
Το αφανές τέταρτο μνημόνιο του Μητσοτάκη, του Νίκου Γουρλά
Τον Αύγουστο του 2018, ο Α. Τσίπρας ανακοίνωσε στην Ιθάκη το τέλος των μνημονίων λέγοντας ότι η χώρα «ανέκτησε την οικονομική της ελευθερία», χαρακτηρίζοντας την ημέρα εκείνη ως την «αρχή μιας νέας σελίδα». Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας συνέχισε τον «Τσιπρικό» μύθο προσθέτοντας ότι αυτή στην πραγματικότητα έβγαλε την χώρα από τα μνημόνια αφού επί ημέρων της το 2023 η χώρα βγήκε από την ενισχυμένη εποπτεία.
Αυτό που έγινε στη πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια, αναδιάρθρωση του χρέους βάζοντας υποθήκη για 99 χρόνια την δημόσια περιουσία, εκχωρώντας παράλληλα την εποπτεία και τον έλεγχο της στους δανειστές. Όλα αυτά σε καμία περίπτωση δεν σημαίνουν ότι ο μνημονιακός οδοστρωτήρας σε μισθούς και κατακτήσεις των εργαζομένων θα έπαυε να ισχύει, το αντίθετο συνέβη. Οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι, το κόστος ζωής εκτοξεύεται χρόνο με τον χρόνο, τα ενοίκια και τα τρόφιμα απορροφούν όλο και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, ενώ η ανασφάλεια γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό της ζωής των λαϊκών νοικοκυριών.
Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σε συνδυασμό με την πραγματική εξέλιξη των μισθών και την έκρηξη της ακρίβειας, αποκαλύπτουν για την πλειοψηφία της κοινωνίας ότι τα μνημόνια δεν τελείωσαν ποτέ. Απλώς άλλαξαν μορφή. Αυτό που διαμορφώνεται σήμερα είναι ένα αφανές τέταρτο μνημόνιο, το οποίο δεν επιβάλλεται πλέον μέσα από δανειακές συμβάσεις και επιτηρήσεις, αλλά μέσα από τη διαρκή συμπίεση των μισθών και την εκτόξευση του κόστους ζωής.
Η κυβέρνηση του Μητσοτάκη σε κάθε αύξηση του κατώτατου μισθού οργανώνει και μια διαφημιστική καμπάνια για πολλές μέρες έως και βδομάδες πανηγυρίζοντας παράλληλα για τους ρυθμούς ανάπτυξης, επαναλαμβάνοντας ξανά τη φράση πως «η Ελλάδα γύρισε σελίδα» μιλά για «ισχυρή Ελλάδα» που βρίσκεται στην σωστή πλευρά της ιστορίας κ.λπ.
Η πραγματικότητα όμως που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια εργαζόμενοι είναι εντελώς διαφορετική. Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σε συνδυασμό με την πραγματική εξέλιξη των μισθών και την έκρηξη της ακρίβειας, αποκαλύπτουν μια σκληρή αλήθεια, για την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων και της νεολαίας και αυτή είναι ότι τα μνημόνια δεν τελείωσαν ποτέ. Απλώς άλλαξαν μορφή.
Η πραγματικότητα των εργαζομένων αποτυπώνεται χωρίς καμία δυνατότητα ωραιοποίησης στα επίσημα στατιστικά στοιχεία για τους μισθούς. Σύμφωνα με την τελευταία, πλήρως επικαιροποιημένη έκθεση της Eurostat για το 2024, ο μέσος ετήσιος, πλήρους απασχόλησης, προσαρμοσμένος μισθός στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 ανέρχεται σε 39.800 ευρώ. Αντίθετα, στην Ελλάδα ο αντίστοιχος μέσος μισθός είναι μόλις 18.000 ευρώ ετησίως.
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι στη δεύτερη χαμηλότερη θέση μεταξύ όλων των κρατών-μελών, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία (15.400 ευρώ), ενώ χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης όπως η Ουγγαρία (18.500 ευρώ) την ξεπερνούν πλέον οριακά. Η διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι συντριπτική για μια χώρα που θεωρητικά ανήκει στον πυρήνα της Ευρωζώνης. Οι μισθοί στην χώρα μας είναι περίπου 55% χαμηλότεροι από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα αμείβεται λιγότερο από τον μισό σε σύγκριση με τον Ευρωπαίο συνάδελφό του.
Σύμφωνα με ανάλυση της Eurostat, μεταξύ 2004 και 2024, η Ελλάδα και η Ιταλία ήταν οι μόνες χώρες στην ΕΕ που κατέγραψαν μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών ανά κάτοικο. Αυτό σημαίνει ότι ένα ελληνικό νοικοκυριό σήμερα έχει λιγότερη αγοραστική δύναμη από ό,τι είχε πριν από είκοσι χρόνια πριν από την Ολυμπιάδα του 2004, πριν από τη μεγάλη κρίση, πριν από τα μνημόνια. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ που διατυμπανίζει ο Μητσοτάκης, για τον λαό σημαίνει σύμφωνα με τα στοιχεία φτώχεια που χρόνο με τον χρόνο μεγαλώνει.

Περισσότερες ώρες δουλειάς λιγότερο εισόδημα
Οι «τεμπέληδες» Έλληνες εργάζονται περισσότερες ώρες ετησίως από σχεδόν οποιονδήποτε άλλον στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα παραμένει σταθερά στις πρώτες θέσεις σε ετήσιες ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο. Παρόλα αυτά το εισόδημά τους παραμένει από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη, ακόμη και μετά από δεκαπέντε χρόνια μνημονιακής «προσαρμογής». Είμαστε το μοντέλο της «φτηνής χώρας» μέσα στην Ευρωζώνη με το πιο εξευτελιστικό χαμηλό κόστος της εργατικής της δύναμης.
Η πραγματική εικόνα αποκαλύπτεται όταν εξεταστεί η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Το 2011, πριν από τα μνημόνια, ο κατώτατος μισθός ανερχόταν σε 751 ευρώ μεικτά. Σε πραγματικές τιμές εκείνης της περιόδου αντιστοιχούσε περίπου σε 732 ευρώ.
Σήμερα παρά την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μεικτά η πραγματική του αξία λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό φτάνει μόλις τα 746 ευρώ. Με άλλα λόγια μετά από δεκαπέντε χρόνια μνημονίων ο κατώτατος μισθός βρίσκεται μόλις 14 ευρώ πάνω από τα επίπεδα του 2011.
Αν όμως δούμε την εξέλιξη των τιμών σε βασικά αγαθά όπως τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση τότε τα πράγματα γίνονται πιο τραγικά. Η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων είναι χαμηλότερη από εκείνη που είχαν πριν από την οικονομική κρίση. Με λίγά λόγια, χρειάστηκαν δεκαπέντε χρόνια για να επιστρέψουμε σχεδόν στο σημείο από το οποίο ξεκίνησαν τα μνημόνια.
Ένα ακόμη στοιχείο που δείχνει τη συνέχεια της μνημονιακής πολιτικής είναι ο τρόπος καθορισμού του κατώτατου μισθού. Από το 2012 ο κατώτατος μισθός δεν καθορίζεται μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων των εργαζομένων, αλλά με κυβερνητική απόφαση. Παρά το γεγονός ότι τα μνημόνια έχουν τυπικά τελειώσει, το μέτρο αυτό παραμένει σε ισχύ σχεδόν δεκαπέντε χρόνια μετά.
Μάλιστα, από το 2028 προβλέπεται ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού θα γίνεται και με τη χρήση ειδικού αλγόριθμου, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη δείκτες όπως η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι οι μισθοί θα καθορίζονται με βάση το τι «αντέχει» να πληρώσει η αγορά και όχι με βάση τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων.
ΕΛΣΤΑΤ: Το 27,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού

Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ αυξήθηκε κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Ιδιαίτερα δραματική είναι η κατάσταση για τους νέους και τα παιδιά. Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα κάτω των 17 ετών φτάνει το 29,6%. Με άλλα λόγια, σχεδόν ένα στα τρία παιδιά στην Ελλάδα μεγαλώνει σε συνθήκες οικονομικής ανασφάλειας. Η παιδική φτώχια δεν είναι ένας ακόμα αριθμός γιατί τα παιδιά που μεγαλώνουν σε συνθήκες στέρησης έχουν σημαντικά λιγότερες ευκαιρίες σε όλα τα επίπεδα από την εκπαίδευση, ως την σωματική και ψυχική υγεία ενώ η φτώχια μετατρέπεται σε κληρονομική για το μεγαλύτερο μέρος αυτών των παιδιών.

Τα πράγματα γίνονται πολύ χειρότερα επειδή σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ οι βασικές ανάγκες γίνονται πολυτέλεια. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει νοικοκυριά που αδυνατούν να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες, όπως:
- επαρκή θέρμανση του σπιτιού
- επαρκή και ποιοτική διατροφή
- δυνατότητα αντιμετώπισης ενός έκτακτου οικονομικού εξόδου
- δυνατότητα διακοπών έστω και για λίγες ημέρες τον χρόνο
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το κατώφλι της φτώχειας ορίζεται στα 7.020 ευρώ ετησίως για ένα άτομο και στα 14.742 ευρώ για μια οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά. Ακόμη και με αυτά τα χαμηλά όρια, εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται πολύ κοντά ή κάτω από το επίπεδο αυτό. Τα πράγματα γίνονται πολύ χειροτέρα αν παρθεί υπόψη η τεράστια αύξηση του κόστους στέγασης που απορροφά το ένα τρίτο ή ακόμη και το μισό του εισοδήματος ενός εργαζόμενου.
Για χιλιάδες νέους εργαζόμενους, νέα ζευγάρια, φοιτητές, μετανάστες, η πρόσβαση στη στέγη γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη, συχνά ακατόρθωτη. Το κόστος στέγασης (ενοίκιο, κοινόχρηστα, λογαριασμοί ενέργειας, φόροι) απορροφά πάνω από 50-60% του μηνιαίου εισοδήματος ενός νοικοκυριού. Σύμφωνα με έρευνα του ΙΝΕ της ΓΣΣΕ Οι νέοι 20 – 30 ετών ακόμα και μεγαλύτερων ηλικιών εξακολουθούν και μένουν στα παιδικά τους δωμάτια. Σύμφωνα με έρευνα δύο στους τρεις νέους ηλικίας 18–34 ετών στην Ελλάδα ζουν με τους γονείς τους, όπως και οκτώ στους δέκα στην ηλικιακή ομάδα 20–30 ετών…

Μνημόνιο χωρίς τρόικα η νέα κανονικότητα της λιτότητας
Σήμερα μπορεί να μην υπάρχουν φανερές διαπραγματεύσεις με την τρόικα. Να μην υπάρχει ο Τσίπρας που έβγαζε έρπη μετά τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στο τρίτο μνημόνιο ΣΥΡΙΖΑ -ΝΔ. Υπάρχει όμως μια πιο ύπουλη συνθήκη που αποκτά μόνιμα και ανεπίστρεπτα χαρακτηριστικά και δεν επιτρέπει σε έναν άνθρωπο που δουλεύει 8ωρο, 5ήμερο, τον χρόνο να ζήσει με αξιοπρέπεια. Η εκτίναξη των τιμών στα ενοίκια, στην ενέργεια και τα καύσιμα, σε συνδυασμό με τις αυξήσεις στα τρόφιμα και τα βασικά αγαθά οδηγούν σε μια νέα χειρότερη μνημονιακή λιτότητα
Με λίγα λόγια, υπάρχει ένα μνημόνιο χωρίς τρόικα. Ένα μνημόνιο που μπορεί να μην έχει ανακοινωθεί από το Καστελόριζο να παραμένει αφανές και για τον λόγο αυτό είναι ένα μνημόνιο χωρίς ημερομηνία λήξης. Η λιτότητα δεν είναι πλέον μια έκτακτη, προσωρινή πολιτική ανάγκης που μας επιβλήθηκε από τους δανειστές όπως έλεγαν. Η λιτότητα έχει γίνει μια μόνιμη κατάσταση που χωρίς αυτή το κεφάλαιο και η άρχουσα τάξη δεν μπορεί να ανταγωνιστεί με ίσους όρους τις οικονομίες των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, μια κατάσταση μόνιμης και διαρκούς φτώχειας που παρουσιάζεται ως ανάπτυξη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου