24 Δεκεμβρίου 2022

Μπάτσοι στον δημόσιο χώρο - Του Χρήστου Σκυλλάκου


Καθημερινά βιώνουμε μια κρατικά σχεδιασμένη, πραγματική φυσική βία. Ο κλοιός της αστυνομίας επιτίθεται και δέρνει μονίμως (ή απειλεί ότι θα το κάνει) πορείες και διαδηλώσεις, γειτονιές, πανεπιστήμια και συναυλίες (δηλαδή δέρνει ανθρώπους συλλογικά και ατομικά) κατασκευάζοντας ένα σχήμα και ένα αφήγημα στον δημόσιο χώρο.

Η επικίνδυνη γελοιότητα που ονομάζεται κυβέρνηση επαναφέρει ένα παλαιάς κοπής αλλά πλήρως επιδραστικό και ισχυρό αφήγημα, που ποτέ δεν απουσίαζε από την πολιτική συνθήκη της χώρας, ωστόσο που δεν είχε, ειδικά για τις νέες γενιές, τόσο ορατά τα χυδαία χαρακτηριστικά του. Το αφήγημα αυτό έχει συμβολική δυναμική κι ακριβώς γι’ αυτό θα αποτελέσει, αν δεν αναχαιτιστεί με ίσους όρους, ένα εργαλείο επί της συνείδησης, σε κοινωνική κλίμακα. Και κατά συνέπεια σε ατομική. Στόχος η αποδοχή και υπεράσπιση από την πλειοψηφία της κοινωνίας της σύνολης πολιτικής και ιδεολογικής της αντίληψης με μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Άλλωστε, καθώς μια ιδεολογική και πολιτική επιβολή επιδρά πάνω στην κουλτούρα και τις ηθικές αξιώσεις μιας κοινωνίας, κάθε επόμενη πράξη της μοιάζει αιτιολογημένη και δικαιολογημένη από τους «υποτελείς» της, δεν βρίσκει αντιστάσεις όσο τουναντίον ενίοτε και υπερασπιστές της.

Το αφήγημα αυτό κατασκευάζεται επιπλέον, όπως καθημερινά βιώνουμε, με πραγματική φυσική βία. Ο κλοιός της αστυνομίας που επιτίθεται και δέρνει μονίμως (ή απειλεί ότι θα το κάνει) πορείες και διαδηλώσεις, γειτονιές, πανεπιστήμια και συναυλίες (δηλαδή δέρνει ανθρώπους συλλογικά και ατομικά) κατασκευάζει ένα σχήμα στον δημόσιο χώρο με τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

Υπάρχει από τη μία πλευρά, μια κοινωνία που λειτουργεί «ρολόι», δίχως ανάγκη κρατικής κατασταλτικής παρέμβασης. Που ζει ειρηνικά με τάξη και ασφάλεια: δηλαδή, κάνει ό,τι της πει, καταναλώνει όπως της επιβάλλει, πάει στη δουλειά όπως οφείλει κ.λπ. Μια κοινωνία που μοιάζει, οπτικά, αυτάρκης και ευτυχισμένη.

Από την άλλη, υπάρχει και μια πολύ μικρότερη ομάδα «παράλογων» ταραχοποιών και (αντι)κοινωνικών στοιχείων, εξ’ ορισμού περιθωριοποιημένη, γκετοποιημένη σε έναν χωρικό μικρόκοσμο.

Αυτοί είναι όσοι διαδηλώνουν, απεργούν, διαμαρτύρονται, οριοθετημένοι από τον κλοιό των ΜΑΤ στο μισό μέτρο ανάμεσα στα πεζοδρόμια ενώ τα μαγαζιά παραμένουν ανοιχτά και εκατοντάδες σακουλίτσες (ειδικά στις προσεχείς γιορτινές μέρες) κυκλοφορούν στη γύρω υπόλοιπη πόλη.

Γειτονιές που γκετοποιούνται εξ’ ορισμού ταξικά, δηλαδή φτωχογειτονιές ή όπου υπάρχει μεγάλη παρουσία αυτών που το κράτος θεωρεί «απόβλητους», όπως συνοικίες όπου διαμένουν ρομά ή μετανάστες και πρόσφυγες.

Γειτονιές οι οποίες οριοθετούνται χωρικά από το ποιος είναι το αφεντικό στα μαγαζιά τους (δηλαδή, παράγοντες που τα έχουν καλά με τα όργανα εξουσίας και τη ροή του τουριστικού χρήματος) και ορίζονται αναλόγως σε «καλές» ή «αντικοινωνικές».

Οι φοιτητές στις σχολές τους, κεκλεισμένων των θυρών σε ιδρύματα εκτός πόλης, σε απόσταση δηλαδή από την καθημερινή κοινωνική δραστηριότητα.

Συναυλίες στις οποίες ακούγονται «κουλτουριάρικα, αφηρημένα και ακατάληπτα» τραγούδια δίχως δηλαδή, για να καταλαβαινόμαστε, μια μπουκάλα ουίσκι και ξηροκάρπι σε ένα τραπέζι που κοστίζει 50 ευρώ το κεφάλι κ.λπ.

Η «ομάδα» αυτή γίνεται προσπάθεια να θεωρηθεί από τους πρώτους ως εν δυνάμει εγκληματική. Να γίνει πιστευτό σε όσους δεν ανήκουν σε αυτή ότι βγαίνουν συνειδητά και με τη βούλησή τους εκτός «φυσιολογικού» κοινωνικού ιστού, επιζητώντας την (αυτο)απομόνωση (λέξη άλλωστε που χρησιμοποιείται συχνά στην κρατική ρητορική). Έτσι:

Αν κάποιος έχει απαιτήσεις πολιτικές, ηθικές και αισθητικές, δηλαδή αν διαμαρτύρεται, αγωνίζεται, απεργεί, είναι παρίας.

Αν θέλει να ζει υπό άλλους όρους και έχει άλλες απαιτήσεις από τη ζωή από τους επιβεβλημένους είναι παρίας.

Αν θέλει να έχει σχέση με την κουλτούρα (ακόμη και την ιδιαίτερη δική του) και όχι την κατανάλωση, είναι παρίας.

Το κράτος προσπαθεί να δομήσει στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου όσους δεν προσεταιρίζεται ως παρίες.

Τόσο εύκολα, συστηματικά και σχεδιασμένα, δημιουργείται μια ψευδής συνθήκη της πραγματικότητας. Και κατά συνέπεια, ψέμα το ψέμα, ασάφεια την ασάφεια, μπέρδεμα το μπέρδεμα, βία τη βία, ενδυναμώνεται η υποταγή και υποτέλεια του συνόλου της κοινωνίας καθώς προοδευτικά θεωρεί πως υπάρχει γύρω της μια μάζα ανθρώπων που απειλεί τα, πλαστά ασφαλώς, προνόμιά της. Πως υπάρχουν άνθρωποι τοποθετημένοι σε έναν δικό τους μικρόκοσμο, που δεν τους αφορά και δεν μπορούν να έρθουν, ούτε υπάρχει λόγος να έρθουν, σε επαφή μαζί τους. Αδιαφορούν για το τι και πώς ζουν, τι λένε, τι εκφράζουν και πόσο ξύλο (ή όπως βλέπουμε και σφαίρες) αντέχουν.

Το κράτος με την αστυνομία του δηλαδή, διασπούν την κοινωνία σε πλαστές αντιμαχόμενες ομάδες, για να αλλοιωθεί άλλωστε η πραγματικότητα: η ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Μια διάσπαση που αδυνατίζει τη λαϊκή πολιτική συμμετοχή και πράξη, που απαγορεύει εκ των πραγμάτων την έκφραση και διάδοση ιδεών, προθέσεων και αξιών που παράγονται διαμέσου του συγχρωτισμού των πάντων εναντίον του συστήματος. Που δεν θα αντιδρά με τους μπάτσους σε κάθε μέτρο δημόσιου χώρου, όσο θα τους χειροκροτά.

Έτσι λειτουργούσε ανέκαθεν, μέσω του διαχωρισμού, ο σύγχρονος αστικός ιστός και εν γένει ο καπιταλισμός. Ωστόσο, πρέπει να διακρίνουμε μια ποσοτική εντατικοποίηση. Επανέρχεται σε μόνιμη βάση και με ανοιχτή ενεργητική δράση: μέσω της άσκησης (ή της απειλής άσκησης) φυσικής βίας πάνω σε ανθρώπους από πλευράς οργάνων του κράτους.

Γι’ αυτό και αυτά τα όργανα, πρέπει να καταργηθούν.

Υ.Γ. Το ότι κάποιοι μπορούμε και καταναλώνουμε, δηλαδή αγοράζουμε προϊόντα (όσα φυσικά αντέχει η τσέπη μας) και κάποιοι άλλοι βρίσκονται πίσω από τα ταμεία και τα πουλάνε είναι γιατί σε αυτόν τον κόσμο εργάζονται άνθρωποι. Δεν μας τα χάρισε καμία αστυνομία και καμία αίσθηση εθνικής τάξης και ασφάλειας. Το ότι τίποτα δεν χαρίστηκε σε αυτόν τον κόσμο αλλά αποκτήθηκε με σκληρή δουλειά και σκληρό αγώνα το γνωρίζει ανέκαθεν η ανθρωπότητα. Αλλιώς θα είχαν αυτοκτονήσει κοινωνίες ολόκληρες και θα είχαν επιτρέψει μόνο στο κράτος, την εξουσία και τα στρατιωτάκια τους να κυκλοφορούν στους δρόμους.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου