09 Απριλίου 2026

«Είμαστε με κάθε Τούνη» - Αν δεν είσαι με την Τούνη, ποιον ακριβώς υπερασπίζεσαι; - Η Τούνη δεν είναι η εξαίρεση. Είναι ο κανόνας.

Τούνη

Η Τούνη δεν είναι η εξαίρεση. Είναι ο κανόνας.


Τελικά με ποιανού την πλευρά είμαστε; «Είμαστε με κάθε Τούνη» και αυτό δεν αφορά μια influencer. Αφορά κάθε γυναίκα που βρέθηκε εκτεθειμένη, που αμφισβητήθηκε, που κλήθηκε να αποδείξει την ίδια της την κακοποίηση.

Πριν από μερικές ημέρες, εκδόθηκε η πρώτη δικαστική απόφαση για την υπόθεση revenge porn της Ιωάννας Τούνη, μια υπόθεση που απασχολεί την κοινή γνώμη σχεδόν από το 2017.

Το δικαστήριο έκρινε ένοχους τους δύο κατηγορούμενους για παραβίαση προσωπικών δεδομένων με σκοπό βλάβης, επιβάλλοντάς τους ποινές φυλάκισης 3 και 4 ετών. Ωστόσο, οι καταδικασθέντες παραμένουν ελεύθεροι, καθώς οι ποινές τους, οι οποίες αφορούν κακούργημα, έχουν ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της έφεσης.

Δηλαδή, παρότι υπάρχει καταδίκη, και μάλιστα για κακούργημα, η υπόθεση δεν έχει τελεσιδικήσει και η τιμωρία δεν εκτελείται άμεσα.

Τυπικά, πρόκειται για μια καταδικαστική απόφαση. Ουσιαστικά, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Μετά από χρόνια διαδικασιών, δημόσιας έκθεσης και επαναλαμβανόμενης δοκιμασίας, η δικαίωση παραμένει μετέωρη. Και εδώ ακριβώς ξεκινά το κρίσιμο ερώτημα. Τι σημαίνει «δικαιοσύνη» για μια γυναίκα που έχει υπάρξει θύμα κακοποίησης;

Αυτή η εξέλιξη, όσο «τυπικά» κι αν εξηγείται νομικά, αφήνει μια πικρή επίγευση. Γιατί για ακόμη μία φορά, το σύστημα δείχνει να λειτουργεί με έναν τρόπο που, αντί να προστατεύει, αφήνει το θύμα εκτεθειμένο.

Η καθυστέρηση της δικαιοσύνης, η μακρόχρονη διαδικασία, η δημόσια αναπαραγωγή του τραύματος, όλα αυτά συνθέτουν μια δεύτερη μορφή κακοποίησης. Στη διάρκεια της δίκης, το επίμαχο βίντεο προβλήθηκε οκτώ φορές μέσα στη δικαστική αίθουσα. Η δικαστική αίθουσα γίνεται χώρος όπου το θύμα καλείται να αποδείξει ξανά και ξανά ότι είναι πράγματι θύμα.

Το θύμα καλείται να επαναλάβει, να αποδείξει, να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Να πείσει ότι δεν συναινούσε, ότι δεν «προκάλεσε», ότι δεν φέρει ευθύνη. Να αποδείξει τα αυτονόητα.

Και δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο. Υποθέσεις όπως εκείνη του Δημήτρη Λιγνάδη έχουν ήδη αναδείξει τις ίδιες δομικές αδυναμίες. Ένα σύστημα που αργεί, αμφισβητεί και τελικά εξαντλεί τα θύματα. Η δικαστική αίθουσα μετατρέπεται σε χώρο όπου η αξιοπιστία του θύματος τίθεται υπό διαρκή αμφισβήτηση. Το βλέμμα μετατοπίζεται από την πράξη του θύτη στη συμπεριφορά του θύματος.

Και εδώ αναδεικνύεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της κοινωνίας μας. Απαιτούμε από τις γυναίκες να καταγγέλλουν τους κακοποιητές τους, να «σπάνε τη σιωπή», να μιλούν και ταυτόχρονα είμαστε έτοιμοι να αμφισβητήσουμε το βίωμά τους αν δεν ταιριάζουν στην εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας για το «ιδανικό θύμα».

Αν μια γυναίκα είναι δυναμική, «εκτεθειμένη», σεξουαλικά απελευθερωμένη ή δημόσια ορατή, η αξιοπιστία της τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αν δεν είναι «σεμνή», «ήσυχη», «διακριτική», τότε δεν χωρά εύκολα στο αφήγημα της θυματοποίησης. Και έτσι, καλείται να αποδείξει κάτι που δεν θα έπρεπε ποτέ να χρειάζεται απόδειξη. Η κακοποίηση δεν εξαρτάται από τον χαρακτήρα, την εικόνα ή τον τρόπο ζωής.

Η πρόσφατη δικαστική εξέλιξη στην υπόθεση της Ιωάννα Τούνη δεν είναι ακόμα μια είδηση, αλλά πρόκειται για ένα επεισόδιο σε μια ευρύτερη αφήγηση για το πώς οι σύγχρονες κοινωνίες, και ειδικότερα η ελληνική, διαχειρίζονται το σώμα, τη σεξουαλικότητα και τελικά την ίδια την αξιοπρέπεια των γυναικών.

Η έννοια του revenge porn δεν αφορά μόνο την παράνομη διακίνηση ιδιωτικού υλικού, αλλά πρόκειται για έναν μηχανισμό πειθάρχησης. Μια πρακτική που τιμωρεί τη γυναικεία σεξουαλικότητα όταν αυτή ξεφεύγει από τα αποδεκτά όρια. Το σώμα της γυναίκας μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα, όχι μόνο για κατανάλωση, αλλά για ηθική κρίση. Το ερώτημα δεν είναι «ποιος ήταν ο παραβάτης;» αλλά «τι έκανε αυτή για να βρεθεί εκεί;».

Το κοινό που αναπαράγει το υλικό. Οι χρήστες που σχολιάζουν. Οι τίτλοι που υπονοούν. Όλοι συμμετέχουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, σε μια κουλτούρα διαπόμπευσης. Μια κουλτούρα που δεν τιμωρεί τον θύτη, αλλά ελέγχει το θύμα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τούνη δεν δικάζεται μόνο σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Δικάζεται καθημερινά στο «λαϊκό δικαστήριο» των social media, των τηλεοπτικών πάνελ, των ανώνυμων σχολίων. Η δημόσια συζήτηση σπάνια μένει στον δράστη. Μετατοπίζεται σχεδόν αυτόματα στο θύμα. Οι χαρακτηρισμοί, οι υπαινιγμοί, η ευκολία με την οποία αναπαράγεται η ιδέα ότι «κάτι έκανε». Τι έκανε; Πώς βρέθηκε εκεί; Γιατί; Και τελικά, μέσα από αυτή τη διαδικασία, η γυναίκα στιγματίζεται.

Και εκεί, η ετυμηγορία συχνά είναι προκαθορισμένη. Η γυναίκα που εκτίθεται, είναι «η πουτάνα». Αυτός ο χαρακτηρισμός, πέρα από προσβλητικός, είναι κυρίως εργαλείο εξουσίας. Επαναφέρει τη γυναίκα στη θέση του αντικειμένου, ακυρώνοντας την ιδιότητά της ως υποκείμενο δικαιωμάτων. Είναι κοινωνικός μηχανισμός υποτίμησης και ελέγχου. Ένα εργαλείο που μετατρέπει το θύμα σε «ένοχο» στα μάτια της κοινής γνώμης.

Συχνά πιστεύουμε ότι η φήμη και τα χρήματα λειτουργούν ως ασπίδα. Ωστόσο, η περίπτωση της Τούνη δείχνει ότι αυτό δεν ισχύει στον βαθμό που θα περίμενε κανείς. Αλλά ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της. «Τα ήθελε», «το έκανε για δημοσιότητα», «δεν είναι πραγματικό θύμα». Παρά τη φήμη, τους πόρους και τη δυνατότητα να μιλήσει δημόσια, βρέθηκε αντιμέτωπη με τον ίδιο πυρήνα αμφισβήτησης. Να αποδείξει ότι είναι θύμα. 

Αμφισβητείται, λοιδορείται, καλείται να αποδείξει τα αυτονόητα, να πείσει, με άλλα λόγια, «ότι δεν είναι ελέφαντας». Αυτό σημαίνει ότι το στίγμα της έμφυλης βίας είναι τόσο ισχυρό, που διαπερνά κοινωνικά στρώματα. Αντί να προστατεύει, η ορατότητα συχνά εντείνει τη διαπόμπευση. Και αν αυτό συμβαίνει σε μια δημόσια φιγούρα, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τι συμβαίνει σε γυναίκες χωρίς πρόσβαση σε πόρους ή δημόσιο λόγο, γυναίκες που σιωπούν γιατί γνωρίζουν τι τις περιμένει.

H Ιωάννα – ευτυχώς – είχε τη δυνατότητα να αντέξει τη διαδικασία. Να έχει νομική υποστήριξη. Να επιμείνει. Πόσες γυναίκες μπορούν να κάνουν το ίδιο; Και εδώ αναδεικνύεται η πιο σκληρή όψη του συστήματος. Δεν είναι μόνο ότι εκθέτει τα θύματα. Είναι ότι τα φιλτράρει. Επιβιώνουν, δικαστικά και κοινωνικά, όσες αντέχουν. Όσες έχουν τους πόρους. Οι υπόλοιπες σιωπούν, αποσύρονται ή δεν φτάνουν ποτέ μέχρι το τέλος.

Άλλωστε το σύστημα δεν είναι ουδέτερο. Αντίθετα, αναπαράγει ιεραρχίες. Άλλες γυναίκες κρίνονται πιο «άξιες» προστασίας από άλλες. Και συχνά, όσο πιο αόρατη είναι μια γυναίκα κοινωνικά, τόσο πιο εύκολα εξαφανίζεται και η υπόθεσή της.

Παρόλα αυτά, ζούμε σε έναν κόσμο όπου ένα θύμα μπορεί να περιμένει εννέα ολόκληρα χρόνια για να δικαιωθεί και όταν αυτό τελικά συμβαίνει, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες διώξεις, ακόμη και με τη διαδικασία του αυτοφώρου, επειδή τόλμησε να κατονομάσει τον κακοποιητή του

Έναν κόσμο όπου οι πραγματικοί θύτες συνεχίζουν τη ζωή τους ανενόχλητοι στη δημόσια σφαίρα, χωρίς ίχνος λογοδοσίας, τη στιγμή που επιχειρείται η ποινικοποίηση της φωνής του θύματος.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πολλές ιστορίες δεν θα ειπωθούν ποτέ. Πολλές γυναίκες θα μείνουν στο περιθώριο, όχι μόνο επειδή διασύρθηκαν, αλλά επειδή φοβήθηκαν ότι η ίδια η διαδικασία της δικαιοσύνης θα τις πληγώσει περισσότερο από την αρχική αδικία.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο: όχι μόνο το έγκλημα, αλλά το γεγονός ότι το θύμα φοβάται να μιλήσει. Ότι η δικαιοσύνη, αντί να λειτουργεί ως καταφύγιο, εκλαμβάνεται ως ένας ακόμη κίνδυνος.

Το κρίσιμο, λοιπόν, στην υπόθεση της Ιωάννας δεν είναι μόνο τι αποφάσισε το δικαστήριο. Είναι το τι αποκαλύπτει αυτή η υπόθεση για εμάς ως κοινωνία. Ότι συνεχίζουμε να αναπαράγουμε μια κουλτούρα που εξευτελίζει τα θύματα. Ότι η δικαιοσύνη, ακόμη και όταν αποδίδεται, έρχεται αργά και συχνά με όρους που δεν προστατεύουν πραγματικά. Ότι η δημόσια σφαίρα λειτουργεί περισσότερο ως χώρος διαπόμπευσης παρά ως πεδίο αλληλεγγύης.

Τελικά με ποιανού την πλευρά είμαστε;  «Είμαστε με κάθε Τούνη» και αυτό θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο αν τη δούμε πέρα από το πρόσωπο. Δεν αφορά μια influencer. Αφορά κάθε γυναίκα που βρέθηκε εκτεθειμένη, που αμφισβητήθηκε, που κλήθηκε να αποδείξει την ίδια της την κακοποίηση. Αφορά τη στάση απέναντι σε κάθε γυναίκα που μιλά και αμφισβητείται, που καταγγέλλει και κρίνεται, που επιμένει και εξαντλείται. 

Δεν είναι σύνθημα συμπάθειας προς ένα πρόσωπο. Είναι πολιτική και κοινωνική στάση. Σημαίνει να μετατοπίσουμε το βλέμμα από το θύμα στον θύτη, από την κρίση στην κατανόηση, από τη διαπόμπευση στη στήριξη.

Αν κάτι μας δείχνει αυτή η υπόθεση, είναι ότι η δικαιοσύνη δεν είναι μόνο ζήτημα αποφάσεων. Είναι ζήτημα διαδικασιών, στάσεων και, τελικά, κουλτούρας. Γιατί όσο συνεχίζουμε να ζητάμε από τα θύματα να αποδείξουν την ίδια τους την κακοποίηση και να χωρέσουν σε ένα στερεότυπο για να γίνουν πιστευτά, η δικαιοσύνη θα παραμένει, στην καλύτερη περίπτωση, μισή.

Cover Photo: INTIME NEWS / ΜΩΥΣΙΑΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

ΠΗΓΗ 

***  

Αν δεν είσαι με την Τούνη, ποιον ακριβώς υπερασπίζεσαι;

Είσαι με το θύμα μόνο όταν σε βολεύει η εικόνα που έχεις για το πώς «πρέπει» να είναι ένα θύμα. Τι, όχι;

Αν δεν ζεις κάτω από πέτρα, ξέρεις πολύ καλά τι συμβαίνει με την Ιωάννα Τούνη.

Το δικαστήριο έκρινε ένοχους τους δύο άντρες που αποφάσισαν να δημοσιεύσουν βίντεο με απόλυτα προσωπικές της στιγμές κι ένας από εκείνους (απόλυτα ελεύθερος παρά την ενοχή του) βγήκε για ποτάρες σε μαγαζί. Κι η Τούνη ήθελε να βγει, για να γιορτάσει τη δικαίωσή της. Και βγήκε και στο μαγαζί που επέλεξε, πέτυχε τον κακοποιητή της. Και ζήτησε την απομάκρυνσή του από τον χώρο, πράγμα που δεν έγινε δεκτό. Και τον έβγαλε βίντεο και τον ανέβασε στα σόσιαλ με το ονοματεπώνυμό του.

Και ο κακοποιητής της, της έκανε μήνυση. Και τη συνέλαβαν.

Η δικηγόρος του κακοποιητή βγήκε στα κανάλια να τον υπερασπιστεί. «Η μήνυση που έχει γίνει στην κυρία Ιωάννα Τούνη είναι το ίδιο ακριβώς αδίκημα, για το οποίο έχει καταμηνύσει και τους πελάτες μου», είπε, μεταξύ άλλων.

Αυτό το «είναι το ίδιο ακριβώς αδίκημα» το βλέπεις και παντού στα σόσιαλ, σε σχόλια κάτω από τα σχετικά άρθρα -διότι η όλη φάση έγινε viral. Και το βλέπεις γραμμένο και από γυναίκες.

Γυναίκες απορούν πώς είναι δυνατόν ο κόσμος να υπερασπίζεται την Ιωάννα Τούνη που, αρχικά, ας πρόσεχε, κι έπειτα τόλμησε κι έβγαλε στη φόρα το πρόσωπο του κακοποιητή της.

Σε πρωινάδικο, πάλι γυναίκα, κατηγόρησε την Τούνη. «Την βλέπω την Ιωάννα πολύ προσεκτικά από την πρώτη στιγμή της δικαστικής διαμάχης, κράτησε τα προσχήματα, ντύνεται πολύ ωραία. Βγήκε το Σάββατο με το baby doll… Εντάξει, ήταν καλυμμένη η κοπέλα μπροστά… Αλλά ρε Ιωάννα μου, εσύ, επειδή τα προσέχεις», δήλωσε.

Και κάπου εδώ, η κουβέντα παύει να αφορά μόνο την Ιωάννα Τούνη.

Γιατί αυτό το «είναι το ίδιο ακριβώς αδίκημα» είναι η πιο γνώριμη, η πιο βολική, η πιο παλιά καραμέλα του victim blaming. Η κοινωνία αποφασίζει ότι, για να νιώσει άνετα, πρέπει να εξισώσει τον θύτη με το θύμα. Να πει «όλοι φταίνε λίγο», για να μη χρειαστεί να κοιτάξει κατάματα τη βία.

Γιατί αν δεν είναι «το ίδιο», τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάποιος έκανε κάτι βαθιά κακοποιητικό. Και αυτό μας χαλάει την ισορροπία.

Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους και να είμαστε στην ίδια σελίδα -ξέρεις, για να μην μπορεί κανείς να πει ότι δεν κατάλαβε:

Δεν είναι το ίδιο να δημοσιεύεις ένα βίντεο χωρίς συναίνεση ( μια πράξη που εμπίπτει ξεκάθαρα στην κουλτούρα της έμφυλης βίας και της εκδικητικής πορνογραφίας) με το να καταγράφεις και να εκθέτεις δημόσια τον άνθρωπο που σε κακοποίησε, τη στιγμή που τον βρίσκεις μπροστά σου, ελεύθερο, στον ίδιο χώρο που υποτίθεται ότι γιορτάζεις τη δικαίωσή σου.

Δεν είναι το ίδιο γιατί δεν ξεκινούν από την ίδια θέση ισχύος. Δεν είναι το ίδιο γιατί δεν έχουν την ίδια πρόθεση. Δεν είναι το ίδιο γιατί το ένα είναι πράξη εξουσίας και το άλλο είναι αντίδραση σε αυτήν. Και, κυρίως, δεν είναι το ίδιο γιατί το ένα παράγει φόβο και σιωπή, ενώ το άλλο, όσο «άβολο» κι αν κάνει κάποιους να αισθάνονται, δίνει ορατότητα.

Αυτό που ενοχλεί, στην πραγματικότητα, δεν είναι η πράξη της Τούνη. Είναι το ότι δεν έμεινε στη θέση που ήθελαν να τη βάλουν. Δεν ήταν «σεμνή», δεν ήταν «διακριτική», δεν εξαφανίστηκε μετά τη δικαίωση. Δεν διαχειρίστηκε τον πόνο της με τρόπο που την κάνει «σωστό» θύμα.

Γιατί υπάρχει ένα άγραφο εγχειρίδιο για το πώς πρέπει να είναι ένα «καλό» θύμα: να μιλάει όσο πρέπει, να ντύνεται «σωστά», να μην προκαλεί, να μην εκθέτει, να μην θυμώνει πολύ, να μην παίρνει χώρο.

Και όταν δεν το ακολουθεί, τότε αρχίζουν τα «αλλά». Αλλά γιατί βγήκε; Αλλά γιατί ντύθηκε έτσι; Αλλά γιατί τον βιντεοσκόπησε; Αλλά γιατί το ανέβασε; Αυτό το ατελείωτο «αλλά» είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να μετατοπίζεται η ευθύνη.

Και είναι βαθιά ανησυχητικό ότι αυτή η ρητορική αναπαράγεται και από γυναίκες. Όχι γιατί «θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα» αλλά γιατί δείχνει πόσο βαθιά έχει ριζώσει μέσα μας η ανάγκη να ελέγξουμε η μία την άλλη, για να νιώσουμε ασφαλείς σε ένα σύστημα που δεν μας προστατεύει.

Αν εγώ πείσω την εαυτή μου ότι «το θύμα φταίει», τότε μπορώ να πιστέψω ότι σε μένα δεν θα συμβεί. Αν ντυθώ αλλιώς, αν φερθώ αλλιώς, αν προσέχω περισσότερο, θα είμαι εντάξει.

Ε, δεν είναι έτσι.

Η υπόθεση της Ιωάννας Τούνη δεν είναι μια ιστορία για τα σόσιαλ, ούτε για το αν «το παράκανε». Είναι ένας καθρέφτης για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη βία, τη δικαιοσύνη και κυρίως το ποια δικαιούται να είναι οργισμένη.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν έκανε καλά που τον εξέθεσε.

Το ερώτημα είναι: γιατί εκείνος μπορούσε να κυκλοφορεί ελεύθερος στο ίδιο μαγαζί με εκείνη;

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου