15 Ιανουαρίου 2021

«Σχέδιο Πισσαρίδη» για το Πανεπιστήμιο: Να το απορρίψει η ακαδημαϊκή κοινότητα - Του Σταύρου Μούτσιου*

Το πανεπιστήμιο μετατρέπεται σε μια καφκαϊκή επιχειρηματική γραφειοκρατία, όπου οι πάντες πλέον αγωνίζονται και ανταγωνίζονται για να επιβιώσουν ή να αναδειχθούν συμμορφούμενοι στις προσταγές της.

Η ακαδημαϊκή κοινότητα πρέπει να απορρίψει κατηγορηματικά το «Σχέδιο Πισσαρίδη» για το πανεπιστήμιο - και οποιοδήποτε νομοσχέδιο βασιστεί σε αυτό.

Το «Σχέδιο» είναι αντιγραφή, καρμπόν των ίδιων απατηλών επιχειρημάτων που προέβαλαν και ορισμένες άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προκειμένου να καταργήσουν ουσιαστικά το πανεπιστήμιο ως θεσμό ελεύθερης διδασκαλίας και έρευνας και συλλογικής αυτο-διοίκησης.

Δηλαδή, ότι οι αλλαγές αυτές θα επιφέρουν στο πανεπιστήμιο «οικονομική αυτονομία και οργανωτική ευελιξία», «σύνδεση με την ευρύτερη κοινωνία μέσω Συμβουλίων Ιδρυμάτων», «προγραμματικές συμφωνίες στρατηγικού σχεδιασμού και χρηματοδότηση μετά από αξιολόγηση και την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων», «χρήματα από τον επιχειρηματικό τομέα», «διεθνοποίηση» και «καλλιέργεια σύγχρονων δεξιοτήτων» (ωσάν να ήταν αυτό το πρόβλημα στην υπό αιχμαλωσία ελληνική οικονομία) κ.λπ.1

Το αποτέλεσμα ήταν -όπου εφαρμόστηκαν αυτές οι πολιτικές- να μετατραπούν τα πανεπιστήμια σε εταιρικές γραφειοκρατίες, πλήρως ελεγχόμενες από το κράτος, αλλά και από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η έλλειψη παντελούς προετοιμασίας στην αντιμετώπιση της πανδημίας, ενώ αυτή είχε προβλεφτεί από επιστήμονες και διεθνείς οργανώσεις, δεν είναι καθόλου άσχετη με τον ασφυκτικό έλεγχο που επέβαλαν αυτές οι μεταρρυθμίσεις στην έρευνα, υποτάσσοντάς την σε επιχειρηματικά συμφέροντα.2

Στην Ευρώπη, στην καταστροφή του πανεπιστήμιου πρωτοστάτησαν κυβερνήσεις χωρών που θεωρούνται κατεξοχήν φιλελεύθερες, αρχής γενομένης από τη θατσερική Βρετανία, την οποία ακολούθησαν από κοντά η Ολλανδία και οι Σκανδιναβικές χώρες, που σήμερα έχουν καταλήξει να έχουν την πιο ανελεύθερη τριτοβάθμια εκπαίδευση και έρευνα στην Ευρώπη.3

Αν η έκφραση καταστροφή ή κατάργηση του πανεπιστημίου ακούγεται υπερβολική, θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς το νόημα του όρου πανεπιστήμιο, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή παράδοση, που συγκροτήθηκε ανά τους αιώνες, με τρεις καθοριστικές ιστορικές στιγμές: την ίδρυση της Ακαδημίας του Πλάτωνα, που θέσπισε για πρώτη φορά την ακαδημαϊκή ελευθερία· τη θεσμοθέτηση των υστερο-μεσαιωνικών studia generale στη Δυτική Ευρώπη ως universitates (συντεχνίες ή όμιλοι), δηλαδή νομικά αναγνωρισμένων αυτο-διοικούμενων κοινοτήτων διδασκόντων και διδασκομένων· και τις μεταρρυθμίσεις του Χούμπολτ στη Γερμανία, αρχές του 19ου αιώνα, με την ίδρυση του Πανεπιστήμιου του Βερολίνου, οι οποίες, συνθέτοντας την αρχαιοελληνική κληρονομιά με την υστερο-μεσαιωνική παράδοση, καθιέρωσαν έκτοτε το πανεπιστήμιο ως αυτο-διοικούμενο ίδρυμα, όπου διδασκαλία και έρευνα ασκούνται ελεύθερα.4

Βέβαια, έκτοτε το πανεπιστήμιο εντάχθηκε στο κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα και τον γραφειοκρατικό μηχανισμό του. Ωστόσο, εδραιώθηκε στη γενική συνείδηση αλλά και στα συντάγματα των Ευρωπαϊκών χωρών, και χωρών ανά τον κόσμο, ότι για να θεωρείται ένας τριτοβάθμιος εκπαιδευτικός θεσμός πανεπιστήμιο, θα πρέπει να πληροί αυτούς τους δύο βασικούς όρους: συλλογικό αποφασίζειν και ακαδημαϊκή ελευθερία.

Αυτούς ακριβώς τους όρους κατάργησαν οι πολιτικές ορισμένων χωρών κατά τις τελευταίες περίπου τρεις δεκαετίες, καταργώντας έτσι στην ουσία το πανεπιστήμιο. Μέσα από τη συνέργεια κυβερνήσεων, βιομηχανικών λόμπι και αργότερα των Βρυξελλών, και υπό την ιδεολογική κυριαρχία του σήμερα απαξιωμένου οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, που πρεσβεύει ότι τα πάντα πρέπει να λειτουργούν ως επιχείρηση, κατάφεραν να κατεδαφίσουν έναν θεσμό αιώνων και να τον αντικαταστήσουν με εταιρικές γραφειοκρατίες.

Πρόκειται για συστήματα «μάνατζμεντ ανθρωπίνων πόρων», δηλαδή γραφειοκρατίας απείρως πιο ελεγκτικής και διεισδυτικής από την παραδοσιακή, που αντικατέστησαν όλες τις εκλεγμένες αρχές και τα συλλογικά όργανα: πρύτανη, σύγκλητο, κοσμήτορες, προέδρους τμημάτων, τομείς, συνελεύσεις και ό,τι άλλο διακρίνει τη λειτουργία ενός πανεπιστημίου.

Πλέον, ο πρύτανης διορίζεται από το περιώνυμο Συμβούλιο, τη σύνθεση του οποίου ορίζει, άμεσα ή έμμεσα, η κυβέρνηση, και λειτουργεί ως εκτελεστικός διευθυντής (CEO) εταιρείας: διορίζει τους κοσμήτορες των σχολών και τους προέδρους των τμημάτων, οι οποίοι, αν και διατηρούν αυτούς τους τίτλους, είναι πλέον μάνατζερ, και προωθεί ιεραρχικά την εφαρμογή της «προγραμματικής συμφωνίας στρατηγικού σχεδιασμού» που το Συμβούλιο συνήψε με το υπουργείο.

Οι καθηγητές δεν είναι πλέον ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, μελετητές και ερευνητές, ελεύθεροι να διδάξουν και να ερευνήσουν ό,τι και όπως αυτοί επιθυμούν, αλλά υπάλληλοι των νέων αυτών «εταιρειών γνώσης». Είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν τις εντολές του «πρύτανη» και των μάνατζερ των σχολών και τμημάτων, και να διεκπεραιώνουν τους στόχους απόδοσης που περιλαμβάνει το συμβόλαιο με το υπουργείο.

Η απόδοσή τους ελέγχεται εξονυχιστικά από το διοικητικό προσωπικό, σύμφωνα με τις εντολές του μάνατζμεντ, και από μια σειρά λογισμικών εργαλείων που την καταγράφουν με λεπτομέρεια (π.χ. τον χρόνο που πρέπει να δαπανούν στην τάδε ή δείνα δραστηριότητα, πόσες αιτήσεις για εξωτερικά χρηματοδοτούμενη έρευνα υπέβαλαν, τον αριθμό των δημοσιεύσεών τους, κ.λπ.), καθώς από αυτήν εξαρτάται η ίδια η εργασία του «ακαδημαϊκού υπαλλήλου».

Ετσι, λοιπόν, το πανεπιστήμιο μετατρέπεται σε μια καφκαϊκή επιχειρηματική γραφειοκρατία, όπου πλέον ακαδημαϊκός και παιδαγωγικός ρόλος, επιστημονικό ήθος, ερευνητική ανεξαρτησία και γενικά όλες οι αρχές και λειτουργίες που (πρέπει να) χαρακτηρίζουν ένα πανεπιστήμιο, διαλύονται και οι πάντες πλέον αγωνίζονται και ανταγωνίζονται για να επιβιώσουν ή να αναδειχθούν συμμορφούμενοι στις προσταγές της. Και από τη στιγμή που επιβληθεί αυτή η γραφειοκρατία, όπως δείχνει η εμπειρία άλλων χωρών, αλλά και η θεωρία της γραφειοκρατίας, είναι σχεδόν αδύνατη η ακύρωσή της, γιατί καταργεί κάθε χώρο και πεδίο όπου μπορεί να ασκηθεί ορθολογική συζήτηση και κριτική, και γιατί προβάλλεται, απατηλά, ως δήθεν η πιο αποτελεσματική μορφή διοίκησης.

Αν λοιπόν η διάταξη για την είσοδο και κυκλοφορία της αστυνομίας στους πανεπιστημιακούς χώρους, χωρίς άδεια από τη σύγκλητο, μπορεί εύκολα να ανακληθεί στο μέλλον, θα είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατον να γίνει το ίδιο με το μάνατζμεντ με βάση «προγραμματικές συμφωνίες» και «τη χρηματοδότηση μετά από αξιολόγηση και την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων».

Για αυτό, λοιπόν, είναι κρίσιμο η ακαδημαϊκή κοινότητα να απορρίψει κάθε νομοσχέδιο που θα κάνει έστω και το παραμικρό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Πρόκειται, όχι για εκσυγχρονισμό, αλλά για βαρύτατο αναχρονισμό καθώς μας γυρίζει όχι απλώς δεκαετίες πίσω, τότε που ο χυδαίος νεοφιλελευθερισμός εξαπατούσε εύκολα σχεδόν τους πάντες, αλλά αιώνες πίσω, πριν από την καθιέρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και του συμμετοχικού αυτοδιοίκητου.

Η ακαδημαϊκή κοινότητα θα πρέπει να προασπίσει και να προωθήσει την αληθινή ποιότητα του πανεπιστημίου που συνίσταται πάντα στην ευρεία συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, στην ορθολογική και κριτική συζήτηση, στη διαλογική παιδαγωγική και συναδελφική σχέση και στην επισταμένη έρευνα που αποσκοπεί στην αλήθεια και την έγκυρη γνώση.

*Διδάσκει Συγκριτική Εκπαίδευση και Εκπαιδευτική Πολιτική στο Πανεπιστήμιο του Aarhus (Δανία)

Πηγές

1. Βλ. «Εκθεση με 32 αλλαγές για τις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης από τον “Νομπελίστα” Σύμβουλο του Κ. Μητσοτάκη»
2. Βλ. Μούτσιος, Σ. (2/10/2020) «Πανδημία: το μάθημα για το πανεπιστήμιο και την έρευνα»
3. Βλ. Karrana, Τ., Beiterb, K. and Appiagyei-Atuac, K. (2017) «Measuring academic freedom in Europe: a criterion referenced approach». 1(2), σελ. 209-239.
4. Βλ. Moutsios, S. (2013) «The De-Europeanisation of the University under the Bologna Process». Thesis Eleven, 119(1): 22–46.
ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου