η απογευματινή έξοδος, ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνει τι συζητούν οι συνομήλικοί του, η πλατφόρμα όπου ακολουθεί πρόσωπα που θαυμάζει, αλλά και το σημείο όπου εκτίθεται σε σώματα-πρότυπα, σε εξευτελισμό, σε πίεση να αποδείξει ότι «ανήκει» κάπου.

Για έναν γονιό, το θέμα δεν είναι μόνο αν το παιδί του έχει TikTok ή Instagram, αλλά αν κοιμάται στις 2 το πρωί με το κινητό στο χέρι, αν δέχεται προσβλητικά μηνύματα, αν έχει εσωτερικεύσει ότι η αξία του μετριέται με προβολές, αν εκβιάζεται να στείλει φωτογραφίες, αν αποσύρεται από τη ζωντανή κοινωνική ζωή.

Για ένα σχολείο, το πρόβλημα εμφανίζεται στην προσοχή μέσα στην τάξη, στην κόπωση, στο bullying που συνεχίζεται μετά το κουδούνι, στην αδυναμία να μπουν όρια σε μια ψηφιακή ζωή που δεν τελειώνει ποτέ. Η απαγόρευση, λοιπόν, αφορά μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη από το αν τα παιδιά «μπαίνουν ή βγαίνουν από μια εφαρμογή».

Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρώτο μεγάλο πρόβλημα της εξαγγελίας: η απόσταση ανάμεσα στο επικοινωνιακό μήνυμα και στον πραγματικό μηχανισμό εφαρμογής. Σύμφωνα με το ίδιο το κυβερνητικό ενημερωτικό σημείωμα, η ρύθμιση θα κατατεθεί το καλοκαίρι του 2026 και προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2027. Παράλληλα, η Αθήνα ζητά από την Ευρωπαϊκή Ένωση να δημιουργήσει κοινό σύστημα age verification και κοινό ηλικιακό όριο. Αυτό σημαίνει κάτι απλό: ο τίτλος λέει «η Ελλάδα απαγορεύει», αλλά η εφαρμογή του μέτρου μεταφέρεται χρονικά και πολιτικά σε ένα μελλοντικό ευρωπαϊκό πλαίσιο. Πρόκειται για μια εξαγγελία που παρουσιάζεται ως άμεση τομή, ενώ στην πραγματικότητα εξαρτάται από υποδομές και συμφωνίες που ακόμη διαμορφώνονται.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι τεχνικό και καθοριστικό. Η κυβέρνηση υπόσχεται αποκλεισμό των κάτω των 15 από πλατφόρμες όπως το TikTok, το Instagram, το Facebook ή το Snapchat, αλλά η ίδια η διεθνής συζήτηση γύρω από το age assurance δείχνει πόσο δύσκολη είναι η αξιόπιστη εφαρμογή του. Ο ΟΟΣΑ κατέγραψε το 2025 σημαντικά κενά στις πρακτικές επαλήθευσης ηλικίας σε 50 online υπηρεσίες που χρησιμοποιούν παιδιά, σημειώνοντας ότι μόνο δύο από αυτές έκαναν συστηματική επιβεβαίωση ηλικίας κατά τη δημιουργία λογαριασμού και ότι η εφαρμογή τέτοιων μηχανισμών είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, ακριβώς λόγω της διασυνοριακής φύσης των υπηρεσιών.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όσο οι πλατφόρμες λειτουργούν με τη λογική «δήλωσε ημερομηνία γέννησης και προχώρα», ο αποκλεισμός είναι εξαιρετικά εύθραυστος. Ένα παιδί μπορεί να δηλώσει άλλη ηλικία, να χρησιμοποιήσει λογαριασμό μεγαλύτερου αδελφού, να μετακινηθεί σε άλλη εφαρμογή ή να βρει μέσα σε λίγα λεπτά τρόπο παράκαμψης. Άρα η πολιτική εικόνα της «απαγόρευσης» απέχει πολύ από την πραγματική τεχνική κατάσταση.

Το τρίτο πρόβλημα είναι ότι η εξαγγελία μετατρέπει μια σύνθετη κοινωνική και τεχνολογική βλάβη σε απλή υπόθεση πρόσβασης. Σαν να αρκεί να βάλεις έναν ηλικιακό φραγμό και να έχεις λύσει το θέμα. Στην πράξη, όμως, αυτό που βλάπτει τα παιδιά δεν είναι μόνο το γεγονός ότι βρίσκονται «μέσα» στα social media, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτά είναι σχεδιασμένα. Το ατέρμονο scroll, οι μετρήσεις δημοφιλίας, τα recommender systems που σπρώχνουν διαρκώς προς πιο ακραίο ή πιο φορτισμένο περιεχόμενο, η εμπορευματοποίηση της ανασφάλειας και της προσοχής: όλα αυτά είναι στοιχεία του επιχειρηματικού μοντέλου των πλατφορμών. Όταν η πολιτική περιορίζεται στο «σου κλείνω την είσοδο», αφήνει σχεδόν ανέγγιχτο τον πυρήνα του προβλήματος. Και έτσι μεταφέρει την κουβέντα από τη ρύθμιση των εταιρειών στη διαχείριση των χρηστών.

Το τέταρτο πρόβλημα φαίνεται όταν περάσουμε από τη θεωρία στα παραδείγματα της καθημερινότητας. Τι σημαίνει στην πράξη «απαγόρευση social media» για έναν ανήλικο;

Σημαίνει ότι ένας μαθητής της Β΄ Γυμνασίου μπορεί να πάψει να έχει πρόσβαση σε αυτές τις πλατφόρμες, αλλά να παραμένει εκτεθειμένος στο ίδιο ακριβώς υλικό μέσω YouTube Shorts, gaming chats ή εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων που δεν βρίσκονται στον στενό πυρήνα της δημόσιας συζήτησης. Σημαίνει ότι μια μαθήτρια που δέχεται body shaming στο Instagram μπορεί απλώς να δει το ίδιο μοτίβο να μεταφέρεται αλλού, σε λιγότερο ορατά και συχνά λιγότερο ελεγχόμενα ψηφιακά περιβάλλοντα. Σημαίνει ότι οι πιο ενημερωμένοι ή κοινωνικά προστατευμένοι ανήλικοι θα βρουν ευκολότερα τρόπους παράκαμψης, ενώ οι λιγότερο προστατευμένοι θα μείνουν με ένα θολό πλαίσιο απαγόρευσης χωρίς ουσιαστική στήριξη.

Η πολιτική, δηλαδή, κινδυνεύει να αναπαράγει ανισότητες αντί να τις μειώσει. Αυτή ακριβώς η κριτική βρίσκεται πίσω από τη θέση της UNICEF, η οποία τονίζει ότι οι ηλικιακοί περιορισμοί από μόνοι τους δεν κρατούν τα παιδιά ασφαλή και ότι η πραγματική προστασία χρειάζεται ασφαλέστερο σχεδιασμό, εκπαίδευση και λογοδοσία των εταιρειών.

Το πέμπτο πρόβλημα είναι η διεθνής εμπειρία, που μόνο απλή δεν είναι. Η Αυστραλία αποτέλεσε το πιο εμβληματικό παράδειγμα χώρας που προχώρησε σε σαρωτική απαγόρευση για ανηλίκους. Κι όμως, η πρώτη αποτίμηση υπήρξε πολύ πιο αμφίσημη από ό,τι αφήνουν να εννοηθούν όσοι παρουσιάζουν τέτοιες κινήσεις ως αυτονόητη λύση. Το Tech Policy Press κατέγραψε ότι, παρά τις μαζικές αφαιρέσεις και απενεργοποιήσεις λογαριασμών, δεν υπήρξε σαφής πτώση στις αναφορές για κυβερνοεκφοβισμό και image-based abuse στους πρώτους μήνες, ενώ πολλά παιδιά συνέχισαν να αποκτούν ή να διατηρούν πρόσβαση. Το CNBC συγκέντρωσε αντίστοιχα προειδοποιήσεις ειδικών ότι οι γενικές απαγορεύσεις είναι συχνά εύκολα παρακάμψιμες και πολιτικά βολικές, ακριβώς επειδή παράγουν ισχυρό μήνυμα χωρίς να λύνουν το σύνολο του προβλήματος.

Όταν, λοιπόν, η κυβέρνηση εμφανίζει την απαγόρευση σαν καθαρή λύση και περηφανεύεται που η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες που εφαρμόζει κάτι τέτοιο, αποκρύπτει το πιο κρίσιμο μέρος της διεθνούς εμπειρίας: ότι τα αποτελέσματα παραμένουν αμφισβητούμενα.

Το έκτο και ίσως πιο πολιτικό πρόβλημα είναι ότι η εξαγγελία εμφανίζεται ως προστασία των παιδιών, ενώ στην πραγματικότητα μεταφέρει ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης πίσω στην οικογένεια. Αν η εφαρμογή του μέτρου στηριχθεί τελικά σε λογικές τύπου parental controls, Kids Wallet ή επαλήθευση από τη συσκευή, τότε ο γονιός θα βρεθεί ξανά μόνος απέναντι σε μια τεχνολογία που σχεδιάζεται από κολοσσούς με ασύγκριτα περισσότερη τεχνογνωσία, πόρους και δυνατότητα προσαρμογής.

Και εδώ ακριβώς φαίνεται ο ιδεολογικός πυρήνας της επιλογής: αντί για μια βαθιά σύγκρουση με το μοντέλο λειτουργίας των πλατφορμών, αντί για δημόσιες πολιτικές ψυχικής υγείας, αντί για συστηματική ψηφιακή παιδεία και ενίσχυση των σχολείων, το βάρος πέφτει ξανά στον γονιό και στο παιδί. Το κράτος εμφανίζεται αυστηρό, αλλά το δύσκολο κομμάτι της προστασίας μένει πάλι στην κοινωνία να το σηκώσει μόνη της.

Αυτή είναι και η βασική ένσταση. Η αντίρρηση στην εξαγγελία δεν έχει καμία σχέση με μια χαλαρή λογική «αφήστε τα παιδιά στις οθόνες». Το ακριβώς αντίθετο.

Είναι ανάγκη για κάτι ουσιαστικότερο από μια εξαγγελία απαγόρευσης: μάθημα ψηφιακού γραμματισμού στο σχολείο, δημόσια υποστήριξη γονιών, ενίσχυση δομών ψυχικής υγείας, σαφείς ευρωπαϊκούς κανόνες για safety-by-design, περιορισμούς στα dark patterns και στα recommender systems που στοχεύουν ανηλίκους. Αυτή θα ήταν πολιτική που χτυπά το πρόβλημα στον πυρήνα του.

Κι έτσι επιστρέφουμε στο «6-7». Όχι απλώς ως αστεία λεπτομέρεια ενός βίντεο, αλλά ως σύμβολο μιας ολόκληρης μεθόδου: ενός εύκολου και άμεσου μηνύματος, που όμως δεν έχει περιεχόμενο και πεδίο εφαρμογής στην πραγματικότητα.

Η κυβέρνηση ξέρει ότι το θέμα «παιδιά και οθόνες» αγγίζει ένα αληθινό κοινωνικό άγχος. Και έχει δίκιο να αναγνωρίζει ότι η ανεξέλεγκτη έκθεση των ανηλίκων στα social media είναι υπαρκτό πρόβλημα, που απαιτεί όρια, κανόνες και δημόσια παρέμβαση.

Αυτό, όμως, είναι πολύ διαφορετικό από το να παρουσιάζεται μια μονομερής και ακόμη ασαφής εξαγγελία ως απόδειξη πολιτικής αποφασιστικότητας. Η προστασία των παιδιών στο ψηφιακό περιβάλλον θα κριθεί στην ικανότητα του κράτους να διαμορφώσει εφαρμόσιμους μηχανισμούς, να πιέσει για κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο, να συγκρουστεί με το ίδιο το μοντέλο λειτουργίας των πλατφορμών και να στηρίξει έμπρακτα σχολεία, γονείς και ανηλίκους.

Η κοινωνία πράγματι έχει ανάγκη από ουσιαστικά μέτρα περιορισμού της έκθεσης των παιδιών στα social media. Αυτό, βέβαια, μπορεί να γίνει μόνο με σοβαρή ρύθμιση, τεχνική επάρκεια, διεθνή συντονισμό και πραγματική βούληση σύγκρουσης με τις ψηφιακές πλατφόρμες.

Μέχρι τότε, αυτό που παρουσιάζεται ως τομή, μοιάζει περισσότερο με μήνυμα που εξυπηρετεί την αλλαγή ατζέντας, παρά με ολοκληρωμένη πολιτική προστασίας των ανηλίκων.

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου