Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν θωρακίζεται με δημόσιες “παρεμβάσεις”
Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση, μέσω άρθρου σε εφημερίδα, του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλη Φλωρίδη, σχετικά με ποινική υπόθεση στην οποία παραπέμφθηκαν σε δίκη 11 κατηγορούμενοι, προκαλεί έντονο προβληματισμό ως προς τον σεβασμό της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών αλλά και τα όρια του δημόσιου λόγου που εκφέρουν. Σε μία περίοδο που ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί επιδιώκουν, με παρεμβάσεις τους, να “θωρακίσουν” τις δικαστικές αποφάσεις από την κριτική των πολιτών -νομικών και μη- είναι, τελικά, ένας δικαστικός λειτουργός που με τον τρόπο της παρέμβασής του θέτει σε διακινδύνευση κορυφαίες θεσμικές εγγυήσεις που προστατεύουν το δικαιοδοτικό έργο.
Ο κ. Φλωρίδης, ο οποίος, μάλιστα, χειρίστηκε την υπόθεση στο στάδιο της αναίρεσης, υποστήριξε ότι η κατηγορία σε βάρος των 11 προσώπων -μεταξύ των οποίων και ο γιος Υπουργού της Κυβέρνησης- ήταν ανυπόστατη και ότι δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την παραπομπή τους σε δίκη. Ο ίδιος εισηγήθηκε την αναίρεση του σχετικού βουλεύματος και την απαλλαγή των κατηγορουμένων, ωστόσο το αρμόδιο συμβούλιο του Αρείου Πάγου απέρριψε ομόφωνα την πρότασή του. Με αφορμή την απόφαση, ο αντεισαγγελέας διατύπωσε σοβαρές αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν την υπόθεση οι δικαστικοί λειτουργοί, κάνοντας λόγο για «κατασκευασμένες δικαστικές κρίσεις» και συνδέοντας το ζήτημα με το ενδεχόμενο διαφθοράς στη Δικαιοσύνη.
Η καταγγελία περί ανυπόστατης κατηγορίας και ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων είναι εξαιρετικά σοβαρή. Ακριβώς γι’ αυτό, απαιτεί θεσμική διερεύνηση και τεκμηρίωση· όχι την υποκατάσταση των προβλεπόμενων διαδικασιών από δημόσιες κρίσεις που, μάλιστα, προέρχονται από τα ίδια τα πρόσωπα που έκριναν. Η λογοδοσία στη Δικαιοσύνη δεν μπορεί, εξάλλου, να είναι επιλεκτική, ούτε να εξαρτάται από την ιεραρχική θέση ή την προσωπική εκτίμηση κάθε λειτουργού. Υπό αυτό το πρίσμα -και δεδομένης της θέσης του Αντιεισαγγελέα αλλά και της συμμετοχής του στον χειρισμό της υπόθεσης – η δημόσια τοποθέτηση του κ. Φλωρίδη δεν προστατεύεται από το δικαίωμα έκφρασης δημόσιας γνώμης και κρίσης των δικαστικών αποφάσεων. Αντίθετα, εγείρει ζητήματα σεβασμού της ανεξαρτησίας των λειτουργών που θα επιληφθούν της υπόθεσης, η οποία δεν αποκλείεται να απασχολήσει εκ νέου τον ίδιο Αντιεισαγγελέα στο μέλλον. Ο τελευταίος, εξάλλου, μπορεί, κατ’ εντολή του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να ασκήσει ακόμη και καθήκοντα πειθαρχικού προϊσταμένου όλων των εισαγγελικών λειτουργών που θα χειριστούν την υπόθεση.
***
Απαράδεκτο Δημοσίευμα Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου

Περαιτέρω αμείλικτο καθίσταται το ερώτημα αν δικαιούται ένας ανώτατος Εισαγγελικός λειτουργός που έρχεται αντιμέτωπος καθ´ ομολογίαν του με «φλέβα διαφθοράς» να παραβαίνει το καθήκον του και να μην διατάσσει τη διενέργεια εξέτασης των υπ´ αυτού διαπιστωθέντων, εξαντλώντας την θεσμική υποχρέωσή του σε συγγραφή «επιφυλλίδων» προς λαϊκή κατανάλωση.
Ο ΔΣΑ εκφράζει επί της αρχής την αντίθεσή του σε τέτοιου είδους θεσμικές υπερβάσεις και καταδικάζει αυτού του είδους τις αμιγώς επικοινωνιακές τακτικές που, όχι μόνο δεν προάγουν τους θεσμούς, αλλά δυναμιτίζουν έτι περαιτέρω την όποια εναπομείνασα εμπιστοσύνη των πολιτών στην Δικαιοσύνη.
***
Επιστολή συμβούλων Εναλλακτικής για το απαράδεκτο άρθρο του Αντεισαγγελέα ΑΠ Β. Φλωρίδη στην Καθημερινή
Δημοσιοποιούμε επιστολή των συμβούλων της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας προς το ΔΣ του ΔΣΑ σχετικά με την έκδοση ψηφίσματος του ΔΣΑ αναφορικά με το απαράδεκτο άρθρο του Αντεισαγγελέα του ΑΠ Β. Φλωρίδη στην εφημερίδα Καθημερινή.
“Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι σύμβουλοι,
είναι απολύτως ορθή η πρωτοβουλία πρότασης έκδοσης ψηφίσματος για το απαράδεκτο από κάθε άποψη άρθρο του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Β. Φλωρίδη (Καθημερινή, “Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη”, 22/10/2026) στο οποίο εκφέρει κρίσεις για υπόθεση που χειρίστηκε (“Γράφω αυτό το άρθρο επειδή πρόσφατα χειρίστηκα μία ποινική υπόθεση με έντεκα κατηγορουμένους, όπου η κατηγορία ήταν στην κυριολεξία ανυπόστατη”), καταφερόμενος δημόσια κατά υφισταμένων συναδέλφων του εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών και μιλώντας για “φλέβα διαφθοράς” με μόνο στοιχείο την ουσία της κρίσης τους. Η υπόθεση αφορά κατηγορούμενους, μεταξύ των οποίων γιος Υπουργού της κυβέρνησης και ανώτατοι αξιωματικοί της αστυνομίας, οι οποίοι τελικά παραπέμπονται παρά την αντίθετη κρίση του.
Η εκφορά κρίσης από Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για υπόθεση που χειρίστηκε και η οποία τώρα εισάγεται πρωτοδίκως σε ακροατήριο ενώπιον του φυσικού δικαστή, δεν καλύπτεται από το αυτονόητο δικαίωμα έκφρασης δημόσιας γνώμης και κρίσης των δικαστικών αποφάσεων που αποτελεί ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου. Και τούτο γιατί ο εκφέρων τις ανωτέρω οξύτατες (πιθανά και συκοφαντικές) κρίσεις Αντεισαγγελέας είναι δυνατόν να κληθεί στο μέλλον να κρίνει εκ νέου επί της ίδιας υπόθεσης, τυγχάνει δε και πειθαρχικός προϊστάμενος – κατ’ επιλογή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου – όλων των εισαγγελικών λειτουργών που θα χειριστούν δικαστικά την υπόθεση. Παραβιάζεται έτσι κατάφωρα η ανεξαρτησία του φυσικού δικαστή του οποίου αθέμιτα επηρεάζεται η κρίση.
Η απάντηση σε αυτή την εισαγγελική εκτροπή – που πλέον τείνει να εξελιχθεί σε νέα κανονικότητα – δεν μπορεί να είναι απλώς η έκδοση μιας – έστω και οξείας – καταγγελτικής ανακοίνωσης. Έχουμε από καιρό περάσει από αυτό το στάδιο. Είμαστε πλέον στη φάση της κατ’ εξακολούθηση τέλεσης πειθαρχικών και ποινικών αδικημάτων από πλευράς της ανώτατης εισαγγελικής ιεραρχίας σε δημόσια θέα και με δημόσια αρθρογραφία. Είναι προφανές ότι απέναντι σε αυτή την κατάπτωση δεν αρκούν οι ανακοινώσεις, σαν και αυτή που εξέδωσε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, πιθανά δε να λειτουργούν και εκτονωτικά. Η τελευταία, την ώρα που κατηγορεί δικηγόρους και διοργανώνει έστω και αποτυχημένη ημερίδα για «ακραίες συμπεριφορές τους κατά δικαστών», έχει σαστίσει, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπη με την πλέον ακραία συμπεριφορά που έχει ποτέ εκφραστεί κατά δικαστών εκ των ένδον, από Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που μάλιστα λίγο έλειψε να έχει διορισθεί πρόσφατα και Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών πρέπει να αποφασίσει σήμερα την υποβολή πειθαρχικής αναφοράς κατ’ άρθρο 109 και επόμενα του ΚΟΔΚΔΛ (ν. 4938/2022), καθώς και μηνυτήριας αναφοράς στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών για τα αδικήματα της αθέμιτης επιρροής σε δικαστικούς λειτουργούς (α. 167Α) και της παράβασης καθήκοντος (α. 259 ΠΚ). Με δεδομένο ότι αρμόδιος για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης σε βάρος των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου ειναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης κατ’ αρθρο 117 παρ. 1 του ΚΟΔΚΔΛ, θα πρέπει να ζητηθεί στην αίτηση η εξαίρεση του Υπουργού, εκ του γεγονότος ότι ο πειθαρχικά ελεγχόμενος Εισαγγελέας τυγχάνει αδελφός του.
Θεωρούμε πως οτιδήποτε λιγότερο από την απόφαση αυτών των κινήσεων θα εκθέσει τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών στη θεμιτή κριτική της συνενοχής του απέναντι σε μια τόσο εξόφθαλμη εκτροπή. Από πλευράς Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας δεν θα συμφωνήσουμε σε τίποτα άλλο.
Με συναδελφικούς χαιρετισμούς,
Θ. Καμπαγιάννης, Κ. Παπαδάκης, Δ. Σαραφιανός, σύμβουλοι με την Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας.”
***
- Κι ένα σχόλιο γνωστού δικηγόρου από τη σελίδα του στο facebook:

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου