![]() |
| © Dreamstime.com |
Οταν το σχολείο γίνεται «βαριά βιομηχανία» για παιδιά
H εικόνα είναι πλέον μια οδυνηρή κανονικότητα στην ελληνική καθημερινότητα, αλλά δεν παύει να είναι σοκαριστική αν την παρατηρήσει κανείς με καθαρή ματιά: Ενα παιδί δέκα ετών, με την πλάτη κυρτωμένη από μια τσάντα που ζυγίζει το ένα τρίτο του σώματός του, διασχίζει το κατώφλι του σπιτιού του στις δύο το μεσημέρι, μόνο και μόνο για να αλλάξει βιβλία. Η «βάρδιά» του δεν τελειώνει εκεί. Μετά το επτάωρο στο δημόσιο σχολείο, ακολουθεί ο «δεύτερος γύρος» στα φροντιστήρια, στις ξένες γλώσσες και στις εξωσχολικές δραστηριότητες που έχουν βαφτιστεί «απαραίτητα εφόδια».
Την ώρα που στον ευρωπαϊκό μέσο όρο οι 23 έως 25 ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως θεωρούνται το όριο για τις μικρές ηλικίες, για τα ελληνικά δεδομένα αυτά τα νούμερα μοιάζουν με ανάπαυλα.
Εδώ ο «μαραθώνιος» της εξουθένωσης αρχίζει από το Δημοτικό, με το ωρολόγιο πρόγραμμα να αγγίζει τις 30 ώρες, οι οποίες αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Αν προσθέσουμε την παραπαιδεία, ο μαθητής στο ελληνικό σχολείο εργάζεται εβδομαδιαίως περισσότερο από έναν ενήλικα σε βαριά βιομηχανία, μετατρέποντας την παιδική ηλικία σε μια εξαντλητική προετοιμασία για την εργασιακή περιπλάνηση.
Η ακτινογραφία της κόπωσης
Για να καταλάβουμε γιατί τα παιδιά είναι εξουθενωμένα, πρέπει να δούμε τι συμβαίνει μέσα στην αίθουσα. Το σύγχρονο σχολείο δεν στοχεύει στην ολόπλευρη μόρφωση, αλλά στη συσσώρευση αποσπασματικών πληροφοριών. Στην Ελλάδα, ένα παιδί στην Ε’ και ΣΤ’ Δημοτικού καλείται να διαχειριστεί έως και 14 διαφορετικά μαθήματα. Από τη Γλώσσα και τα Μαθηματικά μέχρι τα «Εργαστήρια Δεξιοτήτων», την Πληροφορική και τις δύο ξένες γλώσσες.
Η πιο αποκαλυπτική πηγή για το τι πραγματικά συμβαίνει στην ελληνική οικογένεια είναι οι ετήσιες εκθέσεις του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ (Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής) και συγκεκριμένα η μελέτη «Δαπάνες των νοικοκυριών για την εκπαίδευση» του 2023-2024. Τα στοιχεία καταρρίπτουν, εκτός των άλλων, τον μύθο της δωρεάν Παιδείας με τον πιο ανάγλυφο τρόπο. Η Ελλάδα κατέχει την παγκόσμια πρωτοτυπία να συνδυάζει ένα εξαιρετικά φορτωμένο δημόσιο πρόγραμμα με τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες στην Ευρώπη σε σχέση με το εισόδημα. Η ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι το κόστος της εκπαίδευσης μετακυλίεται βίαια από τον κρατικό προϋπολογισμό στον οικογενειακό, δημιουργώντας ένα σύστημα που είναι δημόσιο μόνο κατ’ όνομα, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργεί ως ένας μηχανισμός οικονομικής αιμορραγίας για την οικογένεια.
Η παραπαιδεία σε όλες της τις μορφές –από τις ξένες γλώσσες και τα κέντρα μελέτης μέχρι τις ιδιωτικές δραστηριότητες δεξιοτήτων– προσθέτει συχνά τουλάχιστον 15 έως 20 ώρες εβδομαδιαίας επιβάρυνσης. Ετσι, όπως καταγράφει η ανάλυση της ΓΣΕΕ, ο συνολικός χρόνος «εργασίας» του μαθητή (σχολείο και ιδιωτική εκπαίδευση) μπορεί να αγγίξει τις 45-50 ώρες την εβδομάδα, υπερβαίνοντας το νόμιμο εργασιακό ωράριο ενός ενήλικα. Αυτή η υπεραπασχόληση δεν είναι τυχαία, αλλά δομική.
Η Ελλάδα παραμένει διαχρονικά στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τα κονδύλια που κατευθύνει στην Παιδεία, επενδύοντας μόλις το 3,9% του ΑΕΠ, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει το 5%. Ακόμα πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι η εκπαίδευση απορροφά μόλις το 6% των δημόσιων δαπανών, έναντι του 10% που ισχύει στον ΟΟΣΑ, αποδεικνύοντας τη χαμηλή προτεραιότητα που δίνεται στη δημόσια μάθηση. Η υποχρηματοδότηση μεταφράζεται σε ελλείψεις προσωπικού και σε μια ύλη που «τρέχει» χωρίς να προλαβαίνει να αφομοιωθεί. Το κενό που αφήνει το κράτος έρχεται να το καλύψει η ιδιωτική πρωτοβουλία, μετατρέποντας το δικαίωμα στη γνώση σε εμπόρευμα που αγοράζεται μέσω οικογενειακού προϋπολογισμού, δημιουργώντας μαθητές δύο ταχυτήτων πριν καν από την εφηβεία.
Η γεωγραφία της παραπαιδείας
Σε αντίθεση με την Ισπανία ή τη Γαλλία, όπου η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας θεωρείται οργανικό κομμάτι της δημόσιας εκπαίδευσης και ολοκληρώνεται εντός του σχολικού ωραρίου, στην Ελλάδα η ξένη γλώσσα έχει μετατραπεί στον πρώτο πυλώνα της παραπαιδείας. Ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος στις ώρες διδασκαλίας δεν διαφέρει σημαντικά από τον ελληνικό, η ειδοποιός διαφορά έγκειται στο «μετά»: στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες το σχολικό οκτάωρο περιλαμβάνει την εμπέδωση της γνώσης και τις δραστηριότητες. Στην Ελλάδα, οι 30 ώρες του σχολείου είναι μόνο η αφετηρία.
Σύμφωνα με το ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, η ανάγκη για φροντιστήριο ξεκινά ήδη από την Α’ Δημοτικού. Πρόκειται για μια ελληνική εξαίρεση που αποδεικνύει την αποτυχία του συστήματος. Ενώ το κράτος εισάγει τα Αγγλικά από την πρώτη βαθμίδα, η οικογένεια αισθάνεται ότι η παρεχόμενη γνώση είναι προσχηματική και ανεπαρκής για την απόκτηση πιστοποίησης. Στην Ισπανία, η ενσωμάτωση των γλωσσών στο δημόσιο πρόγραμμα γίνεται με τρόπο που ο μαθητής δεν χρειάζεται ιδιωτική βοήθεια για να φτάσει σε επίπεδο επάρκειας.
Στην Ελλάδα, όμως, η ξένη γλώσσα λειτουργεί ως το πρώτο «ταξικό φίλτρο». Οι οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα στερούνται βασικές ανάγκες για να πληρώσουν δίδακτρα καθώς η εκμάθηση δεύτερης γλώσσας θεωρείται το ελάχιστο απαραίτητο εφόδιο για τη μελλοντική επιβίωση στην αγορά εργασίας.
Η ΓΣΕΕ υπογραμμίζει στην έκθεση για τις «Ανισότητες στην πρόσβαση» ότι αυτή η «σιωπηλή ιδιωτικοποίηση» στερεί από τα παιδιά της εργατικής τάξης τον πολύτιμο χρόνο ανάπαυσης. Ο μαθητής της Ε’ Δημοτικού στην Ελλάδα δουλεύει περισσότερο από έναν υπάλληλο γραφείου, ενώ ταυτόχρονα το κόστος αυτής της «εργασίας» το επωμίζεται η οικογένεια. Αυτό το παράδοξο δημιουργεί μια γενιά παιδιών που μαθαίνουν από τα έξι τους χρόνια ότι η δημόσια παροχή δεν είναι ποτέ αρκετή και ότι η ζωή τους θα είναι ένας διαρκής, εξαντλητικός αγώνας δρόμου για να καλύψουν τα κενά που το ίδιο το σύστημα δημιουργεί.
Η ψυχολογική πίεση που ασκείται σε τόσο μικρή ηλικία είναι ανυπολόγιστη, καθώς το παιδί εσωτερικεύει την αποτυχία του συστήματος ως δική του προσωπική αδυναμία αν δεν καταφέρει να αντεπεξέλθει στον καταιγισμό των υποχρεώσεων.
Η «βαρύτητα» της μελέτης στο σπίτι
Ομως η εξάντληση δεν σταματά στο φροντιστήριο, καθώς η «κατ’ οίκον εργασία» στην Ελλάδα λειτουργεί ως ένας δεύτερος αόρατος μηχανισμός πίεσης που εισβάλλει στον ιδιωτικό χώρο. Το σχολείο, αδυνατώντας να ολοκληρώσει την ύλη λόγω του παράλογου όγκου της, μεταφέρει την ευθύνη της διδασκαλίας στο σπίτι. Οι γονείς μετατρέπονται αναγκαστικά σε «βοηθούς δασκάλους», μια διαδικασία που επιτείνει την οικογενειακή ένταση και μετατρέπει το σπίτι σε προέκταση της σχολικής αίθουσας.
Εδώ η ταξική ανάλυση συναντά την έμφυλη διάσταση με τον πιο σκληρό τρόπο καθώς το βάρος της επίβλεψης της μελέτης πέφτει δυσανάλογα στις γυναίκες. Η μητέρα, συχνά ύστερα από μια εξαντλητική ημέρα εργασίας, καλείται να φέρει εις πέρας μια «τρίτη βάρδια» πάνω από τα σχολικά βιβλία, προσπαθώντας να εξηγήσει έννοιες που το σχολείο απλώς προσπέρασε.
Για μια εργαζόμενη μητέρα που δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να προσλάβει παιδαγωγό για μελέτη, η καθημερινότητα μετατρέπεται σε έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης ενάντια στον χρόνο.
Αυτό το «απλήρωτο εκπαιδευτικό έργο» στο σπίτι είναι μια μορφή εκμετάλλευσης του χρόνου της οικογένειας από το κράτος.
Αντί το σχολείο να μορφώνει αυτόνομα το παιδί, απαιτεί από την οικογένεια να αναπληρώσει τις δομικές του ελλείψεις, παραγνωρίζοντας ότι οι γονείς δεν έχουν πάντα το μορφωτικό υπόβαθρο ή τον χρόνο να υποστηρίξουν τα παιδιά τους και οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο ανισοτήτων.
Το burnout στην περίπτωση αυτή δεν αφορά μόνο τον μαθητή, αλλά ολόκληρο το οικογενειακό κύτταρο, που ζει υπό τη διαρκή σκιά της σχολικής αποτυχίας.
Η ευρωπαϊκή σύγκλιση στην πειθάρχηση
Στον ευρωπαϊκό Νότο παρατηρείται μια ανησυχητική στροφή προς τα λεγόμενα «Εργαστήρια Δεξιοτήτων». Στην Ελλάδα, η εισαγωγή τους παρουσιάστηκε ως μεγάλη καινοτομία, όμως η κριτική αναδεικνύει ότι αυτά τα εργαστήρια λειτουργούν συχνά ως δούρειος ίππος για την εισαγωγή της επιχειρηματικής λογικής από το Δημοτικό. Αντί για κριτική σκέψη, τα παιδιά διδάσκονται «δεξιότητες» (skills), που είναι εργαλεία μιας χρήσης για την αγορά εργασίας. Η γνώση τεμαχίζεται σε μικρά, εύπεπτα κομμάτια που δεν συνδέονται μεταξύ τους, αφήνοντας το παιδί με έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών αλλά χωρίς την ικανότητα να κατανοήσει τη δομή του κόσμου γύρω του.
Η περίπτωση της Ιταλίας προσφέρει χρήσιμα συμπεράσματα καθώς εκεί η αύξηση των ωρών στο σχολείο χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει το κενό του κοινωνικού κράτους στη φύλαξη των παιδιών. Χωρίς να βελτιωθούν τα σχολικά κτίρια ή να αλλάξει η εκπαιδευτική διαδικασία, το σχολείο μετατράπηκε σε έναν χώρο φύλαξης που εξαντλεί τους μαθητές αντί να τους μορφώνει.
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι αυτά τα εργαστήρια προστίθενται σε μια ήδη εξαντλητική ύλη, δημιουργώντας ένα γνωστικό χάος. Το φορτωμένο πρόγραμμα λειτουργεί τελικά ως ένας μηχανισμός πειθάρχησης. Το παιδί μαθαίνει από νωρίς ότι η ζωή είναι ένας ατέλειωτος κύκλος καθηκόντων, αξιολογήσεων και ανταγωνισμού, όπου ο ελεύθερος χρόνος θεωρείται χαμένος.
Αυτή η πρόωρη προσαρμογή στους εξαντλητικούς ρυθμούς της αγοράς εργασίας είναι το πραγματικό burnout της νέας γενιάς.
Το σχολείο παύει να είναι χώρος απελευθέρωσης και μετατρέπεται σε μια γραμμή παραγωγής αυριανών εργαζομένων που θα έχουν μάθει να αντέχουν την πίεση χωρίς να την αμφισβητούν, στερούμενοι το δικαίωμα στην παιδική ηλικία και την πνευματική ανεξαρτησία.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων και τη σύγκριση με την Ιταλία και την Ισπανία είναι ότι η Ευρώπη του Νότου έχει εγκλωβιστεί σε μια εκπαιδευτική «φούσκα». Φορτώνουμε τα παιδιά με ώρες και μαθήματα, όχι γιατί θέλουμε να τα κάνουμε πιο σοφά, αλλά γιατί το σύστημα απαιτεί την πρόωρη ενσωμάτωσή τους σε έναν ανταγωνιστικό τρόπο ζωής που εξυπηρετεί την οικονομία.
Η Ελλάδα αποτελεί την πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της τάσης, ενώ η συστηματική υποχρηματοδότηση αναγκάζει τις οικογένειες να αναλάβουν το κόστος της δημόσιας και δωρεάν Παιδείας.
Η λύση που προτείνεται μέσα από μια προοδευτική οπτική δεν είναι η απλή μείωση των ωρών, αλλά η ριζική αναδιάρθρωση του τι σημαίνει «μάθηση». Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που θα απορροφά τους κραδασμούς της κοινωνικής ανισότητας αντί να τους ενισχύει και θα δίνει χρόνο στο παιδί να αναπτυχθεί, να παίξει και να αναρωτηθεί.
Το δικαίωμα στη γνώση είναι αναφαίρετο, αλλά εξίσου αναφαίρετο είναι και το δικαίωμα στην ξενοιασιά και την κοινωνικοποίηση χωρίς το άγχος της διαρκούς αξιολόγησης.
● Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο oποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Ana Somavilla (El Confidencial – Ισπανία), Lorenzo Ferrari (OBCT - Ιταλία).



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου