Στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, οι κάτοικοι του Βερολίνου
είχαν κουραστεί να βλέπουν τα ενοίκια να εκτοξεύονται. Οργανώθηκαν
λοιπόν σιγά-σιγά, γειτονιά-γειτονιά και απαίτησαν πλαφόν στα ενοίκια. Η
μαζικότητα της απαίτησης ανάγκασε το 2020, την πολιτική τάξη της πόλης
να επιβάλει το πλαφόν, τοπικά και προσωρινά. Μέχρι που μετά από προσφυγή
της ίδιας πολιτικής τάξης, το ανώτερο δικαστήριο έκρινε το πλαφόν
αντισυνταγματικό.
Η κοινωνία δεν αιφνιδιάστηκε. Οι οργανωτικές ομάδες ήξεραν ότι η
εξουσία επιστρατεύει νομικά προσχήματα και μεταφέρει τη σύγκρουση στο
μονωμένο νομικό πεδίο, όταν θέλει να υπονομεύσει αιτήματα που
συγκρούονται με τις στρατηγικές συσσώρευσης των επενδυτών. Ήξεραν ότι το
δικαστήριο, με την κατάλληλη πίεση, θα μπορούσε να ακυρώσει νομικά αυτό
που είχε ήδη κερδηθεί πολιτικά. Γι’ αυτό ήδη πολύ πριν την απόφαση του
δικαστηρίου είχαν αρχίσει να οργανώνουν την απάντησή τους.
Από το 2018 άρχισαν να οργανώνουν δημοψήφισμα με ένα αίτημα, πιο
ριζοσπαστικό από το προηγούμενο. Ζήτησαν την κοινωνικοποίηση των
κατοικιών που είχαν περάσει στον έλεγχο τεράστιων ιδιωτών θεσμικών
επενδυτών. (Η πρόταση θα κοινωνικοποιούσε 240.000 κατοικίες, που ανήκαν
σε 12 μεγάλους εταιρικούς ιδιοκτήτες, καθένας από τους οποίους διέθετε
περισσότερα από 3.000 διαμερίσματα στο κρατίδιο του Βερολίνου).
Μετά από μια μεγαλειώδη προσπάθεια συλλογής υπογραφών, το δημοψήφισμα
έγινε στο τέλος του 2021. 1,03 εκατομμύρια άνθρωποι (56,4%) ψήφισαν
υπέρ και 715.000 άνθρωποι (39%) κατά της κοινωνικοποίησης. Παρά την
εκστρατεία φόβου που εξαπέλυσαν η πολιτική τάξη και οι εταιρικοί
εκμισθωτές (κάτι κουλά περί «επιστροφής στη σοβιετία») η απόφαση ήταν
καθαρή.
Και τότε ενεργοποιήθηκε άλλος ένας γνώριμος μηχανισμός ανάσχεσης του
αιτήματος. Η πολιτική τάξη του Βερολίνου συγκρότησε μια επιτροπή «σοφών»
για να εξετάσει τη συνταγματικότητα του αιτήματος. Ήταν μια κίνηση
καθυστέρησης, ένα φρένο επενδυμένο με την περιβόητη ουδετερότητα των
«σοφών» που δεν ήταν βεβαίως ούτε ουδέτεροι, ούτε σοφοί.
Την ίδια στιγμή, οι οργανωτικές ομάδες ετοίμαζαν (ετοιμάζουν) ήδη το
επόμενο βήμα. Ένα δεύτερο δημοψήφισμα, που αυτή τη φορά δεν θα θέτει
κάποιο ερώτημα, αλλά ένα πλήρες σχέδιο νόμου. Σε αυτές τις περιπτώσεις,
αν υπερψηφιστεί το σχέδιο, δεν περνά από κοινοβουλευτική έγκριση αλλά
γίνεται κατευθείαν νόμος.
Από αυτή τη διαδικασία πρέπει να κρατήσουμε δύο πράγματα που συνήθως
περνούν στα ψιλά. Πρώτον, ακόμη και χωρίς την άμεση εφαρμογή, το
δημοψήφισμα έπληξε υλικά τα συμφέροντα των εκμισθωτών. Πώς; Για
παράδειγμα, η μετοχή της Vonovia, (ενός κολοσσού με εκατομμύρια
διαμερίσματα σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και χιλιάδες στο Βερολίνο)
κατέρρευσε.
Η κατάρρευση της μετοχής της Vonovia την αμέσως επόμενη στιγμή μετά
την ανακοίνωση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος για κοινωνικοποίηση
των ιδιωτικών διαμερισμάτων οφείλεται στο εξής: Τα έσοδά της Vonovia
στηρίζονται σε δύο αλληλένδετους πυλώνες. Αφενός τις εισροές από τα
ενοίκια και αφετέρου τον φθηνό δανεισμό. Ο δεύτερος (o φθηνός δανεισμός)
εξαρτάται από τον πρώτο (τη συνέχιση πληρωμής ενοικίων), από την πίστη
ότι τα ενοίκια θα συνεχίσουν να ρέουν απρόσκοπτα. Το δημοψήφισμα έσπασε
αυτή την πίστη. Η σταθερότητα των εισοδηματικών ροών αμφισβητήθηκε. Η
μετοχή έπεσε, το κόστος δανεισμού ανέβηκε και η εταιρεία βρέθηκε υπό
πίεση να αποκαταστήσει την «ηρεμία».
Και ερχόμαστε στο δεύτερο που πρέπει να κρατήσουμε. Την επιλεκτική
και μεροληπτική επίκληση της νομιμότητας που λειτουργεί ως μηχανισμός
καθυστέρησης και πειθάρχησης. Η επίκληση του νόμου γίνεται συχνά
εργαλείο των ισχυρών για να αναστείλουν ένα σαφές δημοκρατικό αίτημα.
Και κυρίως για να καθησυχάσουν τις αγορές, υπενθυμίζοντάς τους ότι κάθε
δημοκρατική διαδικασία έχει όρια τα οποία ορίζονται αλλού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το νομικό πεδίο δεν είναι πεδίο αγώνα. Είναι.
Όπως είναι και ο κρατικός μηχανισμός, με τις αντιφάσεις και τις
ιεραρχίες του. Αλλά το παιχνίδι κρίνεται στην συγκρότηση μιας
πλειοψηφίας που μπορεί να αναγκάζει ακόμα και τους θεσμούς να
μετακινηθούν.
Στη Θεσσαλονίκη, με πάνω από 23.000 υπογραφές για το δημοψήφισμα
σχετικά με τη ΔΕΘ, η οργανωτική επιτροπή κατάφερε να συγκροτήσει αυτή
την κρίσιμη μάζα ανθρώπων που θέλουν να έχουν λόγο για την πόλη τους.
Και ήδη, αυτή η επιτυχία έχει υλικά αποτελέσματα.
Γιατί πλήττει τα συμφέροντα των εταιρειών ανάπτυξης ακινήτων που θα σχεδιάσουν το έργο.
Γιατί πλήττει τα συμφέροντα των εθνικών μας εργολάβων (που με
βεβαιότητα θα αναλάβουν το έργο). Οι εργολάβοι στηρίζονται σε
«ανεκτέλεστα» έργα για να εξασφαλίζουν φθηνό δανεισμό (όσο υψηλότερο
είναι το ανεκτέλεστο μιας κατασκευαστικής, δηλαδή τα μελλοντικά έργα που
της έχουν ανατεθεί, τόσο χαμηλότερος ο δανεισμός της, και τόσο
ευκολότερη η πρόσβαση σε φτηνό χρήμα). Η ΔΕΘ είναι άλλο ένα τέτοιο
(πελώριο) έργο, ένα ακόμη ποσό που θα φουσκώσει τους ισολογισμούς τους.
Γιατί πλήττει τα συμφέροντα των μεγάλων, μεσαίων και μικρών εκμισθωτών που προσδοκούν άνοδο της αξίας γης και πρόσοδο.
Γι’ αυτό σπεύδουν οι προύχοντες, οι πολιτικοί διαχειριστές των ίδιων
συμφερόντων, να παίξουν καθυστέρηση και να παρακάμψουν τη διαδικασία,
ενεργοποιώντας νομικά προσχήματα που δεν στέκουν. Όχι για τη
«νομιμότητα», αλλά για να καθησυχάσουν την αγορά.
Το ζήτημα όμως είναι πολιτικό. 23.000+ άνθρωποι ζητούν δημοψήφισμα.
Και το ερώτημα είναι αν αυτό το γεγονός θα μείνει πολιτικό ή αν θα
πνιγεί. Γιατί αυτό ακριβώς που επιδιώκει η πολιτική τάξη είναι να
μεταφερθεί η σύγκρουση από την πολιτική στη νομική σφαίρα, να απομονωθεί
εκεί, να απονευρωθεί.
Η μάχη κρίνεται αλλού, σε αυτές τις 23.000+ υπογραφές, που είναι μια τεράστια παρακαταθήκη.
*Ο Νίκος Βράντσης είναι υποψήφιος διδάκτορας κοινωνικής γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα
ΠΗΓΗ
- ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ περισσότερα σχετικά με το αίτημα πάνω από 23.000 πολιτών στη Θεσσαλονίκη, για τη διενέργεια δημοτικού δημοψηφίσματος με το ερώτημα του προτεινόμενου δημοψηφίσματος να έχει ως εξής: «Συμφωνείτε
το εκθεσιακό κέντρο της ΔΕΘ να μετατραπεί με αποκλειστικά δημόσια
χρηματοδότηση σε Μητροπολιτικό Πάρκο υψηλού πρασίνου, πολιτισμού και
άθλησης, χωρίς νέες κατασκευές, και ταυτόχρονα (α) να διατηρηθούν μόνο
τα περίπτερα με θεσμικά αποδεδειγμένη ιστορική αξία και μνήμη, ώστε να
αποκατασταθούν και να φιλοξενούν ήπιες εκθεσιακές και πολιτιστικές
δραστηριότητες, και (β) οι μεγάλες εκθέσεις να μεταφερθούν σε νέες
εγκαταστάσεις σε δημόσια έκταση στη Σίνδο;».