27 Οκτωβρίου 2026

Γιατί η εκλογική νίκη του Λούλα έχει σημασία πέρα από τη Βραζιλία - Του Ηλία Σκυλλάκου

lula2026 1 Ο Ηλίας Σκυλλάκος, συγγραφέας του βιβλίου «Η σκιά του Πενταγώνου στη Λατινική Αμερική», γράφει στο Infowar για τη σημασία της εκλογικής νίκης του Λούλα στη Βραζιλία.

Γιατί η νίκη του Λούλα έχει σημασία πέρα από τη Βραζιλία – του Ηλία Σκυλλάκου

Ο Ηλίας Σκυλλάκος, συγγραφέας του βιβλίου «Η σκιά του Πενταγώνου στη Λατινική Αμερική – Από τον Ψυχρό Πόλεμο στον Τραμπ», γράφει για τη σημασία της εκλογικής νίκης του Λούλα στη Βραζιλία.

Η επανεκλογή του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα στην προεδρία της Βραζιλίας συνιστά σημαντική πολιτική ήττα της ακροδεξιάς και πλήγμα στους σχεδιασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών για την ενίσχυση της επιρροής τους στη Λατινική Αμερική. Στη μεγαλύτερη χώρα της περιοχής, οι ψηφοφόροι απέτρεψαν την επιστροφή της οικογένειας Μπολσονάρου στην εξουσία, την επαναφορά ενός επιθετικού προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και την ακόμη στενότερη πρόσδεση της Βραζιλίας στην Ουάσιγκτον.

Ο Λούλα επικράτησε με 51,79%, συγκεντρώνοντας περισσότερες από 64 εκατομμύρια ψήφους, έναντι 48,21% του Φλάβιο Μπολσονάρου. Η διαφορά των περίπου 4,4 εκατομμυρίων ψήφων ανέτρεψε το προβάδισμα, που είχε αποκτήσει η ακροδεξιά στον πρώτο γύρο.

Ο Λούλα διατήρησε την ισχυρή εκλογική του βάση στα βορειοανατολικά της χώρας, ενώ διεύρυνε την υποστήριξή του στη νοτιοανατολική Βραζιλία, όπου συγκεντρώνονται μεγάλα βιομηχανικά κέντρα, εκατομμύρια εργαζόμενοι και σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας.

Από τα περίπου 10,3 εκατομμύρια επιπλέον ψηφοδέλτια που συγκέντρωσε μεταξύ των δύο γύρων, τα 4,8 εκατομμύρια προήλθαν από τη νοτιοανατολική περιοχή. Εκεί ο Φλάβιο Μπολσονάρου διατήρησε την πρώτη θέση, όμως το προβάδισμά του περιορίστηκε σχεδόν στο μισό, ενώ στο Μίνας Ζεράις ο Λούλα κατάφερε να ανατρέψει τον εκλογικό συσχετισμό. Καθοριστική υπήρξε και η αυξημένη συμμετοχή. Η αποχή μειώθηκε από 21,08% στον πρώτο γύρο σε περίπου 19,2% στον δεύτερο, σε μια αναμέτρηση που ξεπέρασε τα όρια της συνηθισμένης εναλλαγής κυβερνήσεων. Στο επίκεντρό της βρέθηκαν οι εργασιακές και κοινωνικές κατακτήσεις, η διαχείριση του δημόσιου πλούτου, ο αυταρχισμός και ο διεθνής προσανατολισμός της Βραζιλίας.

Η κοινωνική διαίρεση της ψήφου – Οι ευαγγελικοί και ο σιωνισμός

Η κοινωνική διαίρεση αποτυπωνόταν καθαρά και στις προεκλογικές έρευνες. Σύμφωνα με μια τελευταία δημοσκόπηση, στις 23–24 Οκτωβρίου, ο Λούλα συγκέντρωνε το 60% της υποστήριξης των φτωχότερων ψηφοφόρων, έναντι 40% του Φλάβιο Μπολσονάρου. Αντίθετα, στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, ο υποψήφιος της ακροδεξιάς εξασφάλιζε ισχυρό προβάδισμα.

Ωστόσο, η επιρροή της ακροδεξιάς δεν περιορίζεται στα οικονομικά προνομιούχα στρώματα. Το γεγονός ότι τέσσερις στους δέκα φτωχότερους ψηφοφόρους δήλωναν υποστήριξη στον Μπολσονάρου, αποκαλύπτει τη διείσδυση του μπολσοναρισμού σε κοινωνικές ομάδες που πλήττονται από την οικονομική ανισότητα και την εργασιακή ανασφάλεια, ενώ αναδεικνύει την ικανότητα της ακροδεξιάς να αξιοποιεί την κοινωνική δυσαρέσκεια και να τη στρέφει μακριά από τις οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις που ευθύνονται.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διείσδυση διαδραματίζουν μεταξύ άλλων και τα συντηρητικά θρησκευτικά δίκτυα, ιδιαίτερα τμήματα των ευαγγελικών εκκλησιών, καθώς και οι πολιτικοί μηχανισμοί της ακροδεξιάς. Μέσα από τον αντικομμουνισμό, τον θρησκευτικό συντηρητισμό και την καλλιέργεια φόβου απέναντι στην Αριστερά, ο μπολσοναρισμός επιχειρεί να συσπειρώσει λαϊκά στρώματα γύρω του.

Για παράδειγμα στην τελευταία προεκλογική έρευνα, το 70% των ευαγγελικών δήλωνε προτίμηση στον Μπολσονάρου, έναντι 30% στον Λούλα. Αντίθετα, μεταξύ των καθολικών, ο Λούλα προηγούνταν με 56% έναντι 44%.

Οι ευαγγελικοί αποτελούν ένα ευρύ θρησκευτικό ρεύμα, που περιλαμβάνει διαφορετικές προτεσταντικές και πεντηκοστιανές κοινότητες. Ισχυρά συντηρητικά τμήματά του έχουν μετατραπεί σε οργανωμένα πολιτικά στηρίγματα του μπολσοναρισμού, καλλιεργώντας τον αντικομμουνισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό και τον κοινωνικό συντηρητισμό. Σε ορισμένα από αυτά τα δίκτυα αναπτύσσονται επίσης ρατσιστικές αντιλήψεις και πρακτικές, με στοχοποίηση των αφροβραζιλιάνικων θρησκευτικών κοινοτήτων και επιθέσεις στους χώρους λατρείας τους.

Η επιρροή των συντηρητικών ευαγγελικών εκκλησιών στη Βραζιλία συνδέεται στενά με τον χριστιανικό σιωνισμό, ένα θρησκευτικό και πολιτικό ρεύμα που επικαλείται βιβλικές προφητείες για να προσδώσει θρησκευτική νομιμοποίηση στο κράτος του Ισραήλ και στις πολιτικές του. Ο πατέρας του, Ζαΐρ Μπολσονάρου, αξιοποίησε αυτά τα δίκτυα για να ενισχύσει τη συμμαχία του με τον Νετανιάχου, ενώ ο Φλάβιο ακολούθησε την ίδια πολιτική γραμμή. Τον Ιανουάριο του 2026 επισκέφθηκε το Ισραήλ, συναντήθηκε με τον Νετανιάχου , δεσμεύτηκε να μεταφέρει τη βραζιλιάνικη πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ, ενώ τον Ιούλιο, ο Νετανιάχου έστειλε δημόσιο μήνυμα υποστήριξης στην υποψηφιότητά του, αναδεικνύοντας τους στενούς πολιτικούς δεσμούς του μπολσοναρισμού με την σιωνιστική ισραηλινή ηγεσία.

Οι κοινωνικές κατακτήσεις πίσω από την κάλπη

Η υποστήριξη στον Λούλα έχει βαθιές κοινωνικές και οικονομικές ρίζες. Ήδη από τις πρώτες κυβερνήσεις του, η αύξηση του κατώτατου μισθού, η επέκταση των κοινωνικών παροχών και η δημιουργία θέσεων εργασίας συνέβαλαν στη βελτίωση των συνθηκών ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων.

Στο τρίμηνο Ιουνίου–Αυγούστου 2026, σύμφωνα με επίσημη έρευνα της Στατιστικής Υπηρεσίας της Βραζιλίας, η ανεργία υποχώρησε στο 5,3%, ενώ οι απασχολούμενοι έφτασαν τα 103,5 εκατομμύρια, καταγράφοντας ιστορικό υψηλό. Το πραγματικό μέσο εισόδημα από εργασία αυξήθηκε κατά 3,7% σε ετήσια βάση, ενώ οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα με επίσημη σύμβαση έφτασαν τα 39,5 εκατομμύρια.

Παράλληλα, όμως, παρά την αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων, περίπου 38,8 εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούσαν να εργάζονται χωρίς επαρκή εργασιακή προστασία, γεγονός που αναδεικνύει την έκταση της εργασιακής επισφάλειας και των κοινωνικών ανισοτήτων στη Βραζιλία.

Σε αυτές τις συνθήκες, οι προεκλογικές δεσμεύσεις του Λούλα για ενίσχυση των κοινωνικών παροχών, αντιμετώπιση της υπερχρέωσης των νοικοκυριών και δωρεάν μετακίνηση τα Σαββατοκύριακα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τα λαϊκά στρώματα.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς και τα κοινωνικά κινήματα που στηρίζουν τον Λούλα παραβλέπουν τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις της κυβερνητικής του πολιτικής. Η διατήρηση δημοσιονομικών περιορισμών στις κοινωνικές δαπάνες και τις δημόσιες επενδύσεις, η μη ανατροπή αντεργατικών μεταρρυθμίσεων, οι καθυστερήσεις στην αγροτική μεταρρύθμιση και η διατήρηση της οικονομικής κυριαρχίας των τραπεζών και της ολιγαρχίας, που εξακολουθούν να αποκομίζουν τεράστια κέρδη, αποτελούν βασικά σημεία κριτικής.

Για τις δυνάμεις αυτές, η ήττα της ακροδεξιάς δεν αποτελεί λευκή επιταγή προς την κυβέρνηση, αλλά αφετηρία για εντονότερη λαϊκή πίεση, ώστε οι προεκλογικές δεσμεύσεις να μετατραπούν σε ουσιαστικές κοινωνικές κατακτήσεις.

Ποιο πρόγραμμα εμποδίστηκε

Η ήττα του Φλάβιο Μπολσονάρου απέτρεψε όμως την εφαρμογή ενός ακραία νεοφιλελεύθερου προγράμματος, με γενικευμένες ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας, αποδυνάμωση των εργασιακών δικαιωμάτων, περιορισμό των κρατικών κοινωνικών λειτουργιών και ενίσχυση των μηχανισμών καταστολής.

Το πρόγραμμά του προέβλεπε κατάργηση τουλάχιστον δέκα υπουργείων και επανεκκίνηση των ιδιωτικοποιήσεων, ανοίγοντας νέους τομείς της δημόσιας οικονομίας στην κερδοφορία του ιδιωτικού κεφαλαίου. Στα εργασιακά, προωθούσε την υπεροχή των ατομικών συμφωνιών μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών έναντι των συλλογικών συμβάσεων, καθώς και την επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, περιορίζοντας τη διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων και τις συλλογικές εγγυήσεις προστασίας των εργαζομένων.

Επίσης προωθούσε μια βαθύτερη αυταρχική στροφή του βραζιλιάνικου κράτους. Αυστηρότερες ποινές ακόμη και για ανηλίκους, νέες φυλακές, εκτεταμένα συστήματα αστυνομικής παρακολούθησης και τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπου.

Την ίδια στιγμή, επιδίωκε να επεκτείνει την παρουσία στρατιωτικών και αστυνομικών στα δημόσια σχολεία, επιβάλλοντας τη λογική της στρατιωτικής πειθαρχίας μέσα στην εκπαίδευση.

Στο επίκεντρο της οικονομικής αντιπαράθεσης βρέθηκε και η Petrobras, η μεγαλύτερη πετρελαϊκή εταιρεία της Βραζιλίας και στρατηγικός πυλώνας της εθνικής οικονομίας με τους οικονομικούς παράγοντες και τους ολιγάρχες να  προσδοκούν την επανέναρξη της πώλησης περιουσιακών της στοιχείων, όπως είχε συμβεί επί προεδρίας Ζαΐρ Μπολσονάρου.

Οι σπάνιες γαίες στο επίκεντρο των αμερικανικών σχεδιασμών

Σε ενδιαφέρει

Ο τεράστιος ορυκτός πλούτος της Βραζιλίας αποτελεί βασικό στόχο των αμερικανικών ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών και το αποτέλεσμα των εκλογών καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την πορεία των πραγμάτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ (USGS) για το 2026, η χώρα διαθέτει περίπου 21 εκατομμύρια τόνους αποθεμάτων σπάνιων γαιών, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση παγκοσμίως μετά την Κίνα, η οποία διαθέτει 44 εκατομμύρια τόνους. Πρόκειται για ορυκτά απαραίτητα στην κατασκευή μαχητικών αεροσκαφών, πυραυλικών συστημάτων, ηλεκτρονικών εξοπλισμών, ανεμογεννητριών και ηλεκτρικών οχημάτων.

Η επιδίωξη της Ουάσιγκτον να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά τα αποθέματα συνδέεται με την προσπάθεια να αποσπάσει τη Βραζιλία από τη στενή οικονομική συνεργασία της με την Κίνα. Το Πεκίνο αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της χώρας, με τις διμερείς εμπορικές συναλλαγές να φτάνουν τα 171 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025. Οι βραζιλιάνικες εξαγωγές προς την Κίνα ανήλθαν σε περίπου 100 δισεκατομμύρια δολάρια, αντιπροσωπεύοντας το 28,7% του συνόλου, έναντι μόλις 10,9% που κατευθύνθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τον Σεπτέμβριο, οι δημοσιογράφοι Γκιλιέρμε Αμάντο και Ζοάο Πεντρόζο ντε Κάμπος αποκάλυψαν ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό έγγραφο. Πρόκειται για παρουσίαση 22 σελίδων, με τίτλο «Prosperity Partnership» («Συνεργασία για την Ευημερία»), που είχε συντάξει στις 19 Μαρτίου 2026 ο Αντρέ Μαρίνιο, πολιτικός σύμμαχος του Φλάβιο Μπολσονάρου. Στο εξώφυλλο αναγραφόταν «Flávio Bolsonaro | 2026 Campaign», ενώ στις υπόλοιπες σελίδες εμφανιζόταν το όνομα του υποψηφίου.

Το περιεχόμενό του προέβλεπε τη μετατροπή της Βραζιλίας σε βασικό προμηθευτή και κέντρο επεξεργασίας κρίσιμων ορυκτών για τις αμερικανικές αλυσίδες εφοδιασμού. Στους έξι βασικούς άξονες περιλαμβάνονταν η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων στη μεταλλευτική νομοθεσία και στις περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις, η σύμπραξη αμερικανικών κεφαλαίων με βραζιλιάνικα περιουσιακά στοιχεία και η ένταξη της χώρας σε ένα σύστημα προμήθειας ορυκτών ευθυγραμμισμένο με τους ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ. Το έγγραφο παρουσίαζε μάλιστα την απομάκρυνση από τις κινεζικές αλυσίδες επεξεργασίας ως κεντρικό στόχο της σχεδιαζόμενης συνεργασίας.

Η συγκεκριμένη κατεύθυνση είχε εκφραστεί δημόσια και από τον Φλάβιο Μπολσονάρου. Στις 28 Μαρτίου, μιλώντας στο συνέδριο της αμερικανικής συντηρητικής δεξιάς CPAC, στο Τέξας, παρουσίασε τη Βραζιλία ως τη λύση για την απεξάρτηση των ΗΠΑ από την Κίνα στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών. Ακολούθησαν οι επαφές του με την αμερικανική ηγεσία. Στις 26 Μαΐου συναντήθηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον και την επόμενη ημέρα με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Ο ίδιος ανέφερε ότι στις επαφές του με τον Τραμπ συζητήθηκε και το ζήτημα των σπάνιων γαιών.

Απέναντι σε αυτούς τους σχεδιασμούς, ο Λούλα επιδιώκει να διατηρήσει τον έλεγχο των στρατηγικών ορυκτών στη Βραζιλία, να αναπτύξει εγχώρια βιομηχανία επεξεργασίας και να εξασφαλίσει ότι μεγαλύτερο μέρος του πλούτου που παράγεται θα παραμένει στη χώρα. Παράλληλα, υπερασπίζεται και τη συμμετοχή στους BRICS, απορρίπτοντας τους εκβιασμούς των Αμερικανών ιμπεριαλιστών.

Ο Τραμπ είχε ήδη παρέμβει

Η αμερικανική παρέμβαση στις εσωτερικές πολιτικές υποθέσεις της Βραζιλίας είχε εκδηλωθεί πολύ πριν ανοίξουν οι κάλπες. Το 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ επέβαλε δασμούς 50% σε μεγάλο μέρος των βραζιλιάνικων εξαγωγών, συνδέοντάς τους με τη δικαστική δίωξη του Ζαΐρ Μπολσονάρου για την απόπειρα πραξικοπήματος μετά την εκλογική του ήττα το 2022. Η Ουάσιγκτον προχώρησε ακόμη στην ανάκληση θεωρήσεων εισόδου οκτώ δικαστών του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου και στην επιβολή οικονομικών κυρώσεων στον δικαστή Αλεσάντρε ντε Μοράες, που χειριζόταν την υπόθεση Μπολσονάρου. Τον Ιούλιο του 2026, επέβαλε πρόσθετους δασμούς 25% σε επιλεγμένα βραζιλιάνικα προϊόντα, επικαλούμενη εμπορικές πρακτικές της χώρας. Η κυβέρνηση Λούλα αντέδρασε καταγγέλλοντας τις παρεμβάσεις και αναζητώντας στήριξη στις χώρες των BRICS.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η έρευνα του Reuters, που δημοσιεύτηκε στις 24 Οκτωβρίου 2026. Σύμφωνα με μαρτυρίες δέκα νυν και πρώην Αμερικανών αξιωματούχων, δύο στελέχη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Ντάρεν Μπίτι και ο Ρικάρντο Πίτα, εργάστηκαν για την επιστροφή της οικογένειας Μπολσονάρου στην εξουσία. Αρχικά επιδίωκαν την πολιτική αποκατάσταση του Ζαΐρ Μπολσονάρου και στη συνέχεια στράφηκαν στην υποστήριξη του γιου του, Φλάβιο.

Στις αμερικανικές παρεμβάσεις προστέθηκε και ο ρόλος των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών. Η Meta επέβαλε περιορισμούς στους λογαριασμούς του Λούλα στο Instagram, περιορίζοντας την προβολή του, ενώ παράλληλα οι αλγόριθμοί της προωθούσαν τον λογαριασμό του Φλάβιο Μπολσονάρου και το κανάλι του στο WhatsApp.

Γιατί η νίκη αφορά τον Παγκόσμιο Νότο

Η παραμονή του Λούλα στην προεδρία διατηρεί τη Βραζιλία στον πυρήνα των BRICS, ενισχύοντας τις προσπάθειες των χωρών του Παγκόσμιου Νότου να αναπτύξουν εναλλακτικές εμπορικές και χρηματοδοτικές σχέσεις, να περιορίσουν την εξάρτησή τους από το δολάριο και να αποκτήσουν μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων απέναντι στην αμερικανική οικονομική και πολιτική πίεση.

Μια ενδεχόμενη επιστροφή της οικογένειας Μπολσονάρου στην εξουσία θα αποδυνάμωνε έναν από τους σημαντικότερους πόλους συνεργασίας του Παγκόσμιου Νότου και θα επιδείνωνε τους συσχετισμούς σε βάρος των λαών της περιοχής.

Η εκλογική νίκη του Λούλα, ωστόσο, δεν αναιρεί τους εσωτερικούς συσχετισμούς. Η ακροδεξιά διατηρεί ισχυρή παρουσία στο Κογκρέσο και τη δυνατότητα να εμποδίζει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ενώ οι τράπεζες και οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι πιέζουν για δημοσιονομική λιτότητα και περικοπές κοινωνικών δαπανών. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το έργο του Λούλα γίνεται ακόμη δυσκολότερο, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με τις αντιστάσεις ενός ισχυρού μπλοκ εξουσίας, στο οποίο συναντώνται η ακροδεξιά και η οικονομική ολιγαρχία.

Παρά τους περιορισμούς αυτούς, σε μια περίοδο διεθνούς ανόδου της ακροδεξιάς και κλιμάκωσης της αμερικανικής επιθετικότητας, η αποτροπή της επιστροφής μιας φιλοαμερικανικής ακροδεξιάς κυβέρνησης στη μεγαλύτερη οικονομία της Λατινικής Αμερικής αποτελεί ελπιδοφόρα εξέλιξη.

Η σημασία της νίκης του Λούλα ξεπερνά τα σύνορα της Βραζιλίας, καθώς ενισχύει τη θέση του Παγκόσμιου Νότου και διατηρεί έναν ισχυρό σύμμαχο για τις χώρες που διεκδικούν το δικαίωμα να καθορίζουν το μέλλον τους χωρίς τις παρεμβάσεις και τους εκβιασμούς της Ουάσιγκτον.

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου