20 Απριλίου 2026

Ελλάδα: Μια χώρα που μεταβιβάζεται... Μια χώρα που σε διώχνει...

akinita - stegi - enoikia
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Η χώρα δεν «ανακάμπτει». Μεταβιβάζεται...

Πίσω από τους πανηγυρισμούς για «επενδυτική βαθμίδα» και «ισχυρή ανάπτυξη», κρύβεται μια σιωπηλή αλλά βαθιά αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και δεν είναι άλλη από τη συστηματική μεταφορά πλούτου, ιδιοκτησίας και ελέγχου προς το εξωτερικό. Τα στοιχεία για το 2025 που έδωσε ο κ. Στουρνάρας στην ετήσια συνέλευση της ΤτΕ το αποκαλύπτουν χωρίς αυταπάτες.

Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος είναι στο 237,7% του ΑΕΠ και αυτό δεν είναι μόνο ένας μεγάλος αριθμός. Είναι η αποτύπωση μιας οικονομίας που λειτουργεί με δανεικά και με όρους εξάρτησης.

Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος (237,7% του ΑΕΠ) δεν είναι το δημόσιο χρέος που ξέρουμε, αλλά το σύνολο όσων χρωστάμε όλοι μας (κράτος, τράπεζες, επιχειρήσεις) στο εξωτερικό. Το γεγονός ότι είναι σχεδόν 2,5 φορές το ΑΕΠ μας σημαίνει ότι η οικονομία κινείται με «ξένα κόλλυβα».

Η Καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση (ΚΔΕΘ) είναι στο -136,8% του ΑΕΠ. Η ΚΔΕΘ δείχνει το τελικό ισοζύγιο ισχύος, δηλαδή ποιος κατέχει και τι. Το αρνητικό πρόσημο (-136,8%) σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα-οφειλέτης.

Το όριο του -35%

Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει θέσει ως όριο ασφαλείας στην ΚΔΕΘ το -35%. Οταν μια χώρα το ξεπερνά (όπως εμείς που είμαστε σχεδόν στο τετραπλάσιο), η κατάσταση είναι εξαιρετικά δυσμενής για να πανηγυρίζει.

Ο δείκτης αυτός αναδεικνύει ότι οι ξένοι κατέχουν πολύ περισσότερα στην Ελλάδα από όσα κατέχουν οι Ελληνες στο εξωτερικό. Είμαστε μια χώρα με καθαρούς χρεώστες όχι μόνο δημοσιονομικά, αλλά και δομικά.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι το μέγεθος. Είναι η φύση αυτής της επιδείνωσης.

Δεν πρόκειται για νέο παραγωγικό κύμα επενδύσεων. Δεν βλέπουμε βιομηχανίες να χτίζονται, ούτε εξαγωγικές δυνατότητες να ενισχύονται ουσιαστικά. Αντίθετα, βλέπουμε μια μαζική μεταβίβαση υφιστάμενου πλούτου από δάνεια που πουλήθηκαν σε funds, από ακίνητα που πέρασαν σε ξένα χαρτοφυλάκια και από επιχειρήσεις που άλλαξαν χέρια χωρίς να αλλάξει τίποτα στην παραγωγική τους βάση.

Αυτό που παρουσιάζεται ως «επενδυτική εισροή» είναι συχνά απλώς αλλαγή ιδιοκτησίας. Και κάθε τέτοια αλλαγή βαθαίνει την εξάρτηση, διότι τα μελλοντικά έσοδα, ενοίκια, τόκοι, μερίσματα, φεύγουν εκτός χώρας.

Ακόμα πιο αποκαλυπτικό είναι ότι η άνοδος του χρηματιστηρίου, που θεωρείται ένδειξη υγείας, επιδεινώνει τη διεθνή επενδυτική θέση της χώρας. Γιατί; Διότι οι μετοχές αυτές ανήκουν σε μεγάλο βαθμό σε ξένους. Αρα η αύξηση της αξίας τους σημαίνει αύξηση των υποχρεώσεών μας. Χωρίς να έχει εισρεύσει ούτε ένα νέο ευρώ στην πραγματική οικονομία. Αυτή είναι η «λογιστική παγίδα» μιας οικονομίας που δεν ελέγχει τα μέσα παραγωγής της.

Η επίσημη γραμμή λέει ότι οι ξένες επενδύσεις θα φέρουν ανάπτυξη και θα εξισορροπήσουν τα πράγματα. Αυτό όμως ισχύει μόνο υπό προϋποθέσεις που στην ελληνική περίπτωση σπανίζουν.

Οι επενδύσεις που πραγματικά αλλάζουν την πορεία μιας οικονομίας είναι εκείνες που δημιουργούν νέα παραγωγή, όπως εργοστάσια, τεχνολογία, εξαγωγές, με σταθερές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Οχι εκείνες που αγοράζουν έτοιμα περιουσιακά στοιχεία για να αποσπάσουν αποδόσεις.

Οταν το «επενδυτικό μοντέλο» βασίζεται σε real estate, τουριστικά assets και distressed δάνεια, τότε δεν μιλάμε για ανάπτυξη, αλλά για μια λεηλασία των υπαρχόντων πόρων. Για μια οικονομία που ρευστοποιείται χωρίς προηγούμενο και χωρίς να μπορεί να επανακτηθεί.

Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ευθύνη.

Η στρατηγική που ακολουθείται δεν είναι ουδέτερη. Είναι επιλογή να μετατραπεί η χώρα σε πεδίο τοποθέτησης κεφαλαίων και όχι σε τόπο παραγωγής. Να προσελκύονται κεφάλαια με κάθε κόστος, χωρίς όρους για το τι παράγουν, πού επενδύουν και ποιον ωφελούν. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία ευάλωτη, όχι μόνο στις αγορές, αλλά και στις ίδιες της τις αντιφάσεις. Με χαμηλή παραγωγική βάση, υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές και ένα συνεχώς διογκούμενο εξωτερικό έλλειμμα που αναπαράγει τον κύκλο χρέους.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς «επενδύσεις» αλλά χρειάζεται έλεγχο, στρατηγική και κατεύθυνση.

Χρειάζεται να θέσει όρους για το τι είδους επενδύσεις θέλει, σε ποιους τομείς, με ποιες δεσμεύσεις για απασχόληση, τεχνογνωσία και εγχώρια προστιθέμενη αξία. Χρειάζεται δημόσια εργαλεία που να μπορούν να κατευθύνουν την ανάπτυξη και όχι να την παρακολουθούν παθητικά.

Γιατί αλλιώς η εικόνα θα συνεχίσει να βελτιώνεται «στα χαρτιά», την ώρα που η πραγματική οικονομία θα αδειάζει από περιεχόμενο.

Και τότε μέγα ζήτημα δεν θα είναι πόσα χρωστάμε, αλλά τι μας ανήκει.

*Πολιτική και οικονομική αναλύτρια

***

Γυναίκα με βαλίτσα στο δρόμο

Μπορείς να γυρίσεις σε μια χώρα που σε διώχνει;


Ο μη σεβασμός έχει γίνει φόβος επιβίωσης. Επιβίωσης όχι μόνο οικονομικής πια, πραγματικής επιβίωσης. Οταν ξέρεις ότι μπορεί να μπεις σε ένα τρένο και να μη βγεις ζωντανή. Οταν ξέρεις ότι η κυβέρνηση της χώρας περπατά επί πτωμάτων

Είναι πολύ δύσκολο να σε διώχνει η χώρα σου. Δε φεύγεις ποτέ έτσι απλά, φεύγεις όταν ξέρεις ότι τελειώνει το οξυγόνο, όταν η ανάσα σου γίνεται όλο και πιο γρήγορη, γιατί συνέχεια φοβάσαι. Φεύγεις λίγο πριν κλάψεις με αναφιλητά γιατί δεν αντέχεις άλλο. Ή, αφού έχεις κλάψει με αναφιλητά, γιατί δεν αντέχεις άλλο.

Οταν έφυγα, ήμουν 23. Ηξερα ότι αν θέλω να δουλέψω πρέπει να κάνω μεταπτυχιακό, όσες απλήρωτες πρακτικές κι αν είχα ήδη κάνει. Το μεταπτυχιακό που ήθελα να κάνω είχε 10.000€, σε δημόσιο πανεπιστήμιο. Δεν ήθελα να πάρω δάνειο, δεν ήθελα να δουλέψω καλοκαίρια και χειμώνες βάζοντας τη ζωή μου στην άκρη για να μπορέσω κάποια στιγμή, ίσως, να κάνω αυτό που σπούδασα. Δεν ήθελα να έχω γνωριμίες, δεν ήθελα να χρωστάω χάρες, δεν ήθελα να είμαι δούλα μπροστά σε ένα ρουσφέτι. Δεν ήθελα να δουλέψω σε ό,τι βρω ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα υπάρξει μια ευκαιρία που ίσως μου δώσει κάποια θέση για να ζω δουλεύοντας.

Από τη στιγμή που έφυγα, πάντα έλεγα πως θα γυρίσω. Πως έφυγα για να μπορώ να μάθω πώς είναι να ζεις με αξιοπρέπεια, να μπορώ να μάθω ότι αξίζω γιατί διάβασα, έγραψα, πήρα εμπειρία, βρέθηκα σε πλαίσια που με σεβάστηκαν. Για να μπορώ να μάθω να λέω όχι χωρίς να φοβάμαι τις συνέπειες. Ελεγα πως θα μάθω να είμαι δυνατή σε ένα πλαίσιο με σεβασμό, για να γυρίσω και να αντέξω το μη σεβασμό. Και να σταθώ απέναντί του.

Ο μη σεβασμός όμως έχει γίνει φόβος επιβίωσης. Επιβίωσης όχι μόνο οικονομικής πια, πραγματικής επιβίωσης. Οταν ξέρεις ότι μπορεί να μπεις σε ένα τρένο και να μη βγεις ζωντανή. Οταν ξέρεις ότι η κυβέρνηση της χώρας περπατά επί πτωμάτων, όταν ξέρεις ότι δικαιοσύνη δεν υπάρχει, όταν ξέρεις ότι αν δεν έχεις άκρες ίσως πεθάνεις σε ένα εργοστάσιο, έξω από ένα αστυνομικό τμήμα όπου ζητάς βοήθεια, μέσα σε αστυνομικό τμήμα όπου έχεις πάει για καταγγελία και εν τέλει σε βιάζουν.

Στο δίλημμα να μείνεις, να αγωνιστείς, ή να φύγεις, να σώσεις ό,τι μένει από σένα, δεν έχω απάντηση. Κι ας έχω φύγει τέσσερα χρόνια τώρα, ποτέ δεν είχα απάντηση. Γιατί το να φύγεις από το σπίτι σου δεν είναι πάντα επιλογή. Κάποιες φορές είναι ανάγκη, γιατί δεν πάει άλλο.

Ισως πάλι και να λέμε ότι φεύγουμε, να χρησιμοποιούμε δηλαδή αυτή τη συγκεκριμένη λέξη, για να μπορούμε να έχουμε την αίσθηση -εσφαλμένη ή μη- πως έχουμε έναν μικρό έλεγχο κάποιας επιλογής. Δεν υπάρχει όμως επιλογή όταν σε διώχνουν. Και δεν σε διώχνουν μόνο όταν σου λένε «φύγε». Αλλά και όταν βλέπεις τον διπλανό σου να φοβάται, να μην έχει χρήματα μετά τα μισά του μήνα, να δολοφονείται, να βιάζεται, να πρέπει να επιλέγει ανάμεσα στη δουλειά ή τους φίλους, να μην μπορεί να αντέξει την τιμή ενός ενοικίου, να μην μπορεί να πει όχι στην υπερωρία, να χάνει ανθρώπους που πάνε αλλού να ζήσουν. Γιατί ξέρεις πως ο άλλος που τα παθαίνει όλα αυτά είσαι εν δυνάμει εσύ. Γιατί η επιβίωση ενέχει τη θεμελιώδη αντίθεση ζωής-θανάτου.

Σεβασμός σε όσους μένουν, σεβασμός σε όσους φεύγουν, όλοι με κάποιον τρόπο προσπαθούμε να αγωνιστούμε για να μπορούμε να ζήσουμε σε μια χώρα που να σέβεται τους ανθρώπους που σε κάποιο δρόμο της πόλης ή της επαρχίας έχουν τις παιδικές αναμνήσεις τους, τους ανθρώπους τους, την οικογένειά τους, αυτά που -για μένα- αποτελούν πατρίδα.

Ας μιλάμε λοιπόν ανοιχτά, δεν είναι επιλογή να φεύγεις, είναι βάρος, που το σηκώνουμε ξεχωριστά, αλλά και μαζί.

Από μια Ελληνίδα του εξωτερικού λοιπόν, προς όποιο ενδιαφερόμενο, αφήστε μας να ζήσουμε σαν άνθρωποι, σταματήστε να μας διώχνετε, να μας στερείτε τους ανθρώπους μας, τη ζωή που εν τέλει κόψαμε σε κομμάτια για να μη μας την κόψουν.

Αλληλεγγύη σε όσες, όσους, όσα αγωνίζονται.

Μέχρι οι ζωές μας να αξίζουν περισσότερο από τα κέρδη τους.

Μέχρι να μπορούμε να γυρίσουμε σε μια χώρα όπου η αξιοπρέπεια να μην πρέπει να εξαρτάται από την τύχη.

* Κλινική ψυχολόγος

ΠΗΓΗ: efsyn.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου