27 Δεκεμβρίου 2022

Ανέστιοι πρόσφυγες χωρίς το ESTIA


Δημήτρης Αγγελίδης 
 
Το βιαστικό κλείσιμο του προγράμματος φιλοξενίας ESTIA αφήνει κυριολεκτικά στο έλεος του Θεού δεκάδες οικογένειες ευάλωτων που είχαν αρχίσει να εντάσσονται στην ελληνική κοινωνία ● Αντρες και γυναίκες χάνουν τις δουλειές τους, τα παιδιά το σχολείο τους και όλοι μαζί την όποια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ● Ακόμα και η Κομισιόν διαψεύδει το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου

Οπως πολλές εκατοντάδες πρόσφυγες, η Αλίς ενημερώθηκε στα μέσα του μήνα, τηλεφωνικά, ότι μέσα σε λίγες ημέρες θα έπρεπε να εγκαταλείψει το διαμέρισμα της Αθήνας όπου έμενε με τα παιδιά της, όλα κάτω από δέκα ετών, και να πάνε με δικά τους έξοδα σε άλλη πόλη, από όπου θα μεταφέρονταν στον καταυλισμό που θα γινόταν στο εξής η νέα τους γειτονιά - γκέτο, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την πλησιέστερη πόλη.

Παραπονέθηκε ότι δεν είχε τα χρήματα για να μεταφέρει τα πράγματα της οικογένειας, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Αν δεν δεχόταν να πάει στον καταυλισμό, θα έβγαινε από το σύστημα παροχής υλικής υποστήριξης του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, θα της κοβόταν η χρηματική ενίσχυση, το μόνο τους έσοδο, και θα βρίσκονταν στον δρόμο.

«Πήρα μόνο μερικά ρούχα», λέει στην οργάνωση Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ), που συγκέντρωσε ιστορίες αναγκαστικής έξωσης προσφύγων από διαμερίσματα του προγράμματος φιλοξενίας ESTIA, που κλείνει αυτές τις μέρες. «Η κατάσταση είναι πολύ άσχημη. Με αυτό το κρύο, δεν έχουμε χειμωνιάτικα ρούχα, δεν μας έδωσαν ούτε μια κουβέρτα. Το φαγητό δεν μπορούμε να το φάμε. Το γάλα που δίνουν για τα παιδιά τα ενοχλεί. Μου είπαν πως δεν γίνεται ν’ αλλάξουν κάτι. Στο διαμέρισμα κάναμε τα πράγματα μόνοι μας, μαγειρεύαμε το φαγητό που τρώγαμε. Εδώ δεν έχουμε επιλογή», λέει.

Οταν ζούσε στο διαμέρισμα, η Αλίς πήγαινε κάθε εβδομάδα στον παιδίατρο για το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει το ένα της παιδί. «Από όταν ήρθα εδώ», λέει, «δεν έχω δει ούτε γιατρό ούτε ψυχολόγο και η επικοινωνία είναι πολύ δύσκολη. Μου έδωσαν ραντεβού για τον Ιανουάριο, αλλά δεν μπορώ να πάω μόνη μου το παιδί σε έναν γιατρό, γιατί θα πρέπει να πάρω ταξί και δεν έχω τα χρήματα. Δεν μπορείς να βγεις εύκολα από εδώ, γιατί όλα είναι μακριά και δεν έχουμε λεφτά για ταξί».

Το κλείσιμο του προγράμματος ESTIA και ο τρόπος που υλοποιήθηκε, με μια βιαστική ενημέρωση από τους κοινωνικούς λειτουργούς των οργανώσεων που υλοποιούν το πρόγραμμα, χωρίς χρόνο να καταγραφούν οι ιδιαίτερες ανάγκες των προφύγων, χωρίς φροντίδα για την κάλυψη των αναγκών την επόμενη μέρα, συχνά χωρίς χρόνο για έναν αποχαιρετισμό, αφήνει εκατοντάδες ευάλωτους πρόσφυγες ξεκρέμαστους, χωρίς σχολείο για τα παιδιά, χωρίς τους γιατρούς που τους παρακολουθούσαν, χωρίς να μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται.

«Είχαμε λίγο λίγο ξεκινήσει να εντασσόμαστε στην ελληνική κοινωνική ζωή. Τα παιδιά μου πήγαιναν στο σχολείο, η γυναίκα μου παρακολουθούσε μαθήματα για να γίνει οικιακή βοηθός, εγώ είχα καταφέρει να έχω μια σύμβαση εργασίας. Εχουμε κι ένα μωρό. Το καθημερινό μας πρόγραμμα ήταν γεμάτο, καλά σχεδιασμένο», λέει ο Ζαν από το Κονγκό, πατέρας τριών παιδιών.

«Δυστυχώς, μας ανάγκασαν να πάμε 3-4 ώρες μακριά από εκεί που μέναμε, για να ξεκινήσουμε τα πάντα από την αρχή. Οταν μαθαίνεις ότι θα φύγεις, χαλάνε όλα, μέχρι και η δουλειά που βρήκα. Με τον χρόνο που σου παίρνει για να πας από το καμπ στη δουλειά, απλά δεν γίνεται. Τα παιδιά έβλεπαν τους συμμαθητές τους, πήγαιναν εκδρομή, μάθαιναν και έβλεπαν την πόλη.

»Εβλεπα ότι έχουν πάρει τον δρόμο τους και αυτό με χαροποιούσε πολύ. Τώρα είναι ανήσυχα, τραυματισμένα. Δεν πάνε στο σχολείο, περνάνε όλη τη μέρα κλεισμένα σ’ έναν μικρό χώρο. Βλέπω και τους μεγάλους, όλη μέρα, πρωί βράδυ, δεν κάνουν τίποτα, δεν πάνε πουθενά, γιατί η μετακίνηση είναι δύσκολη και ακριβή. Είναι μια φυλακή», λέει.

Παραμένει άγνωστο για ποιους λόγους το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου αποφάσισε να κλείσει ένα επιτυχημένο πρόγραμμα φιλοξενίας ευάλωτων προσφύγων σε διαμερίσματα μέσα στις πόλεις, με πολλαπλά οφέλη και για τους πρόσφυγες και για τις τοπικές κοινωνίες.

Το υπουργείο ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα υπήρχαν στο εξής διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια, κάτι που διαψεύδει δημοσίως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι το πρόγραμμα είναι κοστοβόρο, παρ’ όλο που τα στοιχεία δείχνουν ότι η κατασκευή, η συντήρηση και η λειτουργία των καμπ στοιχίζει ακριβότερα ανά φιλοξενούμενο από ό,τι η διαμονή σε διαμερίσματα.

Κάτω απ’ το χαλί

Ισχυρίζεται, τέλος, ότι το κλείσιμο του ESTIA θα συμβάλει στη «βελτιωμένη διαχείριση του προσφυγικού», κάτι που διαψεύδεται από όλους τους σχετικούς με το προσφυγικό φορείς, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που δηλώνει ρητά ότι υποστηρίζει τα οφέλη των εναλλακτικών μορφών στέγασης, αντί για τη διαμονή σε καμπ. Το κλείσιμο του προγράμματος επιτείνει τα προβλήματα, την ώρα που τα κρύβει κάτω από το χαλί.

Στο καμπ της Ριτσώνας, ο πραγματικός πληθυσμός φαίνεται πως είναι υπερδιπλάσιος από τον καταγραμμένο, καθώς πολλοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει εκεί για να βρουν στέγη, παρόλο που δεν το δικαιούνται τυπικά, για να μη μείνουν στον δρόμο. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της «Αυγής», περισσότεροι από τους μισούς δεν έχουν πρόσβαση στο συσσίτιο, που είναι για τους καταγραμμένους.

«Τώρα δουλεύω», λέει ο Εμανουέλ από το Κονγκό, που ζει σε διαμέρισμα με την πολυμελή οικογένειά του, ανήσυχος που θα πρέπει να το εγκαταλείψει σε δύο ημέρες. «Τα λίγα που παίρνω είναι αυτά που με βοηθούν να αγοράσω κάτι για τα παιδιά, ρούχα, κάποια πράγματα για το σπίτι. Μου λένε να πάω στο καμπ, να σταματήσω και τη δουλειά, να κάθομαι και να μην κάνω τίποτα. Πονάω πολύ που πρέπει να πω στα παιδιά ότι θα πάμε στην επαρχία, γιατί από τότε που γράφτηκαν στο σχολείο έχουν πάει μπροστά, το ένα κάνει και μαθήματα κιθάρας. Βλέπω αυτή τη στιγμή να χαλάει η ζωή μας. Δεν ξέρω τι είδους πολιτική είναι αυτή στην Ελλάδα, αλλά το αποτέλεσμα είναι μόνο αρνητικό».

Βασιλική Κατριβάνου, συντονίστρια της Κοινωνικής Υπηρεσίας του ΕΣΠ «Ο δρόμος της αστεγίας»



«Είναι οδυνηρό, παράλογο και ενάντια σε κάθε λογική και πολιτική ένταξης, αυτό που συμβαίνει με το κλείσιμο του προγράμματος ΕΣΤΙΑ. Ανθρωποι που έχουν έπειτα από μεγάλο αγώνα ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία, επιστρέφουν σε απομονωμένα καμπ ή οδηγούνται στον δρόμο της αστεγίας. Χάνουν τις δουλειές τους που με τόση δυσκολία βρήκαν, καθώς και τα δίκτυα υποστήριξης που έχουν δημιουργήσει, αισθάνονται απαξιωμένοι και ακυρωμένοι.

»Τα παιδιά βίαια διακόπτουν το σχολείο τους και εγκαταλείπουν συμμαθητές και δασκάλους. Ατομα με σοβαρές ή χρόνιες παθήσεις αναγκάζονται να μεταφερθούν μακριά από τα νοσοκομεία και τους γιατρούς που τους παρακολουθούν. Η ένταξη δεν συντελείται μέσα στα καμπ, παρά μόνο όταν οι άνθρωποι ζουν, εργάζονται και συνδέονται μέσα στην κοινότητα και στη γειτονιά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου