27 Νοεμβρίου 2020

Έκθεση Πισσαρίδη: Σεισμικές αλλαγές στο κοινωνικό κράτος και στην αγορά εργασίας - Το σχολείο προϊόν και οι μαθητές και οι γονείς πελάτες

Σεισμικές αλλαγές στο κοινωνικό κράτος και στην αγορά εργασίας
 
Νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση στα όρια της πλήρους απορρύθμισης, σε βαθμό μάλλον δύσπεπτο ακόμη και από το κυβερνών κόμμα ● Η περίεργη συνάρτηση προνοιακών επιδομάτων, επιδότησης ανεργίας και ένταξης στην αγορά εργασίας. Ακόμη πιο... ελεύθερες απολύσεις και κατώτατος μισθός ερήμην των κοινωνικών εταίρων ● Στις ιδιωτικές ασφαλιστικές η φροντίδα των ηλικιωμένων.

Σεισμικές αλλαγές βασισμένες στο υπόδειγμα ανάλυσης του νομπελίστα Χριστόφορου Πισσαρίδη, για την ισορροπία στην αγορά εργασίας και τη δημιουργία κινήτρων τόσο για ανέργους όσο και για επιχειρήσεις, αναμένεται να προκαλέσουν οι προτάσεις του στην έκθεση της ομώνυμης επιτροπής που δόθηκαν χθες στη δημοσιότητα με τις νέες επεξεργασίες.

Πέρα από όσα έχουν γίνει ήδη γνωστά από τον περασμένο Ιούλιο για τις αλλαγές που προτείνει στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, με τη μερική ιδιωτικοποίηση, στην τελική εκδοχή της προτείνονται αλλαγές που διαπερνούν οριζόντια με παρεμβάσεις όλο το φάσμα της κοινωνικής πολιτικής, των επιδομάτων, της κατάρτισης και των εργασιακών σχέσεων.

Με την ανάγνωση του κειμένου μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι δεν μπορούν να υποστηριχθούν από το υφιστάμενο δυναμικό της κυβέρνησης Μητσοτάκη που στην πλειονότητά του συντηρεί τις πελατειακές σχέσεις με τις οργανωμένες ομάδες συμφερόντων και συνεχίζει να αξιοποιεί την επιδοματική πολιτική ως μέσο για τη διατήρησή του στον αφρό της επικαιρότητας, ακόμη κι αν η έκθεση, όπως αναφέρεται στον πρόλογο, «υιοθετεί μια μεσοπρόθεσμη οπτική». Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρωθυπουργός προχθές μάλλον προσπάθησε να απαλύνει τις αναμενόμενες εσωτερικές και εξωτερικές αντιδράσεις, υποβιβάζοντας την έκθεση στη γενικότητα ενός «οδικού χάρτη».

Πάντως, η «ισορροπία» των προτάσεων παραβιάζεται στα περισσότερα σημεία μέσα από τη μίξη λιγότερο ή περισσότερο νεοφιλελεύθερων συνταγών δοκιμασμένων σε ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία.

Ας δούμε όμως ποιες είναι οι σημαντικότερες προτάσεις πολιτικής, οι οποίες σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης «εάν εφαρμοστούν, τα ποσοστά ανεργίας μπορεί να πέσουν στο 6-7% για το σύνολο των εργαζομένων και στο 15% για τους νέους». Αν και, όπως σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης, επικαλούμενοι το σχέδιο Schröder-Hartz στη Γερμανία, «χρειάζεται περίπου μια 5ετία από την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας για να μειωθεί η ανεργία σε αυτά τα επίπεδα».

  1. Ολα τα επιδόματα στη συσκευασία του ενός. Ενοποίηση όλων των επιδομάτων σε ένα, εκτός του επιδόματος ανεργίας, αναπηρίας και του στεγαστικού. Το ενοποιημένο επίδομα θα πρέπει να δίδεται σε ανθρώπους με χαμηλό οικογενειακό εισόδημα, ακόμη κι αν εργάζονται, με ιδιαίτερη στόχευση τις μονογονεϊκές οικογένειες. Η διαχείρισή του θα γίνεται από τις φορολογικές αρχές και ο καθορισμός του σε σχέση και με το οικογενειακό επίδομα θα γίνεται από ειδική επιτροπή που θα έχει πρόσβαση σε ατομικά δεδομένα, όπως οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί. Η εκταμίευση θα γίνεται μηνιαία, αυτόματα, χωρίς αίτηση και χωρίς την παρέμβαση του υπ. Εργασίας. Στην εξέταση των τεκμηρίων δεν θα αποκλείεται η ρευστοποίηση ακίνητης περιουσίας που δεν βελτιώνει την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού(!)
  2. Ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και επίδομα εργασίας. Η έκθεση Πισσαρίδη επισημαίνει ότι το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (ΕΕΕ) λειτουργεί ως αντικίνητρο για την εύρεση εργασίας γιατί διακόπτεται απότομα όταν το εισόδημα ξεπεράσει το όριο. Γι’ αυτόν το λόγο προτείνει τη σταδιακή μείωσή του, εφόσον ο άνεργος αυξάνει το εισόδημα από εργασία, κατά τα πρότυπα των ΗΠΑ, όπου λειτουργεί αρνητική φορολογία για τους χαμηλούς μισθούς. Αυτήν τη χαμηλή φορολογική επιδότηση, η οποία αυξάνεται όταν αυξάνεται το εισόδημα αποκαλεί η έκθεση Επίδομα Εργασίας (ΕΕΡΓ). Αύξηση του εισοδήματος πάνω από ένα επίπεδο -που δεν προσδιορίζεται- θα οδηγεί στη σταδιακή μείωση έως και κατάργηση του επιδόματος.
    Το επίδομα εργασίας, το οποίο θα συνδυάζεται με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για ένα χρονικό διάστημα, θα ισχύει μόνο για μισθωτή εργασία, θα εξαρτάται από τις αποδοχές και των δύο γονέων και θα αυξάνεται ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών. Το κόστος του θα αναπληρωθεί «από τον εξορθολογισμό των άλλων επιδομάτων».
  3. Αυξομειούμενο επίδομα ανεργίας. Προτείνεται το επίδομα ανεργίας να μην είναι σταθερό για 12 μήνες και συνδεδεμένο με τον κατώτατο μισθό όπως είναι σήμερα, αλλά για μεν τους πρώτους 6 μήνες να ορίζεται στο 55% του μέσου μηνιαίου μισθού που είχε ο άνεργος στα προηγούμενα 3 έτη και με ανώτατο πλαφόν επιδόματος τα 1.200 ευρώ. Το ποσόν αυτό αντιστοιχεί σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ στον μέσο μηνιαίο μισθό των πλήρως απασχολουμένων. Αν ο άνεργος, μετά τους 6 μήνες δεν έχει βρει δουλειά θα λαμβάνει επίδομα ανεργίας για άλλους 6 μήνες στο ύψος που είναι σήμερα, δηλαδή στο 55% του κατώτατου μισθού. Η χρηματοδότηση του επιδόματος «θα μπορούσε να προέλθει από τα αποθεματικά του ΟΑΕΔ», αν φυσικά δεν εξανεμιστούν από τις συνεχείς μειώσεις των εισφορών.
  4. Στο κράτος ο λογαριασμός. Η έκθεση Πισσαρίδη προτείνει να επιβαρυνθεί το κράτος το κόστος των επιχειρήσεων τόσο για την ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση όσο και την άδεια μητρότητας (τοκετού και λοχείας, ειδική εξάμηνη άδεια μετά τον τοκετό, άδεια φροντίδας παιδιού) αλλά να μην έχει λόγο για το πότε θα ξεκινήσει και θα λήξει η άδεια τοκετού. Επίσης, προτείνει επέκταση της άδειας πατρότητας και στον δημόσιο τομέα, καθώς και εξίσωση των παροχών σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.
  5. Υπερήλικες, και ιδιωτικές ασφαλιστικές. Μια νέα υποχρεωτική εισφορά από όλον τον πληθυσμό προτείνεται να καλύψει τη «βασική αλλά μακροχρόνια περίθαλψη σε κατάλληλο ίδρυμα» για τους υπερήλικες. Το πρόγραμμα μπορεί να συμπληρώνεται και από ιδιωτική συμμετοχή σε κέντρο επιλογής. «Τα ασφάλιστρα θα εισπράττονται μαζί με τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και θα κατατίθενται σε ένα trust fund που θα τα επενδύει, κατανέμοντάς τα μεταξύ πολλών διαχειριστών ιδιωτικών κεφαλαίων, μαζί με τα κεφάλαια του κεφαλαιοποιητικού τμήματος των συντάξεων». Το σύστημα θα ισχύσει μόνο για όσους έχουν δηλωμένη εργασία.
  6. Κατώτατος μισθός χωρίς συμφωνία εργαζομένων-εργοδοτών. Κατά την πρόταση της έκθεσης Πισσαρίδη ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να αποφασίζεται από ένα Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων με τριετή θητεία (ώστε να μη συμπίπτει απαραίτητα με τον πολιτικό κύκλο μιας κυβέρνησης). Τα μέλη του Συμβουλίου θα πρέπει να είναι διαπρεπείς προσωπικότητες από τον πανεπιστημιακό χώρο και δεν θα πρέπει να εκπροσωπούν ομάδες συμφερόντων. Η πρότασή τους θα είναι δεσμευτική για την κυβέρνηση. «Θα μπορεί όμως να διατηρεί τη δυνατότητα να θέσει τον κατώτατο μισθό σε άλλο επίπεδο, δημοσιεύοντας μια επαρκή αιτιολόγηση για την απόκλιση από την πρόταση του Συμβουλίου».
  7. Πόσο πιο ελεύθερες απολύσεις;
    Υπάρχει πάντα ένας εκλεπτυσμένος τρόπος να προτείνεις απελευθέρωση των απολύσεων. Η έκθεση Πισσαρίδη το διατυπώνει κομψά ως εξής: «Περιορισμοί στη δυνατότητα μιας επιχείρησης να μεταβάλει τον αριθμό των απασχολούμενων αποθαρρύνουν τη δημιουργία θέσεων εργασίας και εμποδίζουν την ανακατανομή του εργατικού δυναμικού προς επιτυχημένους και αναπτυσσόμενους τομείς και επιχειρήσεις»

Επίσης, προτείνεται και πάλι «ο εξορθολογισμός της χρήσης και του κόστους υπερωριών» και η κατάργηση της «εκ των προτέρων ενημέρωσης από τις επιχειρήσεις της υπερωριακής απασχόλησης για την κάλυψη έκτακτων αναγκών».

Τι αποκαλύπτει έρευνα του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς»

Ανασφάλεια και αγωνία για το μέλλον

Την άλλη όψη, αυτήν της «επισφαλειοποίησης» της εργασίας, αποτυπώνει έρευνα που διεξήγαγε στις αρχές του μήνα το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς» σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών ProRata, με τίτλο «Συνθήκες εργασίας στην Ελλάδα: Εμπειρίες και στάσεις γύρω από την αγορά εργασίας».

Еνδεικτική για την κατάσταση στην αγορά εργασίας εν μέσω πανδημίας η μη τήρηση των όρων εργασίας και της νομιμότητας από τους εργοδότες, όπως αποτυπώνεται στις απαντήσεις της έρευνας:

■ στο 35,1% των περιπτώσεων δεν τηρείται το συμφωνηθέν ωράριο εργασίας,

■ στο 24,1% δεν τηρείται η συμφωνηθείσα ημερομηνία καταβολής του μισθού,

■ στο 14,9% δεν τηρείται το συμφωνηθέν ύψος του μισθού.

Επίσης, στο πεδίο του συλλογικού εργατικού δικαίου το 18,2% ανέφερε ότι ο εργοδότης δεν σεβάστηκε το δικαίωμα των εργαζομένων στην απεργία και το 12,5% το δικαίωμα στον συνδικαλισμό. Τέλος, το 27,7% των ερωτηθέντων ανέφερε ότι ο εργοδότης τους παραβίασε τους κανόνες της εργασιακής ηθικής και συμπεριφοράς.

Η έρευνα του ινστιτούτου δίνει μια πρώτη εικόνα για το πώς αποτιμούν οι εργαζόμενοι την εμπειρία της τηλεργασίας. Αρνητικά σε ποσοστό 36,0% αποφαίνονται οι γυναίκες, έναντι 24,2% των ανδρών. Αντίθετα, οι άνδρες αποτίμησαν κυρίως θετικά (37,9%) ή ουδέτερα (36,8%) αυτήν την εμπειρία. «Προφανώς, το φαινόμενο αυτό σχετίζεται με την αυξημένη δυσκολία που παρουσίασε για τις εργαζόμενες γυναίκες -και ιδίως τις μητέρες- η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, όταν και οι δύο διαδραματίζονται στον χώρο του σπιτιού» εκτιμούν οι ερευνητές.

Από τις απαντήσεις όσων παρέχουν εξαρτημένη εργασία στον ιδιωτικό τομέα (μισθωτοί και απασχολούμενοι με «μπλοκάκι») όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες εργάστηκαν/εργάζονται από το σπίτι, προκύπτει ότι το 52,3% εργάστηκε περισσότερες ώρες χωρίς να πληρωθεί υπερωρίες, ενώ μόνο το 5,4% εργάστηκε παραπάνω ώρες και πληρώθηκε για αυτό.

Ταυτόχρονα, μόνο στο 34,2% των εργαζομένων δόθηκε ο κατάλληλος εξοπλισμός από τους εργοδότες τους, ενώ το 63,1% αναγκάστηκε είτε να προμηθευτεί με δική του πρωτοβουλία και δαπάνες ό,τι χρειαζόταν είτε να δουλέψει χωρίς το σύνολο του αναγκαίου εξοπλισμού. Στο 4,5% των εργαζομένων ο εργοδότης απαίτησε να έχουν ανοιχτή την κάμερα στον υπολογιστή τους, ώστε να μπορεί να ελέγχει την πορεία της εργασίας τους. Τέλος, στο 31,7% ο εργοδότης απαίτησε να παραμένουν στη διαθεσιμότητά του μετά το πέρας του ωραρίου τους, ακόμα και αν αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα αναγκαίο.

Οπως αναφέρουν οι ερευνητές, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε η εταιρεία Cisco σε 10.000 άτομα σε 12 αγορές της Ευρώπης, της Ρωσίας και της Μέσης Ανατολής και δημοσίευσε το Reuters στις 14 Οκτωβρίου, 9 στους 10 εργαζομένους θα ήθελαν να συνεχίσουν και μετά την πανδημία να εργάζονται από το σπίτι μέσω τηλεργασίας.

«Σε αντίθετη κατεύθυνση κινούνται τα αποτελέσματα της έρευνάς μας. Ανεξάρτητα από το αν κάποιος έχει ήδη εργαστεί ή εργάζεται με τηλεργασία, το 53,4% των ερωτώμενων θεωρεί ότι η ενδεχόμενη γενίκευση του φαινομένου της τηλεργασίας στο μέλλον αποτελεί μια αρνητική εξέλιξη, έναντι του 37,7% που πιστεύει ότι αποτελεί μια θετική εξέλιξη».

Υψηλός παραμένει και ο βαθμός ανασφάλειας, καθώς ένας στους τρεις (32,7%) απασχολούμενους με οποιοδήποτε καθεστώς θεωρεί «πολύ» ή «αρκετά πιθανό» να χάσει τη δουλειά του ή να κλείσει η επιχείρηση.

Περισσότερο ανασφαλείς εμφανίζονται οι εργαζόμενοι με «μπλοκάκι», αφού περισσότεροι από τους μισούς (52,7%) θεωρούν «πολύ» ή «αρκετά πιθανό» να χάσουν την τρέχουσα εργασία τους, ακολουθούμενοι από τους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό (40,9%) και τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (38,8%) και τους αυτοαπασχολούμενους με προσωπικό (33,4%). Αντίθετα, πολύ περισσότερο ασφαλείς αισθάνονται οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει και εκεί ένα σημαντικό ποσοστό (16,3%) που θεωρεί ότι κινδυνεύει να χάσει την εργασία του τους επόμενους 12 μήνες.

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών

Το σχολείο προϊόν και οι μαθητές και οι γονείς πελάτες

 
Έκθεση Πισσαρίδη με 42 προτάσεις για την εκπαίδευση - Συντάκτες όσοι έχουν διατελέσει συντελεστές του φιάσκου που τώρα υπόσχονται να διορθώσουν
 
Πραγματικό εφιάλτη για την εκπαίδευση, τους εκπαιδευτικούς και τους εκπαιδευόμενους αποτελεί το "Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία " της λεγόμενης Επιτροπής Πισσαρίδη που δημοσιοποιήθηκε χτες στην επίσημη κυβερνητική ιστοσελίδα.

Είναι αλήθεια ότι η επιτροπή που συνέταξε τη λεγόμενη Έκθεση Πισσαρίδη, τουλάχιστον στον τομέα της εκπαίδευσης, δεν έκανε τίποτε παραπάνω από την πιστή συγκέντρωση, ανακεφαλαίωση και αποτύπωση των χιλιοειπωμένων «οδηγιών», «παραινέσεων» του ΟΟΣΑ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ντόπιου Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ). Μιλάμε για μια αβάσταχτη μονοτονία διαπιστώσεων και “λύσεων”, οι οποίες επαναλαμβάνονται με απίστευτη συχνότητα τουλάχιστον τα τελευταία 20 χρόνια και εκπορεύονται βασικά από αμερικανικά think tanks και ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.

Εξάλλου αν κάποιος έχει την υπομονή να διαβάσει τα ονόματα των συντελεστών της έκθεσης Πισσαρίδη και όσων τους συμβούλευσαν, στις πρώτες σελίδες θα διαπιστώσει ότι, με λιγοστές εξαιρέσεις, οι περισσότεροι έχουν περάσει από όλες τις περιστρεφόμενες πόρτες πολιτικής, τεχνοκρατίας, βαθέος κράτους, επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και οικονομικών λόμπι.

Έχουν δηλαδή διατελέσει άμεσοι ή έμμεσοι συντελεστές του φιάσκου που τώρα διεκτραγωδούν και υπόσχονται να διορθώσουν. 

Κοντολογίς, η Έκθεση Πισσαρίδη μας σερβίρει σαν «φαεινή ιδέα» ξαναζεσταμένο φαγητό νεοφιλελεύθερων συνταγών, μερικών ήδη δοκιμασμένων, άλλων ήδη νομοθετημένων  των οποίων τα αποκαΐδια εισπνέουν σήμερα όσοι αναπνέουν μέσα στις σχολικές τάξεις.

Σχέδια και υποσχετικές από το...παρελθόν

Στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ένα πασίγνωστο τραγούδι της Αγγλίδας Vera Lynn υποσχόταν ένα ηλιόλουστο μέλλον στους στρατιώτες που έδιναν τις ζωές τους στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Η Έκθεση Πισσαρίδη υπόσχεται επίσης επιστροφή στην «κανονικότητα» και ένα λαμπρό μέλλον για την ελληνική εκπαίδευση εάν ακολουθηθεί πιστά η φαρμακευτική της αγωγή. Όπως σημειώνεται στην Έκθεση  «πολλά ακόμα πρέπει να γίνουν στο πεδίο των εκπαιδευτικών πολιτικών ώστε η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας να συμβάλει αποφασιστικά στη μακροχρόνια ανάπτυξη της οικονομίας και στη βελτίωση της ευημερίας του πληθυσμού».

Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της Εκπαίδευσης, για μια ακόμα φορά, η «ανάπτυξη» συνδέεται με την καλλιέργεια δεξιοτήτων στα μέτρα των αναγκών των επιχειρήσεων, ενώ για τη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, σημειώνεται πως είναι «εξαιρετικά συγκεντρωτικό» «και η αυτονομία των εκπαιδευτικών μονάδων όλων των βαθμίδων είναι εξαιρετικά περιορισμένη». Λέξεις - «κλειδιά» για την Έκθεση αποτελούν η αυτονομία, η αποκέντρωση και η αξιολόγηση, κεντρικές στρατηγικές επιλογές της κυρίαρχης πολιτικής αρκετά χρόνια τώρα.

Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται «μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από την κεντρική διοίκηση στις επιμέρους μονάδες, με αντίστοιχη ισχυροποίηση της διοίκησης των τελευταίων»,  «αξιολόγηση τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική», και «μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην Τοπική Διοίκηση, όπως η διαχείριση του κύριου και βοηθητικού προσωπικού των σχολικών μονάδων». Καλεί ακόμη σε στροφή στην Επαγγελματική Εκπαίδευση, με βελτίωση της ελκυστικότητάς της, με συνεργασία του υπουργείου Παιδείας με τους κοινωνικούς εταίρους και τις τοπικές κοινωνίες, κάτι που δρομολογείται με το νομοσχέδιο που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα.

Παράλληλα η επιτροπή εισηγείται την αναδιοργάνωση – αναμόρφωση της αρχικής εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών (κατά προτίμηση σε δεύτερο κύκλο σπουδών που να καταλήγει σε αναβαθμισμένο πιστοποιητικό παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας), ενίσχυση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων στον σχεδιασμό της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Η επιτροπή Πισσαρίδη προτείνει επίσης συγχωνεύσεις  σχολείων και  δημιουργία μεγαλύτερων εκπαιδευτικών μονάδων, χρηματοδότηση των σχολικών μονάδων σε συνάρτηση με την επίτευξη εκπαιδευτικών στόχων.

Πανεπιστήμια

Για την Ανώτατη Εκπαίδευση προτείνεται ανασχεδιασμός του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αλλά και των προγραμμάτων σπουδών, «με ενίσχυση κατευθύνσεων και ειδικοτήτων σε γνωστικά αντικείμενα όπου αναμένεται σημαντική αύξηση της ζήτησης στην αγορά εργασίας», χρηματοδότηση ΑΕΙ με ανταποδοτικά κριτήρια και στροφή των ΑΕΙ σε προγράμματα δια βίου μάθησης σε συνεργασία με την επιχειρηματική κοινότητα.

Παράλληλα προτείνεται να είναι αρμοδιότητα των Πανεπιστημίων τα κριτήρια εισαγωγής των υποψηφίων και ο αριθμός εισακτέων, να υπάρχει τέλος επανεγγραφής (δίδακτρα) για όσους φοιτητές παρατείνουν τις σπουδές τους, και συγκέντρωση των πανεπιστημίων σε μεγαλύτερες μονάδες.

Όποιος παρακολουθεί στοιχειωδώς τις εκπαιδευτικές κατευθύνσεις των κυρίαρχων εκπαιδευτικών πολιτικών, τα τελευταία τουλάχιστόν 10 χρόνια διαπιστώνει εύκολα ότι η Έκθεση Πισσαρίδη έρχεται για να «πιλοτάρει» τις εκπαιδευτικές προτεραιότητες του κυβερνώντος κόμματος, κοντολογίς, δεν είναι παρά μια προσπάθεια νομιμοποίησης και πριμοδότησης (με το φωτοστέφανο του νομπελίστα Καθηγητή) του εκπαιδευτικού προγράμματος της Ν.Δ.

Και επειδή δεν είμαστε ούτε λωτοφάγοι ούτε άδικοι θυμίζουμε ότι αρκετές από τις παραπάνω προτάσεις περιέχονται και στο Πόρισμα της επιτροπής Αντώνη Λιάκου το 2016, πλευρές του οποίου νομοθετήθηκαν την περίοδο 2017-2019 από τον Κ. Γαβρόγλου.

ΟΙ ΣΤΟΧΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΠΙΣΣΑΡΙΔΗ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΙΣ «ΡΙΖΕΣ» ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

  1. Η λεγόμενη αυτονομία της σχολικής μονάδας, η διαφοροποίηση στο ίδιο το περιεχόμενο του σχολείου, η μετατροπή των σχολείων σε οικονομικές μονάδες που θα προσπαθούν να εξασφαλίσουν το ψωμί τους μόνες τους (προφανώς από τους γονείς ή από κάποιους χορηγούς), η λεγόμενη «ελεύθερη επιλογή» του διδακτικού προσωπικού (που σημαίνει εδραίωση μηχανισμών ρουσφετιού), μαζί με την ενίσχυση του ρόλου της γονεϊκής επιλογής, της δυνατότητας δηλαδή των γονιών να επιλέξουν σχολείο, αποτελούν τη χημεία της αποδόμησης του δημόσιου χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος.
     
  2. Παράλληλα, η ανάθεση μεγάλου μέρους της ευθύνης για τη χρηματοδότηση, τη λειτουργία, τους προσανατολισμούς κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος στο εκπαιδευτικό προσωπικό, στους εκπαιδευόμενους, στους γονείς, στην «τοπική κοινωνία» και στους «παραγωγικούς φορείς» είναι φανερό ότι καλλιεργεί την τάση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να υποχωρήσουν στις απαιτήσεις των «πελατών», αφού η συντήρηση ή η ανάπτυξή τους εξαρτάται άμεσα από τη «ζήτηση» των εκπαιδευτικών «προϊόντων» τους. Η παιδαγωγική και η διδακτική οδηγούνται στο να υποταχθούν σε μια νέα αντίληψη, που έχει σχέση περισσότερο με την επιχειρηματική λογική, αφού το σχολείο θα λειτουργεί με κριτήριο την εξεύρεση κονδυλίων και πρέπει να προσαρμόζει τη λειτουργία του σ’ αυτήν την προοπτική. Στο όνομα του «αποτελεσματικού σχολείου» και του ανταγωνισμού με βάση τα κριτήρια της αγοράς, είναι ορατός ο κίνδυνος δημιουργίας σχολείων πολλών και διαφορετικών ταχυτήτων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία γκρίζων μορφωτικών ζωνών στις ήδη γκρίζες κοινωνικές περιοχές.
     
  3. Η αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος είναι η βάση για τη ραγδαία μείωση της χρηματοδότησης και της διαφοροποιημένης λειτουργίας των σχολικών μονάδων με βάση τις διαφοροποιημένες ανάγκες και οικονομικές δυνατότητες των τοπικών κοινωνιών.
     
  4. Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση είναι το στρατηγικό εργαλείο για την ένταση του καθεστώτος χειραγώγησης και ομηρίας των εκπαιδευτικών και δραστικής ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων. Είναι φανερό ότι η αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων κι οι διαφορετικές επιδόσεις των σχολείων στη βάση μετρήσιμων δεικτών, θα συμβάλουν τάχιστα στην κατηγοριοποίησή τους, ενώ η σχεδιαζόμενη «άρση των γεωγραφικών ορίων» και η «ελεύθερη επιλογή σχολείου», δημόσιου και ιδιωτικού,  που εισάγεται στα κείμενα που δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα,  θέλει να σπρώξει τα δημόσια σχολεία σε έναν ανελέητο ανταγωνισμό προς «άγραν πελατών», από την οποία θα συναρτούν τη χρηματοδότηση και τη συνέχιση της λειτουργίας τους.
     
  5. Οι εύηχες λέξεις και φράσεις «αυτοτέλεια», «κοινωνική λογοδοσία», «σύνδεση με την οικονομία και την κοινωνία» σημαίνουν την παράδοση της ανώτατης εκπαίδευσης στις βουλές και τους σχεδιασμούς των επιχειρήσεων, αλλά και την υποχρέωση των φοιτητών να χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις σπουδές τους. Τα Πανεπιστήμια καλούνται ευθέως να «βγάλουν το ψωμί τους» μόνα τους. Το υπουργείο Παιδείας εξαναγκάζει τα τριτοβάθμια ιδρύματα να υιοθετήσουν τη συμπεριφορά ιδιωτικής επιχείρησης για να βρουν νέους πόρους, κρατώντας από τη μια τον δίσκο του εράνου και από την άλλη το λιβανιστήρι. Σύμφωνα με τα στρατηγικά και «επιχειρηματικά» σχέδια του υπουργείου Παιδείας, τα Πανεπιστήμια θα αναγκαστούν να στραφούν στην αγορά σε αναζήτηση νέων πηγών εσόδων (δίδακτρα, σύνδεση με επιχειρήσεις, μετατροπή σε επιχειρήσεις πώλησης υπηρεσιών).
     
  6. Το βασικό εργαλείο για την αναμόρφωση των ΑΕΙ-ΤΕΙ στα πλαίσια του «Ευρωπαϊκού χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης», είναι η αξιολόγηση και η σύνδεσή της με τη χρηματοδότηση. Από νομικής πλευράς, τα πανεπιστήμια παραμένουν δημόσια. Ωστόσο οι αποφάσεις για το τι διδάσκεται, πότε διδάσκεται, το περιεχόμενο των πτυχίων, την έρευνα κλπ, λαμβάνονται στο πλαίσιο της ζήτησης και της προσφοράς οι οποίες μετρούνται στη βάση των λογιστικών μονάδων που συνδέονται με το σύστημα αξιολόγησης.

 ΠΗΓΗ: alfavita

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου