Μέση Ανατολή: Τα διδακτικά παθήματα όσων «προσκολλήθηκαν» στις ΗΠΑ, του Διονύση Ελευθεράτου
Αδιάκοπα «ταξιδεύει» στο χρόνο, ανά την υφήλιο, το απόφθεγμα που εκστόμισε κάποτε – σε μια στιγμή σπάνιας ειλικρίνειας – ο Χένρι Κίσινγκερ: «Να είσαι εχθρός των ΗΠΑ είναι επικίνδυνο, αλλά να είσαι φίλος τους αποβαίνει συχνά μοιραίο».
Χάνει κανείς το μέτρημα, προσπαθώντας να υπολογίσει με πόση πυκνότητα και σε πόσα μήκη και πλάτη του πλανήτη έχει επαληθευτεί το απόφθεγμα αυτό – με συνέπειες από δυσμενείς έως καταστροφικές για τους «φίλους» της Ουάσινγκτον. Το επιβεβαιώνει και η τωρινή κατάσταση (ρευστή μεν, αλλά προσφερόμενη για κάποια συμπεράσματα) στη Μέση Ανατολή. Εκεί, έχουν σοβαρούς λόγους να «φιλοσοφούν» βάσει της συγκεκριμένης παραδοχής Κίσινγκερ, θλιμμένες, οι «πετρομοναρχίες». Iδίως όσες συνέβαλαν ουσιαστικά στην επίθεση των ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Οι «πετρομοναρχίες» έγιναν στόχοι, για χάρη των «φίλων και συμμάχων» τους. Αιμορράγησαν οικονομικά, αλλά το ακόμη χειρότερο μάλλον βρίσκεται μπροστά τους. Κινδυνεύουν να υποστούν επιπρόσθετη μεγάλη ζημιά, κάθε άλλο παρά προσωρινή: Να χάσουν ενεργειακές δουλειές και πελάτες στην Ασία, προς όφελος των αμερικανικών εταιρειών πώλησης φυσικού αερίου. Σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, οι ΗΠΑ είχαν αρχίσει νωρίτερα να εκτοπίζουν τις «πετρομοναρχίες». Μόνο κατά το 2024, οι εξαγωγές αργού πετρελαίου από τη Μ. Ανατολή στην Ευρώπη μειώθηκαν κατά 22%.
Τρία δεδομένα που σημαίνουν πολλά
Στο μέλλον θα φανεί κατά πόσο όλα αυτά θα ωθήσουν ή όχι κάποιες από τις φιλο-αμερικανικές χώρες της Μ. Ανατολής σε επανεξέταση των γεωπολιτικών προσανατολισμών τους. Επί του παρόντος, όμως, αναδεικνύονται τρία σημαντικά δεδομένα.
Έχουμε, λοιπόν: Πρώτον, την αδυναμία των ΗΠΑ να προστατεύσουν «συμμάχους» τους – κάτι που συχνά επαναλαμβάνεται, έστω και αν σε πλείστες άλλες περιπτώσεις η σωστή λέξη είναι «απροθυμία» ή «αδιαφορία», όχι «αδυναμία».
Δεύτερον, συνακόλουθο και ειδικότερο του πρώτου: Έχουμε την κατάρρευση του θεωρήματος πως η πληθώρα στρατιωτικών βάσεων της «ισχυρής φίλης» χώρας σε μια ευρεία περιοχή (και στα επί μέρους κράτη της) παρέχει σίγουρη «ασπίδα» στους οικοδεσπότες. Για τις χώρες του Κόλπου, οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ αποδείχθηκαν μπούμερανγκ, όχι «ασπίδες». Αντί να λειτουργήσουν αποτρεπτικά, έλκυσαν τον όλεθρο.
Τρίτον, έχουμε οικονομική ζημιά για τους «προστατευόμενους» και δυνάμει περεταίρω επιδείνωση της θέσης τους. Και αυτό δεν θα προκύψει ως ακούσια παρενέργεια του πολέμου. Δείχνει να είναι τμήμα της στρατηγικής, της γκάμας των στόχων του συγκεκριμένου πολέμου, από πλευράς ΗΠΑ: Να «στριμωχτεί» η Κίνα, αλλά και να αναδιαμορφωθεί η παγκόσμια αγορά ενέργειας κατά τρόπο ευνοϊκό για τις αμερικανικές εταιρείες. Και σε βάρος των «συμμαχικών» χωρών του Κόλπου.
Μήπως θυμίζει και κάτι… από Ευρώπη;
Εξυπακούεται πως δεν θα είναι η πρώτη φορά που κάποια κράτη τραυματίζονται πολύ σοβαρά, οικονομικά, προς όφελος των ΗΠΑ, επειδή ακολουθούν «τυφλά» τις επιλογές της Ουάσινγκτον σε μια σύρραξη. Πχ λόγω του ουκρανικού, το ίδιο έχουν πάθει οι ευρωπαϊκές χώρες, καθώς βρέθηκαν εξαρτημένες από το πανάκριβο αμερικανικό LNG, με δραματικά αποτελέσματα – ιδίως στον βιομηχανικό τομέα (χώρια οι διαδοχικές ευρωπαϊκές δαπάνες για την ενίσχυση του ουκρανικού οπλοστασίου).
Υπάρχει φυσικά μια διαφορά ανάμεσα στους ζημιωμένους Ευρωπαίους «συμμάχους» των ΗΠΑ και τους… ομολόγους τους της Μ. Ανατολής, πέραν φυσικά του ότι οι μεν πλήττονται ως εισαγωγείς υλών ενέργειας και οι δε ως εξαγωγείς: Οι Άραβες «σύμμαχοι» των ΗΠΑ δέχθηκαν και στρατιωτικά πλήγματα, κάτι που ίσως πίστευαν ότι δεν θα συνέβαινε ποτέ, με τόση αμερικανική στρατιωτική παρουσία στα εδάφη τους. Και σίγουρα δεν θα συνέβαινε, εάν δεν δεχόταν επίθεση το Ιράν που ουδέποτε τους είχε απειλήσει.
Η οικονομική αφαίμαξη μετά τον πόλεμο του 1991
Και στο παρελθόν, πάντως, οι ΗΠΑ είχαν… ξεζουμίσει τους Άραβες «φίλους» τους, με αφορμή έναν πόλεμο. Το έκαναν έπειτα από τη – νικηφόρα, τότε – «Καταιγίδα της Ερήμου» (1991), εναντίον του Ιράκ. Αξίζει να το δούμε αυτό, διότι η Μ. Ανατολή «διδάσκει» πολλά λόγω του παρόντος, αλλά και λόγω του παρελθόντος της.
Μετά τον πόλεμο του 1991, με το επιχείρημα ότι προστάτευσαν από το Ιράκ όλες τις «φιλικές» τους χώρες του Κόλπου, οι ΗΠΑ υπέβαλαν τους «συμμάχους» τους σε μια τεραστίων διαστάσεων οικονομική αφαίμαξη. Πρώτα υφάρπαξαν από τις χώρες του Κόλπου αμέτρητες δεκάδες δισεκατομμυρίων δολαρίων ως «πολεμικά έξοδα» και ύστερα τις ανάγκασαν να αγοράσουν όπλα πανάκριβα, αλλά εξαιρετικά αμφίβολης χρησιμότητας.
Επρόκειτο για ένα ιδιότυπο, τιτάνιο «νταβατζιλίκι»! Ας δούμε τι αναφερόταν στον διεθνή Τύπο, για τις διαστάσεις εκείνης της οικονομικής «αποστράγγισης».
Τον Αύγουστο του 1995, ο αναλυτής αμυντικών θεμάτων, Πάτρικ Κλόσον, επεσήμανε στο Strategic Forum ότι τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου πιέζονταν αφόρητα από την Ουάσινγκτον να αγοράζουν – και μάλιστα με εξωφρενικούς ρυθμούς – όπλα που δεν μπορούσαν πάντα να χρησιμοποιούν.
Την ίδια εποχή (Αύγουστος 1995), η γαλλική Monde Diplomatique έγραφε ότι τα πολεμικά αεροσκάφη που είχε αποκτήσει η Σαουδική Αραβία ήταν κατά πολύ περισσότερα από τους πιλότους, οι οποίοι θα μπορούσαν να τα κάνουν να πετάξουν… Και, ακόμη, πως οι συγκεκριμένες αγορές ήταν κερδοφόρες για τη βασιλική οικογένεια, που «τσέπωνε» το 30 – 40% της αξίας κάθε συμβολαίου ως προμήθεια.
Τον Ιανουάριο του 1996, το αμερικανικό Current History σημείωνε: «Οι παράλογες αγορές όπλων μειώνουν την ικανότητα των κρατών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου να απαντήσουν θετικά στις ανάγκες των πολιτών τους». Σε ό,τι αφορούσε ειδικά τη Σαουδική Αραβία, επεσήμαινε: «Πριν από τον πόλεμο, μπορούσε να καυχηθεί ότι διέθετε περίπου 120 δισεκατομμύρια δολάρια συναλλαγματικά αποθέματα, που τώρα έχουν μειωθεί σε 65 δισεκατομμύρια».
Αρκετά νωρίτερα, στις 26 Οκτωβρίου 1994, η Wall Street Journal είχε αποτυπώσει σε αριθμούς τη μεταφορά σαουδαραβικού πλούτου στις ΗΠΑ: Κατά την εποχή εκείνη, σε μια συνηθισμένη ημέρα το Πεντάγωνο εισέπραττε από τη Σαουδική Αραβία 10 εκατομμύρια δολάρια. Σε μια καλή ημέρα, οι εισπράξεις του Πενταγώνου από τη Σαουδική Αραβία, λόγω πωληθέντων όπλων, έφθαναν ως και τα 50 εκατομμύρια δολάρια. «Η Σαουδική Αραβία τώρα αγοράζει πολύ περισσότερα τανκς τύπου Μ-1Α2 από τις ίδιες τις ΗΠΑ», τόνιζε η εφημερίδα.
Κι ένα «έπος», εναντίον άοπλων διαδηλωτών στο Μπαχρέιν
Ας αναγνωρίσουμε όμως «και του στραβού το δίκιο»… Έπειτα από απανωτές αγορές όπλων, ναι μεν απέτυχε οικτρά η Σαουδική Αραβία στην στρατιωτική ανάμειξή της στην Υεμένη και ηττήθηκε από τους Χούθι («πέτυχε» πάντως ανείπωτες εκατόμβες στις τάξεις αμάχων, προκαλώντας εκτός των άλλων και λιμό), αλλά λίγα χρόνια νωρίτερα κατήγαγε «περήφανη» νίκη εναντίον… άοπλων Σιιτών διαδηλωτών. Το έκανε στο Μπαχρέιν, το 2011. Εκατοντάδες νεκρούς άφησαν πίσω τους τα σαουδαραβικά στρατεύματα, που κλήθηκαν από τον μονάρχη του Μπαχρέιν Χαμάντ μπιν Ισά Αλ Χαλίφανα για να πνίξουν στο αίμα την «Αραβική Άνοιξη», εκεί.
Στην «πολιτισμένη Δύση» η σφαγή εκείνη «πέρασε στα ψιλά». Στο Μπαχρέιν οι άοπλοι διαδηλωτές που ζητούσαν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις δεν ήταν… και τόσο «μαχητές της ελευθερίας». Η κυβέρνηση δεν ήταν ακριβώς τυραννική, διότι – αλίμονο- δεν ενδείκνυται να χαρακτηρίζεται έτσι ποτέ ένα καθεστώς… βολικό. Και σίγουρα όχι το καθεστώς μιας χώρας, στην οποία εδρεύει ο 5ος Στόλος των ΗΠΑ…
Όταν ο Τραμπ τηρεί την παράδοση…
Όπως προαναφέρθηκε, η ρήση του Κίσινγκερ έχει επαληθευτεί επανειλημμένως. Αν περιοριστούμε στη Μ. Ανατολή, θα προτάξουμε δυο πολύ εύγλωττα ιστορικά παραδείγματα. Το ένα παραπέμπει στους Κούρδους και το άλλο στο Ιράκ.
Στις δυο θητείες του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, ισάριθμες φορές η Ουάσινγκτον τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια των Κούρδων. Η πρώτη ήταν τον Οκτώβριο του 2019, όταν οι ΗΠΑ «άναψαν το πράσινο φως» στην Άγκυρα για στρατιωτική εισβολή στη βόρεια Συρία, αφήνοντας τους Κούρδους εκτεθειμένους στην τουρκική επιθετικότητα. Αυτή υπήρξε η οδυνηρή «ανταμοιβή» τους, για τη βοήθεια που είχαν παράσχει στη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους. Η δεύτερη φορά είναι πολύ πιο πρόσφατη: Με τη συμφωνία της 6ης Ιανουαρίου 2026 για τη Συρία, επιβλήθηκαν δυσμενέστατοι όροι στους Κούρδους της χώρας.
Δεν πρωτοτύπησε, όμως, ο Τραμπ. Απλώς, τήρησε τον κανόνα. Αυτόν που θέλει τις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν τους Κούρδους σαν «εργαλεία», για ειδικούς σκοπούς και σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και κατόπιν να τους αφήνουν «στα κρύα του λουτρού». Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό σήμανε και λουτρά αίματος. Κουρδικού αίματος. Κι όταν λέμε «πολλές περιπτώσεις» εννοούμε σχεδόν σε κάθε δεκαετία, από εκείνη του 1960 και μετά.
Με αφορμή το «άδειασμα» των Κούρδων από τον Τραμπ, το 2019, ο δημοσιογράφος Τζον Σβαρτς καταμέτρησε οκτώ (ως τότε) φορές «που οι ΗΠΑ πρόδωσαν τους Κούρδους» (εδώ).
«Ποιοι Κούρδοι, τώρα… Ιεραπόστολοι είμαστε; »
Το πικρό για τους Κούρδους ιστορικό δείχνει ότι το στοιχείο της εξαπάτησης ήταν ανέκαθεν καθοριστικό. Στη συντριπτική πλειονότητα των εν λόγω δραμάτων δεν άλλαζε η στάση των ΗΠΑ, επειδή μεσολαβούσαν κάποιες αναπάντεχες εξελίξεις. Άλλαζε, διότι εκ των προτέρων οι αμερικανικές επιδιώξεις ως προς τις αντίστοιχες επιχειρήσεις ήταν διαφορετικές από εκείνες, τις οποίες η Ουάσινγκτον ψιθύριζε στο αφτί των Κούρδων όταν τους παρακινούσε ή και τους εξόπλιζε. Και οι Κούρδοι που ήλπιζαν σε σταθερή αμερικανική στήριξη και αρωγή για την εκπλήρωση δικών τους στόχων και οραμάτων, βίωναν τραγωδίες.
Κάποτε, επί προεδρίας Νίξον στις ΗΠΑ, ρωτήθηκε ο ίδιος ο Χένρι Κίσινγκερ αν θεωρούσε ηθική τη στάση της Ουάσινγκτον, η οποία (τότε) πρώτα χρησιμοποίησε ένοπλους Κούρδους για να πληγώσει το Ιράκ προς όφελος του Ιράν – όπου τότε κυβερνούσε ο Σάχης – και κατόπιν τους άφησε εκτεθειμένους στις εκδικητικές διαθέσεις της Βαγδάτης. Τους εγκατέλειψε, καθώς ο ίδιος ο Σάχης γνώριζε πως αν τυχόν οι Κούρδοι του Ιράκ γεύονταν κάποια επιτυχία στρατηγικής εμβέλειας, πολύ γρήγορα θα εξεγείρονταν και οι Κούρδοι του Ιράν. Τι απάντησε τότε ο Χ. Κίσινγκερ; «Μη συγχέουμε μια μυστική συμφωνία (σ.σ με τους Κούρδους) με ιεραποστολική δράση…»
Ίσως μοιάζει με ειρωνεία της Ιστορίας, αλλά όπως εξαπατούσαν τους Κούρδους οι ΗΠΑ, έτσι παγίδευσαν και έναν φοβερό διώκτη τους, τον Σαντάμ Χουσεϊν. Εκείνον μόνον μία φορά, το 1990. Μία, αλλά ήταν αρκετή για την καταστροφή του Ιράκ. Ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά.
Ματώνοντας επί οκτώ χρόνια για χάρη της Ουάσινγκτον
Καθ’ όλη τη δεκαετία του 1980, το καθεστώς του Σαντάμ υπήρξε πιστό στα κελεύσματα της Ουάσινγκτον. Για χάρη των ΗΠΑ – και με την προτροπή τους – το Ιράκ άρχισε πόλεμο εναντίον του Ιράν, το οποίο η Ουάσινγκτον θεωρούσε θανάσιμο εχθρό από τότε (1979) που επικράτησε η ισλαμική επανάσταση.
Ο πόλεμος εκείνος διήρκεσε οκτώ χρόνια, από τον Σεπτέμβριο του 1980 ως τον Αύγουστο του 1988. Αφαίρεσε 240.000 ζωές Ιρανών και 160.000 ζωές Ιρακινών. Προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές σε αμφότερες τις χώρες. Τι κέρδισε από εκείνη την παρατεταμένη αιματοχυσία το Ιράκ, που είχε τη στήριξη των ΗΠΑ, όπως και άλλων ισχυρών χωρών της Δύσης; Απολύτως τίποτα.
Ο πόλεμος «κληροδότησε» στο Ιράκ βαρύτατο εξωτερικό χρέος, ύψους 75 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Φορείς έντονης δυσαρέσκειας γίνονταν οι στρατιώτες που επέστρεφαν από το μέτωπο (κι ήταν περίπου ένα εκατομμύριο). Στην ιρακινή κοινωνία άρχισαν να προβάλλονται οικονομικές διεκδικήσεις, αλλά και να φαίνονται σημάδια πολιτικής αμφισβήτησης. Ακόμη και στον στρατό, όπως και στη διοικητική μηχανή, ανιχνεύτηκαν τάσεις ανυπακοής.
Τότε ο Σαντάμ κατέφυγε σε μια… παραδοσιακή, διαχρονική συνταγή: Ένα καθεστώς που αμφισβητείται στο εσωτερικό μπορεί να εδραιωθεί, επικρατώντας στρατιωτικά επί κάποιου γειτονικού κράτους. Η κατάληψη του Κουβέιτ έδειχνε – και ήταν- εύκολη υπόθεση. Συντελέστηκε ταχύτατα, σχεδόν χωρίς να προβληθεί αντίσταση.
Το Κουβέιτ ήταν στόχος «λογικός», αλλά και οικονομικά επωφελέστατος. «Λογικός», διότι η Βαγδάτη είχε εγγράψει εδαφικές διεκδικήσεις επί του τεχνητού αυτού κράτους, τρεις δεκαετίες νωρίτερα. Επωφελέστατος, επειδή με την κατάληψη του Κουβέιτ το Ιράκ θα διεύρυνε κατά πολύ την πρόσβασή του στον Κόλπο και θα αύξαινε κατακόρυφα τον πετρελαϊκό πλούτο του. Θα επούλωνε, έτσι, γρήγορα και τις οικονομικές πληγές που του είχε αφήσει ο αποτυχημένος πόλεμος κατά του Ιράν.
Όσα ακολούθησαν είναι γνωστά. «Καταιγίδα της Ερήμου» στις αρχές του 1991. Οικονομική και κοινωνική καταστροφή στο μεταπολεμικό Ιράκ. Αναρίθμητοι θάνατοι λόγω των κυρώσεων και των ελλείψεων φαρμάκων και ιατρικού υλικού (το 1996 η UNICEF υπολόγισε σε 500.000 τα παιδιά που είχαν χάσει ως τότε τη ζωή τους εξ αιτίας αυτών των στερήσεων, η δε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μαντλίν Ολμπράιτ, απαντώντας σε σχετική δημοσιογραφική ερώτηση δήλωσε ανερυθρίαστα ότι «το τίμημα άξιζε τον κόπο»…). Εισβολή στο Ιράκ το 2003 με πρόσχημα τα ανύπαρκτα όπλα μαζικής καταστροφής. Κατοχή και αντάρτικο. Απαγχονισμός Σαντάμ. Περίπου ένα εκατομμύριο νεκροί. Ουσιαστική αποσύνθεση της χώρας. Γέννηση και ισχυροποίηση του Ισλαμικού Κράτους.
Από την πρώτη ημέρα της «Καταιγίδας της Ερήμου» του 1991 μέχρι και σήμερα, δημοσιογράφοι και αναλυτές επαναφέρουν την ίδια απορία: Καλά, πώς ο πονηρός, πραγματιστής Σαντάμ έκανε τέτοιο ολέθριο λάθος το 1990; Γιατί θεώρησε δεδομένο ότι οι Αμερικανοί, σε ένδειξη αναγνώρισης των υπηρεσιών του, θα του επέτρεπαν να αρπάξει το Κουβέιτ ; Γιατί δεν τους βολιδοσκόπησε νωρίτερα; Γιατί έκανε «του κεφαλιού του»;
Λογικά ερωτήματα, αλλά… άτοπα. Διότι ο Σαντάμ δεν έκανε ακριβώς «του κεφαλιού του», ούτε παρέλειψε να βολιδοσκοπήσει. Αυτή είναι η πραγματικότητα – άλλο αν η εξακρίβωσή της παραμένει κάπως… παραπεταμένη, στη δημόσια σφαίρα.
Η (σχετικά άγνωστη) παγίδευση του Σαντάμ από τις ΗΠΑ
Το Ιράκ εισέβαλε στο Κουβέιτ στις 2 Αυγούστου 1990. Μία εβδομάδα νωρίτερα, στις 25 Ιουλίου, ο Σαντάμ είχε καλέσει στο γραφείο του την Αμερικανίδα πρέσβειρα Έιπριλ Γκλάσπι, για να «τεστάρει» πώς θα αντιδρούσαν οι ΗΠΑ, εάν η Βαγδάτη καταλάμβανε το Κουβέιτ.
Δεν ήταν αποθαρρυντική η απάντηση της Γκλάσπι: «Ο πρόεδρος Μπους είναι έξυπνος άνθρωπος. Δεν θα κηρύξει οικονομικό πόλεμο κατά του Ιράκ. Πολλοί Αμερικανοί στις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές μας θα επιθυμούσαν να δουν την τιμή του πετρελαίου να υπερβαίνει τα 25 δολάρια…».
Στην ουσία, η Αμερικανίδα πρέσβειρα είπε στον Σαντάμ ότι οι Αμερικανοί «πετρελαιάδες» θα χαίρονταν με μια πολεμική «ανακατωσούρα» που θα ανέβαζε τις τιμές του «μαύρου χρυσού», τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Και ότι δεν θα τους χαλούσε το χατίρι ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους, ο οποίος διατηρούσε στενές σχέσεις με την πετρελαϊκή βιομηχανία (άλλωστε είχε δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά σε αυτήν) και διέθετε Τεξανούς συνεργάτες, με τις ίδιες διασυνδέσεις.
Η κατάληξη της απάντησης της Γκλάσπι απέπνεε ουδετερότητα: «Εμείς δεν έχουμε άποψη για τις ενδοαραβικές διενέξεις, όπως είναι οι συνοριακές διαφορές σας με το Κουβέιτ…» (βλ. το βιβλίο των Πιέρ Σάλινγκερ και Ερίκ Λοράν «Πόλεμος του Κόλπου – ο μυστικός φάκελος, 1991).
Οι ΗΠΑ λοιπόν έστησαν παγίδα στον Σαντάμ. Γιατί; Για λόγους που σχετίζονταν με το νέο διεθνές περιβάλλον. Το ανατολικό μπλοκ είχε καταρρεύσει, οι ΗΠΑ απολάμβαναν την αίγλη της μοναδικής υπερδύναμης. Η Ουάσινγκτον δεν χρειαζόταν πλέον συμφωνίες με φιλόδοξες περιφερειακές δυνάμεις. Περισσότερο τη συνέφεραν οι περιφερειακές κρίσεις, που θα της επέτρεπαν να διαδραματίζει επιδιαιτητικό ρόλο και να διαμορφώνει από θέση ισχύος τους «δέοντες» συσχετισμούς.
Επίσης, η ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ θα βοηθούσε τις ΗΠΑ να αναδείξουν την «πλανητική» ηγεσία τους, τιθέμενες επικεφαλής ενός ευρύτατου αντι- ιρακινού συνασπισμού, στον οποίο θα συμμετείχαν και αραβικές χώρες (Αίγυπτος, Συρία, Σαουδική Αραβία και φυσικά Κουβέιτ). Επιπλέον, η ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ έβαζε και το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της «παναραβικής ενότητας» – κάτι ουδόλως δυσάρεστο για τις ΗΠΑ.
Πλάι σε αυτά, ας προστεθεί και η διακαής επιθυμία του Ισραήλ να δει το Ιράκ δραματικά αποδυναμωμένο και ει δυνατόν διαλυμένο (όπως θέλει- χρόνια τώρα – και για το Ιράν). Αφού μια χώρα έπαυε να είναι χρήσιμη στις ΗΠΑ και ταυτοχρόνως το Ισραήλ απαιτούσε για αυτήν, όχι απλώς να πεταχτεί σαν στυμμένη λεμονόκουπα, αλλά και να θαφτεί, στην Ουάσινγκτον δεν θα σκέφτονταν και πολύ μέχρι να ανοίξουν λάκκο. Ιδίως όταν είχαν και τόσους άλλους λόγους να το κάνουν. Ο Σαντάμ έπεσε στο λάκκο. Και αυτό αποδείχθηκε μοιραίο για ολόκληρη τη χώρα του.
Αντί επιλόγου
Αλήθεια, πόσα από τα παραπάνω μεσανατολικά, τα νωπά και τα παλαιότερα, μοιάζουν να έχουν αντιστοιχήσεις με συμβάντα σε άλλες περιοχές; Αρκετά. Έχει δοκιμαστεί αναρίθμητες φορές το δόγμα πως η απόλυτη αφοσίωση στις ΗΠΑ και η ένταξη στα εκάστοτε σχέδιά τους αν μη τι άλλο θα εξασφαλίσει την ευμένεια που δείχνει (;) ο ισχυρός στους… πιστούς ακολούθους του. Την Ουκρανία την οδήγησε αυτό το δόγμα εκεί που βλέπουμε. Την ελληνική πολιτική ελίτ την έχει κάνει να δοκιμάζει δυσάρεστες εκπλήξεις σε διαφορετικές περιόδους – παλιότερες και πιο πρόσφατες – της μεταπολεμικής εποχής (αρχής γενομένης από το ανεμπόδιστο πογκρόμ του 1955 σε βάρος του ελληνικού στοιχείου της Κωνσταντινούπολης).
Για μια τέτοια σταχυολόγηση, βεβαίως, θα χρειαζόταν ξεχωριστό σημείωμα. Για την άντληση σωστών συμπερασμάτων απ’ όσα συμβαίνουν – και… ξανασυμβαίνουν – γύρω μας, χρειάζεται ευθυκρισία, απόρριψη «πατροπαράδοτων» στερεοτύπων και απομάκρυνση από την ευκολία του στρουθοκαμηλισμού. Αυτά τα στοιχεία δεν… αφθονούν (κομψά το λέμε) στην εγχώρια πολιτική ελίτ, αλλά μπορούν – και πρέπει- να ευδοκιμούν πάντα στη δική μας σκέψη.
- ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης:
Δημήτρης Χριστόπουλος στο tvxs / Γιατί η στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ είναι επικίνδυνη για την Ελλάδα
![]() |
Από συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Μπένζαμιν Νετανιάχου, τον Οκτώβριο του 2023. (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI) |
«Το να συμμαχείς με τον διάβολο στις διεθνείς σχέσεις δεν είναι καινοφανές. Το να γίνεσαι όμως διάβολος ο ίδιος και να προκαλείς την τύχη σου με τη συμμαχία αυτή μου φαίνεται απερίσκεπτο» λέει ο Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας του Παντείου Δημήτρης Χριστόπουλος στο tvxs με αφορμή την στενή σχέση Ελλάδας και Ισραήλ.
Ο καθηγητής μιλάει για τις συνέπειες αυτής της συμμαχίας στη χώρα μας και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και απαντά στα ερωτήματα που τίθενται με αφορμή την ταραγμένη γεωπολιτική σκακιέρα από τις επιθέσεις Ισραήλ και ΗΠΑ στη μέση Ανατολή.........


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου