
Όταν το κόμμα της Λεπέν συνάντησε το γαλλικό κεφάλαιο
του Όλι Χέινς* | Green Europe Journal
Για την Μαρίν Λεπέν δεν είναι άγνωστη η στρατηγική ασάφεια. Τον τελευταίο χρόνο κινείται ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη: προβάλλει τον Ζορντάν Μπαρντελά ως πιθανό υποψήφιο της Εθνικής Συσπείρωσης (Rassemblement National, RN) για τις προεδρικές εκλογές του 2027, χωρίς όμως να αποκλείει το ενδεχόμενο να είναι η ίδια υποψήφια, εφόσον τα δικαστήρια αποφάσισουν να μειώσουν την ποινή που της έχει επιβληθεί για υπεξαίρεση δημόσιων πόρων.
Τον Ιούλιο, η ποινή της μειώθηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης: δύο με αναστολή και ένα υπό κατ’ οίκον περιορισμό. Παράλληλα, η περίοδος στέρησης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και της κατοχής δημόσιου αξιώματος μειώθηκε στους 15 μήνες. Καθώς το διάστημα αυτό είχε ήδη παρέλθει από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ο δρόμος προς την προεδρία άνοιξε ξανά για τη Λεπέν.
Η Λεπέν έχει ήδη προσφύγει και κατά της νέας απόφασης ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου. Ανάλογα με το πότε θα εκδοθεί η απόφαση, ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα ταπεινωτικό τέλος για την προεκλογική της εκστρατεία, περνώντας τις τελευταίες ημέρες της με ηλεκτρονικό βραχιολάκι και υπό περιορισμό κυκλοφορίας. Αν, ωστόσο, σταθεί τυχερή, οι αργοί ρυθμοί της γαλλικής Δικαιοσύνης μπορεί να μεταθέσουν την έκδοση της απόφασης για μετά τον δεύτερο γύρο των εκλογών, οπότε η ίδια ελπίζει ότι θα καλύπτεται πλέον από την προεδρική ασυλία.
Υποψήφια ή ίσως όχι. Με ηλεκτρονικό βραχιολάκι ή ίσως όχι. Και η αβεβαιότητα του γαλλικού δικαστικού συστήματος δεν είναι το μόνο πεδίο ασάφειας. Η διεκδίκηση του Μεγάρου των Ηλυσίων από τη Λεπέν εξαρτάται επίσης από την ικανότητά της να διατηρήσει ενωμένες τις διαφορετικές πτέρυγες της εκλογικής της βάσης, τα συμφέροντα των οποίων συχνά συγκρούονται.
Η βραχύβια κοινωνική στροφή
Όταν η Λεπέν πέτυχε την πρώτη μεγάλη της νίκη, περνώντας στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017, το κατάφερε στηριζόμενη σε μια «κοινωνική στροφή». Με σύμβουλο τον Φλοριάν Φιλιπό, τότε αντιπρόεδρο του Front National (του σημερινού RN), κατέβηκε στις εκλογές με ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε συνταξιοδότηση στα 60, κατάργηση της εργασιακής μεταρρύθμισης του 2016 που περιόριζε τα δικαιώματα των εργαζομένων, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και διατήρηση τόσο της 35ωρης εβδομάδας εργασίας όσο και του φόρου περιουσίας, μαζί με μια σειρά άλλων κρατικίστικων μέτρων.
Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας επιτέθηκε στο Le Siècle, μια διακομματική λέσχη της γαλλικής ελίτ, την οποία περιέγραψε ως μυστικό τόπο συνάντησης της ολιγαρχίας. Δανείστηκε ακόμη και συνθήματα του αριστερού λαϊκιστή Ζαν-Λικ Μελανσόν, επιχειρώντας να προσελκύσει τους ψηφοφόρους του στον δεύτερο γύρο: τους κάλεσε να «τους διώξουν» («dégagez-les»), σε άμεση αναφορά στο δικό του σύνθημα «διώξτε τους όλους» («dégagez-les tous»). Επικαλέστηκε ακόμη και τον Ζαν Ζορές, εμβληματική μορφή του γαλλικού σοσιαλισμού των αρχών του 20ού αιώνα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Η Λεπέν είχε περάσει μεγάλο μέρος της προεκλογικής εκστρατείας του 2017 εξαίροντας τα οφέλη της εξόδου από το ευρώ και ενός Frexit, προοπτικές στις οποίες αντιτίθεντο έντονα τόσο ο επιχειρηματικός κόσμος όσο και το 70% της γαλλικής κοινής γνώμης. Την τελευταία στιγμή προσπάθησε να αναδιπλωθεί, αλλά δεν κατάφερε να πείσει το εκλογικό σώμα. Η εκστρατεία της ολοκληρώθηκε με ένα καταστροφικό για την ίδια τηλεοπτικό ντιμπέιτ απέναντι στον Μακρόν, στο οποίο έδωσε την εντύπωση ότι δεν κατανοούσε επαρκώς τις ίδιες της τις οικονομικές προτάσεις.
Δέκα χρόνια αργότερα, ελάχιστα έχουν απομείνει από εκείνη τη Μαρίν Λεπέν. Στο πλαίσιο της στρατηγικής «αποδαιμονοποίησης» -της προσπάθειας, δηλαδή, να καταστεί το RN αποδεκτό σε ευρύτερα στρώματα του εκλογικού σώματος- εγκατέλειψε τις κοινωνικές της δεσμεύσεις με την ίδια ευκολία με την οποία τις είχε αρχικά υιοθετήσει.
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γαλλία οι εταιρείες δεν επιτρέπεται να χρηματοδοτούν πολιτικές εκστρατείες, ενώ οι δωρεές ιδιωτών υπόκεινται σε ανώτατο όριο 7.500 ευρώ. Επομένως, ο επιχειρηματικός κόσμος δεν παρεμβαίνει τόσο άμεσα στη δημοκρατική διαδικασία όσο τα συμφέροντα των κρυπτονομισμάτων και των ορυκτών καυσίμων, που στηρίζουν τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Νάιτζελ Φάρατζ. Παράλληλα, λόγω των ιστορικών δεσμών του RN με τον φασισμό, οι επιχειρήσεις απέφευγαν στο παρελθόν να συνδεθούν δημόσια με το κόμμα – σε τέτοιο βαθμό, ώστε το Front National να δυσκολεύεται ακόμη και να εξασφαλίσει δάνεια από γαλλικές τράπεζες.
Ωστόσο, από το 2024, όταν το Rassemblement National αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο αυτοτελές κόμμα τόσο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και στη γαλλική Εθνοσυνέλευση (την κάτω Βουλή του γαλλικού κοινοβουλίου), το RN και οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν σταδιακά έρθει πιο κοντά. Σε αυτή την προσέγγιση έχει συμβάλει σημαντικά ο Ζορντάν Μπαρντελά, ο νεαρός ανερχόμενος πολιτικός που θα είχε αντικαταστήσει τη Λεπέν ως υποψήφιος, εάν τα δικαστήρια δεν της επέτρεπαν τελικά να διεκδικήσει την προεδρία.
Ο Μπαρντελά, μόλις 30 ετών και σήμερα σε σχέση με μια αριστοκράτισσα, θεωρεί ότι το RN πρέπει να διευρύνει την απήχησή του πέρα από την εργατική και οικονομικά πιεζόμενη μικροαστική του βάση και να στραφεί προς τα εύπορα κοινωνικά στρώματα. Αντιλαμβάνεται τη δημοσιονομική λιτότητα ως βασικό στοιχείο του σχεδίου του RN: το 2024 διακήρυξε την ανάγκη για «τάξη στους δρόμους και τάξη στα δημόσια οικονομικά».
Κόμμα του κεφαλαίου












