30 Οκτωβρίου 2026

Αποκλειστικό: Ισραηλινές εταιρείες παρακολούθησης – από τα κολαστήρια του Νοτίου Σουδάν, έως την Ελληνική Αστυνομία - Του Ηλία Σκυλλάκου (ΕΙΚΟΝΕΣ)

foto1 Τι συνδέει την Ελληνική Αστυνομία και το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ) με ισραηλινές εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνολογίες υποκλοπής επικοινωνιών και παρακολούθησης; Γράφει για το Infowar ο Ηλίας Σκυλλάκος.

Αποκλειστικό: Ισραηλινές εταιρείες παρακολούθησης – από τα κολαστήρια του Νοτίου Σουδάν, έως την Ελληνική Αστυνομία

του Ηλία Σκυλλάκου για το Infowar.gr

Το σκάνδαλο των υποκλοπών με το λογισμικό Predator έφερε στο προσκήνιο μια τρομαχτική πλευρά της δραστηριότητας της ισραηλινής βιομηχανίας παρακολούθησης στην Ελλάδα. Υπάρχει όμως, και μια άλλη, λιγότερο γνωστή πλευρά, που αναπτύσσεται μέσα από θεσμικά προβλεπόμενες διαδικασίες, όπως η συνεργασία με κρατικές υπηρεσίες, η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα και η αξιοποίηση δημόσιων χρηματοδοτήσεων.

Τι συνδέει λοιπόν την Ελληνική Αστυνομία και το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ) με ισραηλινές εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνολογίες υποκλοπής επικοινωνιών και παρακολούθησης; Και ποιο είναι το νήμα που οδηγεί από το Νότιο Σουδάν, όπου οι μυστικές υπηρεσίες κατηγορούνται για βασανιστήρια, εξαφανίσεις, διώξεις και φυλακίσεις αντιφρονούντων, μέχρι την Ελλάδα και τα ευρωπαϊκά προγράμματα ασφάλειας;

Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Τον Δεκέμβριο του 2020, η Human Rights Watch δημοσίευσε μια έκθεση για όσα συνέβαιναν πίσω από τις κλειστές πόρτες των εγκαταστάσεων της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (NSS) στο Νότιο Σουδάν. Βασανιστήρια, άγριοι ξυλοδαρμοί, αυθαίρετες κρατήσεις και άνθρωποι που εξαφανίζονταν στα χέρια των υπηρεσιών ασφαλείας, συνέθεταν την πραγματικότητα ενός μηχανισμού που λειτουργούσε ανεξέλεγκτα. Ανάμεσα στα θύματά του βρίσκονταν δημοσιογράφοι, πολιτικοί αντίπαλοι και πολίτες που είχαν εκφράσει την αντίθεσή τους στην κυβέρνηση. Η έκθεση, με τίτλο «What Crime Was I Paying For?» («Για ποιο έγκλημα πλήρωνα;»), στηρίχθηκε σε συνεντεύξεις με 48 πρώην κρατουμένους και ακόμη 37 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων πρώην στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας και συγγενείς των θυμάτων. Η έρευνα κάλυψε την περίοδο 2014–2020 και αποκάλυψε τη λειτουργία ενός εκτεταμένου συστήματος παράνομων κρατήσεων, βασανιστηρίων και παρακολουθήσεων.

Όλα αυτά τα χρόνια καταγράφηκε η λειτουργία τριών κέντρων κράτησης στην πρωτεύουσα Τζούμπα, γνωστών ως Blue House, Riverside και Hai Jalaba. Άνθρωποι συλλαμβάνονταν χωρίς δικαστικά εντάλματα και παρέμεναν φυλακισμένοι για μήνες ή ακόμη και χρόνια, χωρίς απαγγελία κατηγοριών, πρόσβαση σε δικηγόρο ή επικοινωνία με τις οικογένειές τους.

sudan kentra kratisis Τι συνδέει την Ελληνική Αστυνομία και το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ) με ισραηλινές εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνολογίες υποκλοπής επικοινωνιών και παρακολούθησης; Γράφει για το Infowar ο Ηλίας Σκυλλάκος.

Οι μαρτυρίες για τις συνθήκες κράτησης ήταν αποκαλυπτικές. Πρώην κρατούμενοι περιέγραψαν ξυλοδαρμούς με μεταλλικές ράβδους, καλώδια και μαστίγια, ηλεκτροσόκ, εγκαύματα από λιωμένο πλαστικό και σεξουαλική βία. Δεκαεννέα από τους 48 πρώην κρατουμένους ανέφεραν ότι είχαν υποστεί βασανιστήρια ή άλλη σωματική κακομεταχείριση.

Ένας από τους κρατούμενους, που απελευθερώθηκε τον Αύγουστο του 2018, περιέγραψε ότι κατά τη διάρκεια της τριετούς κράτησής του στο Blue House, οι βασανιστές του τον έδεναν, τον τοποθετούσαν μέσα σε σάκο και τον χτυπούσαν με ξύλα και μεταλλικές ράβδους. Είχε υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς στη σπονδυλική στήλη και στο πόδι, ενώ εξακολουθούσε να φέρει τα σημάδια της κακοποίησης.

Οι αποκαλύψεις δεν σταματούσαν στις συνθήκες κράτησης. Πρώην στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας περιέγραφαν έναν εκτεταμένο μηχανισμό παρακολούθησης των επικοινωνιών, ενώ, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε η οργάνωση, πράκτορες της NSS είχαν εκπαιδευτεί από την ισραηλινή Mossad την προηγούμενη περίοδο.

Σε ενδιαφέρει

Δύο μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2021, μια νέα έρευνα έφερε στο φως περισσότερα στοιχεία. Η Διεθνής Αμνηστία δημοσίευσε την έκθεση «These Walls Have Ears» («Αυτοί οι τοίχοι έχουν αυτιά»), αποκαλύπτοντας πώς η παρακολούθηση των τηλεφωνικών επικοινωνιών είχε μετατραπεί σε εργαλείο κρατικής καταστολής στο Νότιο Σουδάν. Πρώην κρατούμενοι περιέγραφαν ότι, στη διάρκεια των ανακρίσεων, οι πράκτορες γνώριζαν λεπτομέρειες από ιδιωτικές συνομιλίες τους. Οι πληροφορίες που συγκέντρωναν οι υπηρεσίες ασφαλείας, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον εντοπισμό, τον εκφοβισμό και τη δίωξη ανθρώπων που θεωρούνταν απειλή για την κυβέρνηση.

Ανάμεσα στα έγγραφα που εξετάστηκαν βρισκόταν και το όνομα μιας ισραηλινής εταιρείας: Verint Systems Ltd, θυγατρικής της αμερικανικής Verint Systems Inc.

verint Τι συνδέει την Ελληνική Αστυνομία και το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ) με ισραηλινές εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνολογίες υποκλοπής επικοινωνιών και παρακολούθησης; Γράφει για το Infowar ο Ηλίας Σκυλλάκος.

Η παρουσία της εταιρείας στο Νότιο Σουδάν είχε απασχολήσει τη διεθνή δημοσιογραφική έρευνα αρκετά χρόνια νωρίτερα. Τον Αύγουστο του 2016, το Associated Press αποκάλυπτε ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας της χώρας χρησιμοποιούσαν ισραηλινή τεχνολογία υποκλοπών για την παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων και άλλων πολιτών. Δημοσιογράφος του πρακτορείου είχε εντοπίσει δύο εργαζομένους της Verint σε πτήση προς την Τζούμπα, ενώ πρώην κρατούμενοι κατήγγειλαν ότι οι ανακριτές τους χρησιμοποιούσαν ηχογραφήσεις των προσωπικών τους επικοινωνιών κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων.

Δύο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 2018, η ισραηλινή εφημερίδα Haaretz προχώρησε σε ακόμη πιο συγκεκριμένες αποκαλύψεις. Τρεις πηγές επιβεβαίωσαν ότι η Verint είχε προμηθεύσει εξοπλισμό κατασκοπείας στο Νότιο Σουδάν, ενώ δύο από αυτές ανέφεραν ότι ο εξοπλισμός χρησιμοποιήθηκε σε κέντρο παρακολούθησης επικοινωνιών. Μία από τις πηγές είχε μάλιστα συμμετάσχει στην εκπαίδευση προσωπικού ασφαλείας στη λειτουργία των συγκεκριμένων συστημάτων.

Η τεχνολογία επέτρεπε την υποκλοπή επικοινωνιών μέσω των τηλεπικοινωνιακών δικτύων. Η Διεθνής Αμνηστία προειδοποίησε τότε για τον σοβαρό κίνδυνο παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς η Verint είχε προμηθεύσει τεχνολογία παρακολούθησης στις υπηρεσίες ασφαλείας του Νοτίου Σουδάν, οι οποίες κατηγορούνταν ήδη για βασανιστήρια, εξαφανίσεις και διώξεις αντιφρονούντων.

Κολομβία: Οι υποκλοπές μιας διαβόητης υπηρεσίας ασφαλείας

Η Κολομβία είχε ήδη γνωρίσει ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα παράνομων παρακολουθήσεων στη Λατινική Αμερική. Η Υπηρεσία Διοικητικής Ασφάλειας (DAS), ένας κρατικός μηχανισμός πληροφοριών που υπαγόταν στην προεδρία της χώρας, είχε κατηγορηθεί για συστηματική παρακολούθηση δικαστών, πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων και υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το σκάνδαλο των παράνομων παρακολουθήσεων στην Κολομβία αποκαλύφθηκε το 2009, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Άλβαρο Ουρίμπε, στενού συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών και βασικού εκφραστή της σκληρής πολιτικής ασφάλειας, που εφαρμόστηκε στη χώρα στο πλαίσιο του πολέμου κατά των ανταρτικών οργανώσεων.

Η Υπηρεσία Διοικητικής Ασφάλειας (DAS), η οποία υπαγόταν απευθείας στην προεδρία της Δημοκρατίας, είχε μετατραπεί σε μηχανισμό παράνομης παρακολούθησης πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης. Οι έρευνες αποκάλυψαν συστηματικές υποκλοπές τηλεφωνικών συνομιλιών, παρακολούθηση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, συλλογή προσωπικών δεδομένων και επιχειρήσεις εκφοβισμού εναντίον δημοσιογράφων, συνδικαλιστών, υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στελεχών της αντιπολίτευσης. Στο στόχαστρο βρέθηκαν ακόμη και δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κολομβίας, οι οποίοι ερευνούσαν τις σχέσεις πολιτικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και στενοί συνεργάτες του Ουρίμπε, με ακροδεξιές παραστρατιωτικές οργανώσεις. Πράκτορες της DAS διείσδυσαν στο δικαστήριο, κατέγραφαν συνεδριάσεις και συγκέντρωναν απόρρητες πληροφορίες για τους δικαστές, ενώ οι μυστικές υπηρεσίες πραγματοποιούσαν επιχειρήσεις δυσφήμησης προσώπων που θεωρούνταν εχθρικά προς την κυβέρνηση.

S62IJWAM4JBKZN3X6KBZ3IFSDE 1 Τι συνδέει την Ελληνική Αστυνομία και το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ) με ισραηλινές εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνολογίες υποκλοπής επικοινωνιών και παρακολούθησης; Γράφει για το Infowar ο Ηλίας Σκυλλάκος.
Η María del Pilar Hurtado, πρώην διευθύντρια της DAS, και ο Bernardo Moreno, πρώην γραμματέας της Προεδρίας, καταδικάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο./Luis Ángel – El Espectador

Η υπόθεση έφτασε μέχρι το στενό περιβάλλον του προέδρου. Η πρώην διευθύντρια της DAS, και ο πρώην επικεφαλής της προεδρικής διοίκησης, καταδικάστηκαν το 2015 για τη συμμετοχή τους στις παράνομες επιχειρήσεις παρακολούθησης.

Την ίδια χρονιά, η Privacy International δημοσίευσε νέα έρευνα για τις τεχνολογίες παρακολούθησης, που είχαν αποκτήσει οι κολομβιανές υπηρεσίες ασφαλείας. Ανάμεσα στους προμηθευτές εντοπίστηκε και η ισραηλινή Verint Systems.

Σύμφωνα με τα έγγραφα που εξέτασε η οργάνωση, η Verint είχε προμηθεύσει συστήματα παρακολούθησης στην DAS, στη Διεύθυνση Αστυνομικών Πληροφοριών (DIPOL) και στη Διεύθυνση Δικαστικής Αστυνομίας (DIJIN).

Η Privacy International αποκάλυψε ότι οι συμφωνίες της Verint με την DAS και την DIPOL αφορούσαν εξοπλισμό παρακολούθησης επικοινωνιών, τον οποίο οι συγκεκριμένες υπηρεσίες δεν είχαν νόμιμη αρμοδιότητα να χρησιμοποιούν ανεξάρτητα, χωρίς την προβλεπόμενη δικαστική εποπτεία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση του συστήματος RELIANT της Verint, το οποίο χρησιμοποιούσε η DAS για τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων από τη διαδικτυακή δραστηριότητα των πολιτών.

Ακόμη και τον Αύγουστο του 2011, όταν η DAS βρισκόταν ήδη αντιμέτωπη με το σκάνδαλο των παράνομων υποκλοπών, εξακολουθούσε να συντηρεί το συγκεκριμένο σύστημα. Σύμφωνα με τα έγγραφα που αποκάλυψε η Privacy International, η υπηρεσία είχε υπογράψει σύμβαση για τη διατήρηση της λειτουργίας του, μόλις δύο μήνες πριν από την επίσημη διάλυσή της.

Μαρόκο: Μια νέα έρευνα αποκαλύπτει τη συνέχεια

Την 1η Οκτωβρίου 2026, δημοσιεύτηκε μια εκτενής έρευνα για τον μηχανισμό παρακολούθησης που είχαν αναπτύξει οι μαροκινές υπηρεσίες πληροφοριών κατά τις προηγούμενες δύο δεκαετίες. Η έκθεση, με τίτλο We Start with the Verdict: Inside Morocco’s Surveillance Machine, της Διεθνούς Αμνηστίας, αποκάλυψε ένα τρομαχτικά εκτεταμένο σύστημα κρατικής επιτήρησης, το οποίο συνδύαζε την υποκλοπή επικοινωνιών, τη συλλογή προσωπικών δεδομένων και τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού με δικαστικές διώξεις και εκστρατείες δυσφήμησης δημοσιογράφων και πολιτικών αντιπάλων.

Ανάμεσα στα στοιχεία που παρουσίασε η οργάνωση, περιλαμβανόταν και η προμήθεια, το 2014, του ισραηλινού συστήματος RELIANT 12 της Verint, το οποίο επέτρεπε τη συγκεντρωτική συλλογή και ανάλυση τηλεφωνικών επικοινωνιών, δεδομένων κινητού διαδικτύου και διαδικτυακής κίνησης.

Παράλληλα, η έρευνα κατέγραψε και τη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού Pegasus της  ισραηλινής NSO Group, με το οποίο οι μαροκινές αρχές είχαν στοχοποιήσει δημοσιογράφους και υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η χρήση του Pegasus από το Μαρόκο είχε τεκμηριωθεί παράλληλα και από διεθνή δημοσιογραφική έρευνα της Le Monde και των συνεργαζόμενων μέσων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα στην έρευνα έχει η μαρτυρία ενός πρώην πράκτορα της Γενικής Διεύθυνσης Επιτήρησης της Επικράτειας (DGST), της μαροκινής υπηρεσίας εσωτερικών πληροφοριών, ο οποίος εμφανίζεται με το ψευδώνυμο «Safir».

Ο πρώην πράκτορας περιέγραψε έναν μηχανισμό παρακολούθησης, που εισχωρούσε σχεδόν σε κάθε πλευρά της καθημερινής ζωής των παρακολουθούμενων προσώπων. Οι υπηρεσίες μπορούσαν να υποκλέπτουν τηλεφωνικές συνομιλίες, να παρακολουθούν τις μετακινήσεις τους μέσω δεδομένων γεωγραφικού εντοπισμού και να εγκαθιστούν κρυφές κάμερες και μικρόφωνα σε σπίτια, αυτοκίνητα και επαγγελματικούς χώρους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, πράκτορες συνεργάζονταν με καταστήματα κινητής τηλεφωνίας, ώστε οι στόχοι τους να αγοράζουν συσκευές στις οποίες είχε ήδη εγκατασταθεί κατασκοπευτικό λογισμικό.

Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με τον πρώην πράκτορα, διαδραμάτιζε η συνεργασία με εγχώριο πάροχο τηλεπικοινωνιών. Η πρόσβαση στις τηλεπικοινωνιακές υποδομές επέτρεπε στις υπηρεσίες να συγκεντρώνουν πληροφορίες για τις κλήσεις, τις επαφές και τις κινήσεις των παρακολουθούμενων προσώπων, χωρίς να ακολουθούνται οι προβλεπόμενες δικαστικές διαδικασίες.

Πριν από τη δημοσίευση της έκθεσης, η Διεθνής Αμνηστία απευθύνθηκε στη Verint ζητώντας εξηγήσεις για τις δραστηριότητές της. Η εταιρεία απάντησε ότι είχε αποχωρήσει από τον συγκεκριμένο επιχειρηματικό τομέα την 1η Φεβρουαρίου 2021 και παρέπεμψε τα σχετικά ερωτήματα στην Cognyte Software Ltd.

Την ημερομηνία αυτή πράγματι είχε ολοκληρωθεί ο εταιρικός διαχωρισμός του τομέα Cyber Intelligence της Verint, ο οποίος πέρασε στην ισραηλινή Cognyte. Πρόκειται για τον τομέα στον οποίο είχαν αναπτυχθεί οι δραστηριότητες κυβερνοπληροφοριών και παρακολούθησης επικοινωνιών της εταιρείας. Η μετέπειτα εταιρική αναδιάρθρωση όμως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι η προμήθεια του RELIANT 12 στο Μαρόκο είχε πραγματοποιηθεί το 2014, όταν οι συγκεκριμένες δραστηριότητες υπάγονταν ακόμη στη Verint.

Βέβαια η ισραηλινή Cognyte Software Ltd., στην οποία μεταφέρθηκαν οι δραστηριότητες κυβερνοπληροφοριών της Verint, βρέθηκε με τη σειρά της στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών για παρακολουθήσεις και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τον Δεκέμβριο του 2022, το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας αποφάσισε τον αποκλεισμό της, επικαλούμενο τον μη αποδεκτό κίνδυνο συμβολής σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τον Ιανουάριο του 2023, αποκαλύφθηκαν στοιχεία για την προμήθεια τεχνολογίας υποκλοπών στη Μιανμάρ, λίγο πριν από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 2021. Τον Μάιο του 2024, η Διεθνής Αμνηστία, σε έκθεσή της για την ψηφιακή παρακολούθηση και τη στοχοποίηση ακτιβιστών στην Ταϊλάνδη, αναφέρθηκε σε ευρήματα της Meta για πελάτες της Cognyte στη χώρα και στη χρήση ψεύτικων λογαριασμών για τη συλλογή πληροφοριών.

Η ελληνική διαδρομή της Verint ξεκινά τουλάχιστον από το 2009

Η αναζήτηση των σχέσεων της Verint με ελληνικούς κρατικούς φορείς των Σωμάτων Ασφαλείας οδηγεί αρκετά χρόνια πριν από τις αποκαλύψεις για το Νότιο Σουδάν, το Μαρόκο και την Κολομβία. Μέσα από τα επίσημα αρχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκύπτει μια συνεργασία, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον.

Την 1η Ιουνίου 2009 ξεκίνησε το ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα ESS — Emergency Support System, με συντονίστρια την ισραηλινή Verint Systems Ltd.

Ανάμεσα στους εταίρους της κοινοπραξίας βρισκόταν το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ), ελληνικός φορέας που εποπτεύεται από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Στο πρόγραμμα συμμετείχαν συνολικά 19 φορείς από εννέα χώρες, με συντονίστρια την Verint Systems. Μεταξύ των εταίρων περιλαμβάνονταν επίσης και η ισραηλινή εταιρεία στρατιωτικής τεχνολογίας Aeronautics Defense Systems, το γερμανικό ερευνητικό ινστιτούτο Fraunhofer και επιχειρήσεις και οργανισμοί από την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Τσεχία, τη Βρετανία και τη Σουηδία.

Το πρόγραμμα είχε αριθμό σύμβασης 217951, συνολικό κόστος 14.679.238,87 ευρώ και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 9.142.126 ευρώ.

Σύμφωνα με την επίσημη βάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Verint έλαβε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 1.260.573,79 ευρώ, ενώ για τη συμμετοχή του ΚΕΜΕΑ καταγράφονται 214.369,60 ευρώ. Η συνεργασία αφορούσε την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου τεχνολογικού συστήματος για την υποστήριξη επιχειρήσεων αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.

Στην τεχνολογική του αρχιτεκτονική περιλαμβάνονταν συστήματα επιτήρησης με κάμερες, αυτοματοποιημένη ανάλυση εικόνας, αισθητήρες περιβάλλοντος και θερμοκρασίας, καθώς και κεντρικές πλατφόρμες διαχείρισης πληροφοριών.

Ο άνθρωπος της Verint που συντόνιζε το πρόγραμμα

Στις 8 Σεπτεμβρίου 2009, δημοσιεύτηκε μέσω της ευρωπαϊκής υπηρεσίας CORDIS ανακοίνωση σχετικά με την έναρξη των εργασιών του ESS (Emergency Support System), του ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος για την ανάπτυξη τεχνολογιών επιτήρησης, συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, με στόχο την υποστήριξη των υπηρεσιών ασφαλείας και τη διαχείριση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.

Στην ανακοίνωση κατονομάζεται ο Gideon Hazzani, ως διευθυντής ανάπτυξης νέων επιχειρηματικών τεχνολογιών της Verint Systems, και συνδεόταν άμεσα με τον σχεδιασμό και τον συντονισμό του προγράμματος.

Ο Gideon Hazzani δεν ήταν ένα περιφερειακό στέλεχος της Verint. Ήδη το 2009 κατείχε διευθυντική θέση στην εταιρεία, ενώ το 2012 εμφανιζόταν ως διευθυντικό στέλεχος στον τομέα επικοινωνιών και κυβερνοπληροφοριών. Το 2014 παρουσιαζόταν εκ νέου ως διευθυντής νέων επιχειρηματικών τεχνολογιών.

Η νέα εταιρεία LibereU και η συνεργασία με την ΕΛΑΣ

Στις αρχές του 2021 ιδρύεται στο Ισραήλ μια άλλη εταιρεία, η LibereU Entrepreneurship Ltd, με έδρα την πόλη Ρισόν Λετζίον. Η εταιρεία δραστηριοποιείται στην ανάλυση πληροφοριών, την κυβερνοασφάλεια και την ανάπτυξη τεχνολογικών λύσεων για αστυνομικές και άλλες υπηρεσίες ασφαλείας.

Το όνομα του Gideon Hazzani,  του πρώην διευθυντικού στελέχους της Verint, θα εμφανιστεί ξανά στα επίσημα ευρωπαϊκά αρχεία, αυτή τη φορά ως ιδρυτή της νέας ισραηλινής εταιρείας LibereU, η οποία θα συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα ανάπτυξης τεχνολογιών παρακολούθησης σε συνεργασία με ελληνικούς κρατικούς φορείς.

Τον Ιούλιο του 2022 υπογράφεται η ευρωπαϊκή συμφωνία χρηματοδότησης με αριθμό 101073795.Πρόκειται για το POLIIICE (Powerful Lawful Interception, Investigation, and Intelligence), ένα ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα που υλοποιήθηκε την περίοδο 2022–2025 από διεθνή κοινοπραξία εταιρειών, ερευνητικών οργανισμών και κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας, με αντικείμενο την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών υποκλοπής, συλλογής και ανάλυσης ψηφιακών επικοινωνιών.

Η συμμετοχή της LibereU στα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα είχε προκαλέσει αντιδράσεις, κυρίως στην Ισπανία. Στις 17 Ιουνίου 2025, δημοσιεύματα αναφέρουν για τις συνεργασίες του Υπουργείου Εσωτερικών, της Πολιτοφυλακής (Guardia Civil) και της Δημοτικής Αστυνομίας της Μούρθια με την ισραηλινή εταιρεία, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών προγραμμάτων POLIIICE και IAMI. Φιλοπαλαιστινιακές οργανώσεις κατήγγειλαν ότι η LibereU αναπτύσσει τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπων και συλλογής βιομετρικών δεδομένων, τις οποίες συνέδεσαν με την επιτήρηση του παλαιστινιακού πληθυσμού. Παράλληλα, απαίτησαν από την ισπανική κυβέρνηση και τον Δήμο της Μούρθια να δημοσιοποιήσουν λεπτομερώς τις αρμοδιότητες και τις δεσμεύσεις τους στο πρόγραμμα IAMI και να προωθήσουν τον αποκλεισμό της LibereU και άλλων ισραηλινών επιχειρήσεων από αντίστοιχα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ρόλος του Gideon Hazzani στο πρόγραμμα POLIIICE. Σύμφωνα με επίσημο ενημερωτικό υλικό ευρωπαϊκής ερευνητικής εκδήλωσης του 2024, εμφανίζεται ως τεχνικός συντονιστής του POLIIICE, με περισσότερα από 25 χρόνια εμπειρίας στον τομέα της τεχνολογίας και 16 διπλώματα ευρεσιτεχνίας σε συστήματα επικοινωνιών και κυβερνοπληροφοριών.

Η κοινοπραξία του προγράμματος περιλάμβανε μεταξυ άλλων τη LibereU, την Ελληνική Αστυνομία, αλλά και το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε για τη LibereU χρηματοδότηση 553.750 ευρώ, για το ΚΕΜΕΑ 215.125 ευρώ και για την Ελληνική Αστυνομία 78.750 ευρώ.

poliice Τι συνδέει την Ελληνική Αστυνομία και το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ) με ισραηλινές εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνολογίες υποκλοπής επικοινωνιών και παρακολούθησης; Γράφει για το Infowar ο Ηλίας Σκυλλάκος.

Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή του προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας 5G, οι εφαρμογές που προστατεύουν τα μηνύματα και τις συνομιλίες των χρηστών με κρυπτογράφηση και οι νέοι τρόποι επικοινωνίας δυσκολεύουν τις αστυνομικές αρχές να παρακολουθούν και να υποκλέπτουν επικοινωνίες. Το πρόγραμμα επιχείρησε να αναπτύξει νέες τεχνολογίες, που θα επέτρεπαν στις αστυνομικές αρχές να συλλέγουν και να αναλύουν πληροφορίες από αυτές τις σύγχρονες μορφές επικοινωνίας.

Στο αντικείμενό του περιλαμβάνονταν η υποκλοπή τηλεφωνικών και διαδικτυακών επικοινωνιών, η συλλογή πληροφοριών από κινητά τηλέφωνα και η ανάπτυξη νέων μεθόδων για τον εντοπισμό της γεωγραφικής θέσης των χρηστών τους.

Παράλληλα, προβλεπόταν η ανάπτυξη εργαλείων που θα επέτρεπαν στις αστυνομικές υπηρεσίες να συνδυάζουν και να αναλύουν δεδομένα από διαφορετικές πηγές.

Στις 20 και 21 Μαΐου 2025, πραγματοποιήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας η τρίτη πιλοτική δοκιμή του POLIIICE. Η διοργάνωση έγινε από το Πολυτεχνείο της Μαδρίτης και το ελληνικό ΚΕΜΕΑ, στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου της Μάλαγας.

Η επίσημη ανακοίνωση της Πολωνικής Αστυνομίας, στις 6 Ιουνίου 2025, περιγράφει τις τεχνολογίες που παρουσιάστηκαν στους συμμετέχοντες.

Στη δοκιμή, η βρετανική CENTRIC παρουσίασε τεχνολογία που επιτρέπει τον εντοπισμό της θέσης ενός κινητού τηλεφώνου μέσω δεδομένων από διαδικτυακές διαφημίσεις, ακόμη και όταν το GPS είναι απενεργοποιημένο.

Η ισραηλινή LibereU, του Gideon Hazzani, παρουσίασε ένα σύστημα που συγκεντρώνει και αναλύει μεγάλο όγκο πληροφοριών από διαφορετικές ψηφιακές πηγές. Για τη λειτουργία του αξιοποιεί διαδικτυακές υπηρεσίες, όπως το Microsoft Azure, επιτρέποντας την επεξεργασία μεγάλου όγκου δεδομένων χωρίς να περιορίζεται στις δυνατότητες ενός μόνο υπολογιστή.

Το επόμενο πρόγραμμα και η βιομετρική ταυτοποίηση

Στις 28 Νοεμβρίου 2024, ενώ το POLIIICE βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, υπογράφηκε νέα συμφωνία χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πρόκειται για το πρόγραμμα IAMI (Identity Attributes Matrix Initiative), με αριθμό σύμβασης 101168272.

Η υλοποίησή του ξεκίνησε την 1η Φεβρουαρίου 2025 και προβλέπεται να ολοκληρωθεί στις 31 Ιανουαρίου 2028.

Ανάμεσα στους συμμετέχοντες βρίσκονται μεταξύ άλλων ξανά η ισραηλινή LibereU, του Gideon Hazzani, αλλά και το ελληνικό Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ), ως εταίροι της ίδιας ευρωπαϊκής ερευνητικής κοινοπραξίας, καθώς και η Κυπριακή Αστυνομία.

Το αντικείμενο αφορά την ανάπτυξη τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης για τη σύνδεση διαφορετικών στοιχείων ταυτότητας και την υποστήριξη αστυνομικών ερευνών. Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το πρόγραμμα επιδιώκει να δημιουργήσει ένα τρισδιάστατο μοντέλο που θα συνδυάζει βιομετρικά δεδομένα, όπως χαρακτηριστικά προσώπου και φωνής, με άλλα προσωπικά στοιχεία και πληροφορίες από διαφορετικές πηγές.

Στόχος είναι να μπορούν οι αρμόδιες υπηρεσίες να συνδέουν αυτές τις πληροφορίες με συγκεκριμένα πρόσωπα, να εντοπίζουν ψηφιακές ταυτότητες και να αναλύουν μεγάλο όγκο δεδομένων από διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα.

Η LibereU προβλέπεται να λάβει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 616.750 ευρώ, ενώ το ΚΕΜΕΑ 234.375 ευρώ, σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 27 Οκτωβρίου 2026. Η συνολική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση του IAMI ανέρχεται σε 3.746.252,47 ευρώ.

Η συνεργασία αυτή φαίνεται να συνεχίζεται και το 2026 με ορίζοντα το 2028. Στις 9 και 10 Ιουνίου 2026, το ελληνικό ΚΕΜΕΑ συνδιοργάνωσε με την Αστυνομία της Ισλανδίας, στο Ρέικιαβικ, το τρίτο εργαστήριο του IAMI, με αντικείμενο τη βιομετρική ταυτοποίηση και τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης σε αστυνομικές έρευνες.

Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του IAMI, εκπρόσωποι της LibereU και του ΚΕΜΕΑ συγκαταλέγονταν στους εισηγητές που παρουσίασαν τεχνολογίες και εφαρμογές για τη συλλογή, τη συσχέτιση και την αξιοποίηση πληροφοριών ταυτότητας. Πρόκειται ουσιαστικά για το δεύτερο διαδοχικό ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα, στο οποίο συμμετέχουν από κοινού η ισραηλινή εταιρεία και η ελληνική πλευρά.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως όλα όσα παρουσιάζονται μέχρι τώρα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, όταν εξεταστούν συνολικά και διαχρονικά. Οι συνεργασίες που καταγράφονται στα επίσημα ευρωπαϊκά έγγραφα, η διαδρομή των εμπλεκόμενων προσώπων και το ιστορικό των εταιρειών αναδεικνύουν μια υπόθεση με σοβαρές προεκτάσεις για την Ελλάδα.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, με δημόσια χρηματοδότηση, αναπτύσσονται συνεργασίες με εταιρείες που συνδέονται με την ισραηλινή βιομηχανία παρακολούθησης και με επιχειρήσεις που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο διεθνών καταγγελιών για την προμήθεια τεχνολογιών υποκλοπής και κατασκοπείας σε καθεστώτα που κατηγορούνται για βασανιστήρια, καταστολή και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν σκιές σχετικά με το εύρος αυτών των συνεργασιών, τις δυνατότητες των τεχνολογιών που αναπτύσσονται και την αξιοποίησή τους από τις ελληνικές αρχές.

Στην Ελλάδα του σκανδάλου των υποκλοπών με το Predator, η συνεργασία της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλων κρατικών φορέων με ισραηλινές εταιρείες παρακολούθησης, που συνδέονται με ένα τόσο σκοτεινό διεθνές ιστορικό, αποτελεί σοβαρή πρόκληση. Τα ερωτήματα είναι πολλά και αφορούν άμεσα την ελληνική κοινωνία.

Δεν είναι δυνατόν να παραμένει αδιευκρίνιστο εάν οι τεχνολογίες αυτές έχουν περάσει από τα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα στην επιχειρησιακή χρήση από την Ελληνική Αστυνομία και τις υπηρεσίες του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, ποιες δυνατότητες παρακολούθησης έχουν αποκτηθεί και ποιος αποκτά πρόσβαση στα δεδομένα που συγκεντρώνονται.

Και τελικά, πόσο απέχει η Ελλάδα από την ανάπτυξη ενός ακόμη πιο εκτεταμένου μηχανισμού ηλεκτρονικού φακελώματος, με τη συνδρομή και πάλι ισραηλινών εταιρειών, που δραστηριοποιούνται διεθνώς στον τομέα της παρακολούθησης των πάντων;

Σχετικά θέματα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου