
«Δεν πάει άλλο» στην Ευρώπη / Οι λαοί ασφυκτιούν, οι κυβερνήσεις εξοπλίζονται
Από τη Γαλλία και την Ισπανία μέχρι την Πορτογαλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία, η κοινωνική οργή επιστρέφει στους δρόμους της Ευρώπης. Μαθητές διαμαρτύρονται για σχολεία χωρίς επαρκείς εκπαιδευτικούς και υποδομές, εργαζόμενοι ξεσηκώνονται ενάντια στις συνεχιζόμενες περικοπές και ανισότητες, νέοι και οικογένειες διεκδικούν το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή κατοικία. Πίσω από τις διαφορετικές αφορμές βρίσκεται η ίδια σύγκρουση: πώς γίνεται σε μια από τις πλουσιότερες περιοχές του κόσμου, η στέγη, η εκπαίδευση και η στοιχειώδης οικονομική ασφάλεια να μετατρέπονται σε προνόμια;
Για χρόνια, οι Ευρωπαίοι καλούνταν να υπακούσουν στη δημοσιονομική πειθαρχία, την ανταγωνιστικότητα και τις «αναγκαίες προσαρμογές» ως μονόδρομο. Σήμερα, οι συνέπειες αυτής της πολιτικής αποτυπώνονται στην καθημερινότητα: σπίτια απλησίαστα, ενοίκια που καταβροχθίζουν μισθούς, σχολεία με ελλείψεις, εργαζόμενοι που δεν βγάζουν τον μήνα.
Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης επικαλούνται την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας όταν πρόκειται για κοινωνικές δαπάνες, αλλά κινητοποιούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ για οπλικά συστήματα. Η αντίφαση δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι βαθιά πολιτική: ποια συμφέροντα προστατεύονται ως προτεραιότητα και ποιες ακόμη και βασικές ανάγκες καλούνται διαρκώς να περιμένουν;
Οι κινητοποιήσεις δεν συνιστούν ακόμη ένα ενιαίο ευρωπαϊκό κίνημα ούτε έχουν παντού τα ίδια αιτήματα. Αναδεικνύουν, ωστόσο, μια κοινή πραγματικότητα: το κόστος της καπιταλιστικής ανάπτυξης μεταφέρεται στους εργαζόμενους, ενώ η πρόσβαση σε βασικά αγαθά εξαρτάται όλο και περισσότερο από την αγοραστική δύναμη. Το ερώτημα είναι αν η διάχυτη δυσαρέσκεια θα παραμείνει σε επιμέρους εστίες διαμαρτυρίας ή αν θα μετατραπεί σε ευρύτερη αμφισβήτηση των πολιτικών που την τροφοδοτούν.
Γαλλία: Η μαθητική εξέγερση απέναντι στο σχολείο των ανισοτήτων
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο της αναταραχής, με τις μαθητικές κινητοποιήσεις να εξαπλώνονται από την περιοχή του Παρισιού σε ολόκληρη τη χώρα. Οι μαθητές διαμαρτύρονται για ελλείψεις εκπαιδευτικών, υπερπλήρη τμήματα, ανεπαρκείς σχολικές υποδομές και περιορισμούς στην πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση.
Στο πλευρό των μαθητών και οι εργαζόμενοι, με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις σε όλη τη Γαλλία, παρά τις συγκρούσεις, τις συλλήψεις και την άγρια αστυνομική καταστολή.
Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την εκπαίδευση. Εκδηλώνεται ενώ η κυβέρνηση Μακρόν προωθεί προϋπολογισμό λιτότητας και τα νοικοκυριά πιέζονται από την οικονομική ανασφάλεια. Οι ελλείψεις προσωπικού και υποδομών είναι εντονότερες στις φτωχότερες συνοικίες, εκεί όπου οι μαθητές έχουν λιγότερες οικονομικές δυνατότητες. Έτσι, η υποχρηματοδότηση δεν αποτελεί αστοχία αλλά ταξική επιλογή. Όταν η ποιότητα της εκπαίδευσης εξαρτάται από την κοινωνική και οικονομική θέση της οικογένειας, οι ανισότητες δεν περιορίζονται από το σχολείο· αναπαράγονται μέσα σε αυτό.
Διαβάστε: «Ως εδώ» / Η σπίθα που άναψε φωτιά στους δρόμους της Γαλλίας – Έλληνας καθηγητής στο tvxs για την εξέγερση της Gen Z

Ισπανία: Όταν η κατοικία γίνεται επενδυτικό προϊόν και η έξωση κανονικότητα
Στην Ισπανία, η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί σε κεντρικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Η έξωση της 87χρονης Μαρίκαρμεν Αμπασκάλ από το σπίτι όπου ζούσε επί δεκαετίες στη Μαδρίτη έγινε σύμβολο μιας ευρύτερης δυσαρέσκειας: ακόμη και άνθρωποι που έχουν περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή τους σε μια γειτονιά κινδυνεύουν να εκτοπιστούν όταν η κατοικία αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμου, ζητώντας μέτρα κατά των εξώσεων και ουσιαστική παρέμβαση στις τιμές της κατοικίας. Η απόρριψη σχετικών νομοθετικών προτάσεων από τα «δεξιά» του κοινοβουλίου ενίσχυσε την οργή, ενώ οργανώσεις ενοικιαστών έθεσαν ακόμη και το ενδεχόμενο γενικής απεργίας.
Πίσω από τις εξώσεις βρίσκεται ένα ολόκληρο μοντέλο αγοράς: αυξανόμενα ενοίκια, βραχυχρόνιες μισθώσεις, ανεπαρκής προσφορά προσιτών κατοικιών και συγκέντρωση θέσεων εργασίας στα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι νέοι δυσκολεύονται να αυτονομηθούν, οι οικογένειες αναγκάζονται να εγκαταλείπουν τις γειτονιές τους και οι εργαζόμενοι απομακρύνονται από τις πόλεις στις οποίες εργάζονται.
Το ζήτημα, δεν είναι απλώς ότι οι τιμές έχουν αυξηθεί. Είναι ότι η πρόσβαση σε ένα βασικό κοινωνικό αγαθό υποτάσσεται ολοένα περισσότερο στις αποδόσεις των επενδύσεων. Η κατοικία γίνεται πεδίο συσσώρευσης πλούτου για όσους διαθέτουν ήδη κεφάλαιο, ενώ για τους υπόλοιπους μετατρέπεται σε διαρκή πηγή ανασφάλειας.
Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ επιχειρεί καθυστερημένα να επαναφέρει μέτρα προστασίας των ενοικιαστών, αλλά η απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες και στην καθημερινότητα των πολιτών παραμένει καθώς προσκρούει στα συμφέροντα που διαμορφώνουν την αγορά.
Διαβάστε: Ισπανία / «Βούλιαξε» από τεράστιες διαδηλώσεις για τη στεγαστική κρίση

Πορτογαλία: «Δεν πάει άλλο» – Η ανάπτυξη που δεν φτάνει στην κοινωνία
Στην Πορτογαλία, επίσης, χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν στη Λισαβόνα και στο Πόρτο, για τα υψηλά ενοίκια και το συνολικό κόστος ζωής.
Οι διαδηλώσεις οργανώθηκαν από την πλατφόρμα «Não dá mais para viver assim» — «Δεν πάει άλλο, δεν μπορούμε να ζούμε έτσι», με αίτημα να γίνουν παρεμβάσεις στις τιμές βασικών αγαθών και καυσίμων, καθώς και φορολόγηση των έκτακτων κερδών μεγάλων επιχειρήσεων στους τομείς της ενέργειας, των τραπεζών και της διανομής.
Το σύνθημα συμπυκνώνει κάτι περισσότερο από την αγανάκτηση για την ακρίβεια. Αμφισβητεί μια οικονομική πραγματικότητα στην οποία η ανάπτυξη μπορεί να αποτυπώνεται στους δείκτες, χωρίς να μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ασφάλεια για τους εργαζομένους και τα νοικοκυριά. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι αυξήσεις των ενοικίων απομακρύνουν κατοίκους από τις περιοχές όπου εργάζονται. Για πολλούς νέους, η οικονομική ανεξαρτησία καθυστερεί, ενώ η συγκατοίκηση ή η παραμονή στο πατρικό σπίτι γίνεται αναγκαστική επιλογή.
Το πρόβλημα, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι μόνο πόσο αναπτύσσεται μια οικονομία, αλλά ποιος ωφελείται από την ανάπτυξη και ποιος πληρώνει το τίμημά της. Για όσους δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ένα σπίτι, η επίκληση των θετικών οικονομικών δεικτών ακούγεται ολοένα περισσότερο σαν μια υπόσχεση που δεν αφορά τη δική τους ζωή.
Βέλγιο: Εργαζόμενοι και φοιτητές απέναντι στη λιτότητα
Στο Βέλγιο, οι κινητοποιήσεις συνδέουν την εκπαιδευτική πολιτική με τη δημοσιονομική λιτότητα. Οι φοιτητές διαμαρτύρονται για το αυξανόμενο κόστος των σπουδών, τις υπερπλήρεις αίθουσες και τις δυσκολίες πρόσβασης σε εκπαιδευτικό υλικό. Στις Βρυξέλλες, φοιτητές συμμετείχαν σε πανεθνική απεργία μαζί με εργαζομένους, καταγγέλλοντας τις σχεδιαζόμενες περικοπές του προϋπολογισμού. Τα συνδικάτα υποστηρίζουν ότι το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταφέρεται στους εργαζομένους, στους συνταξιούχους και στα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα.
Οι φοιτητές αντιδρούν επίσης σε αυξήσεις διδάκτρων και μεταρρυθμίσεις που, όπως υποστηρίζουν, θα περιορίσουν την πρόσβαση στις σπουδές. Η εκπαίδευση, αντί να λειτουργεί ως μοχλός κοινωνικής κινητικότητας, γίνεται ένας ακόμη μηχανισμός αποκλεισμού για όσους δεν διαθέτουν οικονομική ισχύ.
Η σημασία των κινητοποιήσεων βρίσκεται και στη συνάντηση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων: εργαζόμενοι και φοιτητές αμφισβητούν την ίδια λογική, σύμφωνα με την οποία οι δημόσιες δαπάνες πρέπει να περιορίζονται ακόμη και όταν καλύπτουν στοιχειώδεις ανάγκες.
Διαβάστε: Βρυξέλλες / Επεισόδια και χιλιάδες διαδηλωτές κατά της λιτότητας

Ολλανδία: «Σπίτια για τους ανθρώπους, όχι για το κέρδος»
Στην Ολλανδία, η στεγαστική κρίση τροφοδοτεί επίσης διαμαρτυρίες. Στις 10 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε νέα κινητοποίηση στο Άμστερνταμ, με σύνθημα «Σπίτια για τους ανθρώπους, όχι για το κέρδος».
Η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει σχέδιο για την αντιμετώπιση της χρόνιας έλλειψης κατοικιών, με πρόβλεψη επενδύσεων 7 δισ. ευρώ για την κατασκευή προσιτών σπιτιών. Ωστόσο, το σχέδιο έχει δεχθεί κριτική από οργανώσεις ενοικιαστών και εκπροσώπους ιδιοκτητών.
Η ολλανδική περίπτωση καταρρίπτει την ιδέα ότι η στεγαστική ανασφάλεια αφορά μόνο χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα ή ασθενέστερες κοινωνικές υποδομές. Ακόμη και σε μια οικονομία με ισχυρές δυνατότητες, η έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών και το υψηλό κόστος αγοράς και ενοικίασης υπονομεύουν την ασφάλεια των νοικοκυριών, ιδιαίτερα των νεότερων γενεών.
Το σύνθημα των διαδηλωτών στρέφεται ευθέως εναντίον της μετατροπής της κατοικίας σε πεδίο κερδοφορίας. Δεν ζητά απλώς περισσότερα σπίτια, αλλά αμφισβητεί το κριτήριο με το οποίο κατανέμεται ένα βασικό αγαθό: τις δυνατότητες του επενδυτή να αποκομίσει κέρδος αντί για την ανάγκη του ανθρώπου να έχει ένα σπίτι.
Εκατοντάδες δισεκατομμύρια για όπλα
Την ώρα που οι Ευρωπαίοι βγαίνουν στους δρόμους διεκδικώντας τα στοιχειώδη, οι κυβερνήσεις της ΕΕ αυξάνουν τις στρατιωτικές δαπάνες. Η κοινωνική ασφυξία δεν ανακόπτει την εξοπλιστική κούρσα. Αντίθετα, η στρατιωτική θωράκιση αναγορεύεται σε στρατηγική προτεραιότητα, ενώ η αξιοπρεπής διαβίωση αντιμετωπίζεται συχνά ως πρόβλημα που πρέπει να λυθεί μέσα στα όρια της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Άμυνας, το 2024 οι αμυντικές δαπάνες των «27» διαμορφώθηκαν στα 343 δισ. ευρώ (αύξηση 19% σε σχέση με το 2023). Το 2025 σημείωσαν νέα αύξηση 20% αγγίζοντας τα 418 δισ. ευρώ, το 2026 οι δαπάνες προβλέπεται να εκτιναχθούν στα 454 δισ. ευρώ (περίπου 2,4% του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ).
Η στρατηγική αυτή διευρύνεται με το σχέδιο Readiness 2030, που προβλέπει τη δυνατότητα κινητοποίησης έως και 800 δισ. ευρώ πρόσθετων πόρων για την άμυνα, μέσω δημοσιονομικών ευελιξιών και του χρηματοδοτικού εργαλείου SAFE, ύψους 150 δισ. ευρώ σε δάνεια για αμυντικές επενδύσεις.
Η αντίφαση είναι πολιτική και δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τεχνικούς όρους και δημοσιονομικούς δείκτες. Για τις στρατιωτικές δαπάνες αναζητούνται νέες δυνατότητες χρηματοδότησης και δημοσιονομικής ευελιξίας. Για την κοινωνική κατοικία, την εκπαίδευση και την προστασία των πιο ευάλωτων, οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να επικαλούνται περιορισμούς, κόστη και δύσκολους συμβιβασμούς.
Και το πολιτικό ερώτημα είναι: όταν η Ευρώπη αποφασίζει να κινητοποιήσει τέτοιου μεγέθους πόρους για την άμυνα, γιατί η εξασφάλιση αξιοπρεπούς κατοικίας και ποιοτικών δημόσιων υπηρεσιών προσκρούει σε τόσους περιορισμούς;
Θα αποκτήσει η ευρωπαϊκή οργή κοινή πολιτική φωνή;
Το αν οι επιμέρους κινητοποιήσεις θα συγκλίνουν σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό μέτωπο παραμένει ανοιχτό. Οι διαδηλώσεις μπορούν να πιέσουν κυβερνήσεις, να ανατρέψουν σχεδιασμούς και να επιβάλουν κοινωνικά αιτήματα στην πολιτική ατζέντα. Δεν αρκούν, όμως, από μόνες τους για να αλλάξουν τις πολιτικές προτεραιότητες. Χρειάζονται διάρκεια, οργάνωση και κοινά αιτήματα που να συνδέουν τη στεγαστική κρίση με τους μισθούς, τις δημόσιες υπηρεσίες και τη φορολογική πολιτική.
Υπάρχει, παράλληλα, ο κίνδυνος η κοινωνική ανασφάλεια να αξιοποιηθεί από την ακροδεξιά και να στραφεί εναντίον των πιο ευάλωτων, αντί να αμφισβητήσει τις ανισότητες και τις πολιτικές που τις ενισχύουν. Η οργή δεν οδηγεί αυτόματα σε προοδευτικές λύσεις. Το πολιτικό της περιεχόμενο θα κριθεί από το αν θα στραφεί προς τη διεκδίκηση κοινωνικών δικαιωμάτων ή προς την αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων.
Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι μόνο αν οι κυβερνήσεις θα κάνουν κάποιες παραχωρήσεις για να εκτονώσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Είναι αν θα αμφισβητηθεί η ίδια η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων τους.
Γιατί όταν η κατοικία γίνεται απρόσιτη, η εκπαίδευση άνιση και το κόστος ζωής δυσβάσταχτο, δεν δοκιμάζεται μόνο η οικονομική αντοχή των πολιτών. Δοκιμάζεται η ίδια η υπόσχεση της ευρωπαϊκής κοινωνικής προόδου. Και τότε το «δεν πάει άλλο» παύει να είναι απλώς ένα σύνθημα διαμαρτυρίας. Γίνεται αμφισβήτηση ενός μοντέλου που ζητά διαρκώς από τους πολλούς να προσαρμοστούν, χωρίς να εγγυάται ότι θα μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου