10 Οκτωβρίου 2026

Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας: Από την ατομική ευθύνη στη συλλογική φροντίδα - Γράφει ο Ηλίας Γκότσης*

Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας: Από την ατομική ευθύνη στη συλλογική φροντίδα

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, αξίζει να θυμηθούμε ότι ο ψυχικός πόνος συνδέεται με τις σχέσεις μας και με τις κοινωνικές και υλικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζούμε.

Γράφει ο Ηλίας Γκότσης*

Όταν ένας άνθρωπος φτάνει εξαντλημένος στη θεραπεία, μπορούμε να μιλήσουμε για όρια, αυτοφροντίδα ή καλύτερη οργάνωση του χρόνου. Χρειάζεται όμως να μιλήσουμε και για τις απαιτήσεις της εργασίας, την οικονομική ανασφάλεια, τη βία, τις διακρίσεις και τη δυσκολία πρόσβασης στη φροντίδα. Το πού στρέφουμε την προσοχή μας καθορίζει και το πού αποδίδουμε την ευθύνη για την αλλαγή.

Οι κοινωνικές συνθήκες της ψυχικής υγείας

Στην Ελλάδα, η επιβάρυνση της ψυχικής υγείας έχει καταγραφεί σε διαφορετικές περιόδους και πληθυσμούς. Στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, οι επαναλαμβανόμενες πανελλαδικές έρευνες κατέγραψαν αύξηση του ποσοστού ενηλίκων με μείζονα κατάθλιψη κατά τον μήνα πριν από την έρευνα, από 3,3% το 2008 σε 12,3% το 2013. Η ανεργία και η οικονομική δυσχέρεια συσχετίστηκαν με μεγαλύτερη πιθανότητα κατάθλιψης. Πρόκειται για ιστορικά δεδομένα της συγκεκριμένης περιόδου, που αναδεικνύουν τη σημασία των κοινωνικών συνθηκών για την ψυχική υγεία (Economou κ.ά., 2016· Stylianidis&Souliotis, 2019).

Πιο πρόσφατα, στην πανελλήνια σχολική έρευνα HBSC/WHO του ΕΠΙΨΥ, το ποσοστό μαθητών και μαθητριών 11, 13 και 15 ετών που ανέφεραν τουλάχιστον δύο ψυχολογικά ή σωματικά συμπτώματα, τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα κατά το προηγούμενο εξάμηνο, αυξήθηκε από 44,0% το 2018 σε 59,6% το 2022. Η νευρικότητα, η ακεφιά και η δυσκολία στον ύπνο περιλαμβάνονται στα συμπτώματα που διερευνήθηκαν. Η μέτρηση αφορά αυτοαναφερόμενα συμπτώματα και χρειάζεται να διακρίνεται από μια κλινική διάγνωση. Επιπλέον, τα δεδομένα του 2022 καταγράφηκαν μετά τις περιόδους περιορισμών λόγω της πανδημίας, τις συνέπειες των οποίων χρειάζεται να συνυπολογίζουμε. Η σύγκριση δεν επιτρέπει να αποδώσουμε την αύξηση σε έναν μόνο κοινωνικό παράγοντα ή αποκλειστικά στην πανδημία (Σταύρου κ.ά., 2023).

Οι αριθμοί αυτοί δεν εξηγούν από μόνοι τους τις αιτίες της δυσφορίας ωστόσο είναι μια αφορμή να  εξετάσουμε τι συμβαίνει στις συνθήκες ζωής και στα δίκτυα υποστήριξης των ανθρώπων. Μια κοινωνία που ζητά διαρκώς από το άτομο να αναλαμβάνει περισσότερες ευθύνες χρειάζεται να λογοδοτεί και για τις δυνατότητες που του προσφέρει να ζήσει με ασφάλεια, να ξεκουραστεί, να σχετιστεί και να ζητήσει βοήθεια.

Η κουλτούρα της επίδοσης και η εμπορευματοποίηση της φροντίδας

Στη σημερινή κουλτούρα της επίδοσης, η προτροπή «μπορείς να τα καταφέρεις» μετατρέπεται σε υποχρέωση. Ο άνθρωπος καλείται να είναι παραγωγικός, ευέλικτος, θετικός και συνεχώς διαθέσιμος για αυτοβελτίωση. Η αυτοπραγμάτωση αποκτά έτσι ένα ιδιαίτερο νεοφιλελεύθερο περιεχόμενο: να διαχειρίζεται κανείς τον εαυτό του σαν επιχείρηση και να θεωρεί κάθε δυσκολία ένδειξη ανεπαρκούς προσωπικής προσπάθειας. Η επιθυμία για ανάπτυξη υποτάσσεται στην απαίτηση για διαρκή επιτυχία, ακόμη και όταν οι συνθήκες ζωής και εργασίας  μας εξαντλούν.

Η Κοινωνία της κόπωσης και η Ψυχοπολιτική του Χαν φωτίζουν αυτή τη μετατόπιση. Οι απαιτήσεις της επίδοσης μπορούν να βιώνονται ως προσωπική πρωτοβουλία: το ίδιο το υποκείμενο επιτηρεί την απόδοσή του, καταγράφει τις ελλείψεις του και πιέζει τον εαυτό του να προσφέρει περισσότερο. (Χαν, 2015, 2023).

Αυτή η πίεση αφορά και τα άτομα που εργάζονται στο πεδίο της ψυχοθεραπείας. Οι απαιτήσεις ανταγωνισμού και επαγγελματικής προβολής μπορούν να μας οδηγήσουν να αναζητάμε  περισσότερη αποτελεσματικότητα, προσαρμοστικότητα και ευτυχία. Όταν όμως  η θεραπευτική γλώσσα παρουσιάζει την ευτυχία ως προσωπικό επίτευγμα, η δυσφορία συνοδεύεται από αυτομομφή: ο άνθρωπος υποφέρει και συγχρόνως θεωρεί ότι αποτυγχάνει επειδή υποφέρει. ((Bertrando&Lini, 2026· Cabanas&Illouz, 2020· Gerber&Tilsen, 2026).

Στην ίδια συζήτηση ανήκει η λεγόμενη «βιομηχανία του τραύματος». Στο TraumaIndustrialComplex, ο DarrenMcGarvey ασκεί κριτική στην εμπορευματοποίηση των τραυματικών εμπειριών: οι προσωπικές ιστορίες πόνου μετατρέπονται σε περιεχόμενο προς κατανάλωση και η γλώσσα της θεραπείας συνδέεται με την πώληση λύσεων αυτοβοήθειας, συχνά απομακρύνοντας την προσοχή από τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της βίας (McGarvey, 2025). Η αναγνώριση του τραύματος και η πρόσβαση σε κατάλληλη φροντίδα παραμένουν ουσιώδεις. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πότε η δημόσια συζήτηση βοηθά τους ανθρώπους να κατανοήσουν την εμπειρία τους και πότε ο πόνος τους γίνεται μέσο επαγγελματικής προβολής και κέρδους. Για την ψυχοθεραπεία, αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να εξετάζουμε τις υποσχέσεις που διατυπώνουμε, την τεκμηρίωση των παρεμβάσεών μας και το αν διατηρούμε ορατές τις σχέσεις εξουσίας και τις κοινωνικές συνθήκες που συνδέονται με την οδύνη (Reynolds, 2020).

Αλλοτρίωση και δυνατότητες διαφορετικής ζωής

Εδώ αποκτά σημασία η έννοια της αλλοτρίωσης. Στα Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844, ο Marx περιγράφει την αποξένωση του εργαζομένου από το προϊόν και τη δραστηριότητα της εργασίας του, από τις ανθρώπινες δημιουργικές δυνατότητές του και από τους άλλους ανθρώπους. Η ανάλυσή του αφορά τις σχέσεις εργασίας και ιδιοκτησίας· δεν περιορίζεται σε μια υποκειμενική αίσθηση απομάκρυνσης από τον εαυτό (Marx, 1844). Η αναφορά αυτή μας βοηθά να εξετάσουμε πώς η οργάνωση της εργασίας μπορεί να περιορίζει τη δημιουργικότητα και τη συμμετοχή στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή μας. Όταν η προσωπική αξία μετριέται αποκλειστικά με την απόδοση ή την κατανάλωση, μπορεί να δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε τι μας προσφέρει ικανοποίηση και μας συνδέει με τους άλλους. Η εξάντληση και η αίσθηση του  κενού που βιώνουμε χρειάζεται, επομένως, να διερευνώνται και σε σχέση με την απώλεια νοήματος και συμμετοχής που μπορεί να παράγουν οι συνθήκες εργασίας και ζωής.

Η απομάκρυνση αυτή επηρεάζει και τη δυνατότητά μας να φανταστούμε διαφορετικούς τρόπους ζωής. Στη σκέψη του Καστοριάδη, το κοινωνικό φαντασιακό αφορά τις σημασίες μέσα από τις οποίες μια κοινωνία συγκροτεί τους θεσμούς της και ορίζει τι θεωρεί πραγματικό, επιθυμητό ή εφικτό. Πρόκειται, για παράδειγμα, για τις αντιλήψεις γύρω από την εργασία, την επιτυχία και την αξία του ανθρώπου (Καστοριάδης, 1999). Η αποικιοποίηση του δημιουργικού φαντασιακού από το καπιταλιστικό φαντασιακό περιγράφει, στην προσέγγιση που αναπτύσσεται στη Γραμματική του αναστοχασμού, τον περιορισμό των δυνατοτήτων να επιθυμήσουμε και να δημιουργήσουμε πέρα από αυτές τις κυρίαρχες σημασίες (Γκότσης, 2026, σ. 331–339, 528–531). Αν έχουμε μάθει ότι μια καλή ζωή οφείλει να σημαίνει ατομική επιτυχία, κατανάλωση και διαρκή εξέλιξη, μπορεί να δυσκολευόμαστε να φανταστούμε άλλους τρόπους συνύπαρξης. Αν έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε τη διαχείριση των δυσκολιών ως αποκλειστικά προσωπική ευθύνη, μπορεί να δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε τη σημασία της συρρύθμισης: του τρόπου με τον οποίο, μέσα σε ασφαλείς σχέσεις, οι άνθρωποι βοηθούν ο ένας τον άλλον να διαχειριστούν τη συναισθηματική ένταση και να ανακτήσουν την ηρεμία τους. Η επιθυμία για ανάπαυση, αλληλεγγύη ή συλλογική διεκδίκηση μπορεί τότε να βιώνεται ως παραίτηση ή αδυναμία.

Η εικόνα της «μυγοπαγίδας» του Wittgenstein μπορεί να λειτουργήσει εδώ ως αναλογία. Στην §309 των Φιλοσοφικών ερευνών θέτει το ερώτημα «Ποιος είναι ο στόχος σου στη φιλοσοφία;» και απαντά: «Να δείξω στη μύγα την έξοδο από τη μυγοπαγίδα» (Wittgenstein, 1953, §309· απόδοση από την αγγλική μετάφραση). Στο χωρίο αυτό η εικόνα αφορά τη φιλοσοφική εργασία και την απελευθέρωση από εννοιολογικές συγχύσεις. Η σύνδεσή της με την παραγωγή νοήματος και την αναζήτηση διαφορετικών τρόπων ζωής αποτελεί αναλογία που προτείνεται στο παρόν κείμενο. Μπορούμε να σκεφτούμε ως «μυγοπαγίδες» τους τρόπους με τους οποίους αναζητούμε διέξοδο, ενώ παραμένουμε μέσα στα ίδια όρια: προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε την εξάντληση με περισσότερη απόδοση, τη μοναξιά με καλύτερη προσωπική προβολή, την ανασφάλεια με αδιάκοπη αυτοβελτίωση.

Η πολιτική διάσταση της θεραπευτικής σχέσης

Η ψυχοθεραπεία συμμετέχει σε αυτή την αναζήτηση και έχει πολιτική φύση, καθώς μπορεί είτε να ενισχύσει τον εγκλωβισμό είτε να ενισχύσει τη χειραφέτηση. Η πολιτική της διάσταση αφορά και όσα παράγονται μέσα στην ίδια τη θεραπευτική σχέση.

Σε αυτό το πλαίσιο κάθε θεραπευτική σχέση, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του θεραπευτή, συγκροτεί ένα πεδίο στο οποίο παράγονται ορισμοί για το τι θεωρείται έγκυρη εμπειρία, ποια αφήγηση νομιμοποιείται κοινωνικά και πολιτισμικά, ποια συναισθηματική αντίδραση αναγνωρίζεται ως αποδεκτή και ποια μεταφράζεται σε σύμπτωμα, ποιο σώμα και ποια ταυτότητα φύλου συμπεριλαμβάνεται ή καταδικάζεται σε αορατότητα. Υπό αυτή την έννοια, η ψυχοθεραπεία δεν είναι ποτέ ουδέτερη.  (Γκότσης, 2026, σ. 208).

Οι γνώσεις και οι αξίες, οι πεποιθήσεις και οι προκαταλήψεις όσων εργαζόμαστε σε αυτό το πεδίο επηρεάζουν επομένως τι μπορεί να ακουστεί δίχως αξιολόγηση και ποιους  θεραπευτικούς στόχους θεωρούμε αυτονόητους. Αν η ανεργία μεταφράζεται μόνο σε πρόβλημα αυτοεκτίμησης ή η επισφάλεια μόνο σε έλλειμμα ανθεκτικότητας, οι κοινωνικές συνθήκες υποχωρούν από τη συζήτηση με τους ανθρώπους που μας ζητούν υποστήριξη. Η αποκλειστική αντιμετώπιση του ψυχικού πόνου ως ατομικού φαινομένου μπορεί τότε να συμβάλλει στη σταθεροποίηση του υπάρχοντος πλαισίου, ενθαρρύνοντας την προσαρμογή και τη συμμόρφωση. Μπορούμε, ωστόσο, να βοηθήσουμε έναν άνθρωπο να ανακουφιστεί και να αποκτήσει περισσότερες δυνατότητες, διατηρώντας συγχρόνως ανοιχτό το ερώτημα αν χρειάζεται να αλλάξουν και οι συνθήκες που τον επιβαρύνουν.

Αυτό απαιτεί αναστοχασμό για τις σχέσεις εξουσίας που αναπαράγονται στον θεραπευτικό διάλογο. Το επαγγελματικό κύρος, η επιστημονική γνώση και η δυνατότητα να ορίζουμε τι θεωρείται σημαντικό δημιουργούν ασυμμετρίες ισχύος. Η επιδίωξη της ισοτιμίας προϋποθέτει την αναγνώρισή τους και τον έλεγχο των συνεπειών τους. Χρειάζεται να εξετάζουμε αν οι ερωτήσεις μας επιτρέπουν διαφορετικές περιγραφές και την ανάδυση εναλλακτικών αφηγήσεων για την ύπαρξή μας, αν οι ερμηνείες μας υπερισχύουν της εμπειρίας του άλλου και αν η διαφωνία του μπορεί να ακουστεί χωρίς να χαρακτηριστεί «αντίσταση» ή «ανωριμότητα».

Στην ίδια διερεύνηση ανήκει η αναγνώριση των προνομίων μας. Η κοινωνική τάξη, το φύλο, η σεξουαλικότητα, ο επαγγελματικός ρόλος και η απουσία εμποδίων που άλλοι αντιμετωπίζουν επηρεάζουν τις δυνατότητες και τις βεβαιότητές μας. Η ασφαλής κατοικία, το εισόδημα, ο διαθέσιμος χρόνος και η κοινωνική αποδοχή καθορίζουν τι μπορεί κανείς να διεκδικήσει. Όταν προτείνουμε αυτοφροντίδα ή αλλαγή, χρειάζεται να αναρωτιόμαστε αν μεταφέρουμε στη ζωή του άλλου τις δικές μας δυνατότητες και αν αντιμετωπίζουμε ως αυτονόητη μια επιλογή που για εκείνον συνεπάγεται κίνδυνο ή οικονομικό αδιέξοδο.

Τα εμπόδια γίνονται ακόμη μεγαλύτερα για ανθρώπους που εξωθούνται στην κοινωνική αορατότητα: πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, άτομα χωρίς σταθερή στέγη ή νομιμοποιητικά έγγραφα, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και άλλους πληθυσμούς που βιώνουν αποκλεισμό. Για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, ο ΠΟΥ καταγράφει εμπόδια όπως η γλώσσα, η έλλειψη ενημέρωσης, οι ανησυχίες για το απόρρητο, οι διακρίσεις και η αβεβαιότητα για το νομικό καθεστώς και τις συνθήκες διαβίωσης (WorldHealthOrganization, 2025). Τέτοια εμπόδια μπορούν να καταστήσουν τη φροντίδα τυπικά διαθέσιμη αλλά ουσιαστικά απρόσιτη. Η κοινωνική αορατότητα δεν σημαίνει απουσία αναγκών, αλλά δυσκολία να αναγνωριστούν και να ακουστούν αυτές οι ανάγκες. Η προσβασιμότητα δεν αφορά επομένως μόνο τον αριθμό των δομών, αλλά και το αν ένας άνθρωπος μπορεί να τις προσεγγίσει με ασφάλεια, χωρίς να χρειάζεται να αποκρύψει την ταυτότητα και την ιστορία του.

Η αναγνώριση της βίας και η συλλογική φροντίδα

Οι συνέπειες αυτής της παράβλεψης γίνονται ιδιαίτερα σοβαρές όταν υπάρχει βία. Η βία μπορεί να οργανώνει μια ιεραρχία, να καθορίζει ποιος δικαιούται να μιλά και ποιος οφείλει να υπακούει. Η απειλή, ο οικονομικός έλεγχος, η απομόνωση και ο συστηματικός εξευτελισμός περιορίζουν την ελευθερία ενός ανθρώπου ακόμη και χωρίς ορατά σωματικά τραύματα. Ο καταναγκαστικός έλεγχος, όπως τον αναλύει ο Stark, αφορά ένα επαναλαμβανόμενο πλέγμα πρακτικών που υπονομεύει την αυτονομία και περιορίζει την καθημερινή ζωή του προσώπου που τις υφίσταται (Stark, 2007). Η εξάντληση από τις επιταγές της επίδοσης και η ενδοοικογενειακή ή ρατσιστική βία έχουν διαφορετικούς μηχανισμούς και απαιτούν διαφορετικές παρεμβάσεις. Η κατανόηση των κοινωνικών πιέσεων χρειάζεται να συνοδεύεται από σαφή αναγνώριση της κακοποίησης και του εξαναγκασμού.

Έτσι, μια γυναίκα που κακοποιείται από τον σύντροφό της δεν αντιμετωπίζει απλώς μια «δυσκολία να διεκδικήσει μια πιο δίκαιη θέση στη σχέση ή  μια δυσκολία να απομακρυνθεί από αυτή». Μια τέτοια προσέγγιση θα της μετέφερε μια ευθύνη που δεν της αναλογεί. Η ευθύνη για την κακοποίηση ανήκει στο πρόσωπο που την ασκεί. Η συστημική κατανόηση των αλληλεπιδράσεων χρειάζεται να αναγνωρίζει αυτή τη διαφορά ευθύνης και ισχύος. Ο σεξισμός και οι πατριαρχικές αντιλήψεις που νομιμοποιούν την ανδρική κυριαρχία μπορεί να επανεμφανίζονται στον θεραπευτικό διάλογο, όταν ο έλεγχος υποβαθμίζεται σε «πρόβλημα επικοινωνίας», όταν η γυναίκα καλείται να διατηρήσει την οικογένεια παραβλέποντας την ασφάλειά της ή όταν της αποδίδεται ευθύνη για την κακοποίησή της (Hare-Mustin, 1994· WorldHealthOrganization, 2026).

Από μια διαλογική και πολυφωνική οπτική, μπορούμε να εξετάσουμε πώς οι κοινωνικές απαιτήσεις και οι εμπειρίες υποτίμησης συμμετέχουν και στον εσωτερικό διάλογο. Ποιες φωνές απαιτούν να αντέχουμε, να επιτυγχάνουμε ή να συμμορφωνόμαστε; Ποιες δυσκολεύονται να εκφράσουν την ανάγκη για προστασία, βοήθεια ή αλλαγή; Η διερεύνησή τους αποκτά νόημα όταν συνδέεται με τις πραγματικές σχέσεις μέσα στις οποίες διαμορφώθηκαν και με τις συνθήκες που επιτρέπουν να ακουστούν. Η προσωπική αυτονομία στηρίζεται και στη δυνατότητα να διαφωνούμε, να ζητάμε στήριξη και να συμμετέχουμε σε σχέσεις που σέβονται την αξιοπρέπειά μας.

Η αναγνώριση των κοινωνικών όρων του ψυχικού πόνου θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα για τη θεραπευτική πρακτική: πώς μπορούμε να συνδέσουμε τον ψυχοθεραπευτικό λόγο με τον πολιτικό και κοινωνικό λόγο, χωρίς να τον μετατρέπουμε σε ηθικιστικό, κανονιστικό ή ιδεολογικό εργαλείο;

Η αναγνώριση της πολιτικής φύσης της θεραπείας μάς καλεί να εξετάζουμε και τις δικές μας πεποιθήσεις, ώστε η επιθυμία για χειραφέτηση να μη γίνει επιβολή μιας προκαθορισμένης αντίληψης για το πώς οφείλει να ζει ο άλλος. Η αυτονομία του περιλαμβάνει το δικαίωμα να διαφωνεί και με εμάς.

Η ευθύνη των επαγγελματιών ψυχικής υγείας επεκτείνεται επομένως στον δημόσιο χώρο. «Ο αναστοχασμός μάς επιτρέπει ακόμα να έχουμε επίγνωση ότι οι θεωρίες που χρησιμοποιούμε, οι έννοιες που προκρίνουμε ως σημαίνουσες, ακόμα και οι σιωπές μας ή η απουσία μας από τον δημόσιο λόγο, συνιστούν πολιτισμικές, πολιτικές και κοινωνικές παρεμβάσεις» (Γκότσης, 2026, σ. 209). Η αναγνώριση της βίας και της καταπίεσης χρειάζεται να συνοδεύεται από συμμετοχή στην αλλαγή των συνθηκών που τις επιτρέπουν (Reynolds, 2020). Αυτό απαιτεί ενεργό δημόσιο λόγο για την εργασιακή επισφάλεια, τη φτώχεια, την πατριαρχία, τις διακρίσεις και τα εμπόδια πρόσβασης στη φροντίδα. Η επιστημονική μας θέση αποκτά δημόσιο περιεχόμενο όταν προσφέρει τεκμηρίωση, στηρίζει τα δικαιώματα και παραμένει ανοιχτή στον έλεγχο και στη διαφωνία των ανθρώπων που επηρεάζονται από αυτήν.

Η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας μπορεί να γίνει αφορμή για συγκεκριμένες δεσμεύσεις: προσβάσιμες υπηρεσίες, ασφαλείς συνθήκες ζωής και εργασίας, συνεργασία με κοινότητες και ουσιαστική συμμετοχή των ανθρώπων με εμπειρία θεραπείας ή ψυχιατρικής φροντίδας στις αποφάσεις που τους αφορούν. Ο αναστοχασμός συνδέει όσα συμβαίνουν στη θεραπευτική συνάντηση με τον κόσμο μέσα στον οποίο αυτή πραγματοποιείται. Μας καλεί να εξετάζουμε τις βεβαιότητές μας, να αναλαμβάνουμε ευθύνη για την ισχύ που ασκούμε και να συμβάλλουμε στη συλλογική φροντίδα. Η προσωπική αλλαγή αποκτά μεγαλύτερες δυνατότητες όταν οι άνθρωποι μπορούν να συμμετέχουν και στην αλλαγή των όρων της ζωής τους.

*Ο Ηλίας Γκότσης είναι ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου