![]() |
| @jodigraphics15 |
Η φυλάκιση του Νίκου Ρωμανού: «Το αποτύπωμα αλλά τίνος πράγματος;»
Έκκληση Γάλλων διανοουμένων για τον Νίκο Ρωμανό και έκκληση Γάλλων διανοουμένων για την καταστολή στην Ιταλία του ‘77: Μία παράλληλος.
Την Πρωταπριλιά ξεκίνησε η δίκη στο Εφετείο των Αθηνών για την υπόθεση των Αμπελοκήπων με κύριο κατηγορούμενο τον Νίκο Ρωμανό. Η ημερομηνία και μόνο ηχεί παράδοξα, σάμπως να υπονοεί σε πολλούς που έχουν παρακολουθήσει τα γεγονότα και τις νομικο-δικαστικές εξελίξεις, πως δεν θα πρέπει να περιμένουν κάτι περισσότερο από μία επίφαση στην απόδοση της δικαιοσύνης, καθώς η προκατάληψη κι η μισαλλοδοξία της δικαιϊκής παραμέτρου του κράτους απέναντι στις εναλλακτικές μορφές ζωής και τις διαφορετικές απόψεις.
Η «ρετσινιά» του τρομοκράτη σκιάζει πάντοτε κάθε πρόθεση για αμερόληπτη κρίση, απεναντίας υπερτερεί η διάθεση για υπεράσπιση όχι των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, αλλά πρωτίστως της βούλησης του κράτους και της κατασταλτικής του λειτουργίας. Μέσα σε όλο τούτο το κλίμα, με ιδιαίτερη συγκίνηση ενημερώθηκα για την επιστολή που τέσσερις επιφανείς φιλόσοφοι, διεθνούς κύρους και επιρροής, οι Judith Butler, Georges Didi-Huberman, Michael Löwy και Paul B. Preciado, απευθύνουν στις ελληνικές αρχές, εκδηλώνοντας τη στήριξη τους στον Νίκο Ρωμανό, σε ένα καθηλωτικό κείμενο με τίτλο «Το αποτύπωμα αλλά τίνος πράγματος». Το κείμενο τούτο, έξω από το γεγονός ότι στηλιτεύει τις πρακτικές μίας μοχθηρής, αυταρχικής και αυθαίρετης ad hominem τιμωρητικής στάσης, που διαιωνίζει μία κατασταλτική παρέκκλιση απέναντι σε κάθε δικαίωμα έκφρασης, κατ’ αρχάς, αντίστασης (του ius resistentiae, σε διάκριση σε σχέση με τη seditio (στάση) και τη rebellio (ανταρσία), ως «υπεράσπιση ενός πραγματικού, απτού, ήδη συντελεσμένου μετασχηματισμού των μορφών ζωής», όπως υπενθυμίζει εύστοχα και ο Πάολο Βίρνο στο Esercizi di Esodo) και δίκαιης δίκης.
Το κείμενο αυτό θυμίζει και μοιάζει να ξαναπιάνει το νήμα μίας παράδοσης, ιδιαίτερα συνηθισμένης κάποτε ανάμεσα στις τάξεις των διανοουμένων -της γαλλικής σχολής κατ’ εξοχήν, που άλλωστε οι τρεις από αυτούς, Ντιντί-Ουμπερμάν, Λέβι κι εν μέρει ο Πρεσιάδο, προέρχονται ή σχετίζονται μ’ αυτήν. Είναι εκείνη η σχολή της παρέμβασης των διανοουμένων στις άμεσες πολιτικές εξελίξεις, με ανοικτές επιστολές καταγγελίας απέναντι σε κάθε μορφής καταστολή ή μανιφέστα στήριξης σε εξεγέρσεις απέναντι στον αυταρχισμό της εξουσίας. Μίας παράδοσης, που ξεκίνησε με τον πόλεμο της Αλγερίας, κορυφώθηκε κατά τον Μάη του ‘68 και κατά τη διάρκεια ενός ιμπεριαλιστικού κι ασύμμετρου πολέμου στο Βιετνάμ (με αναλογίες με όσα συμβαίνουν και κατά τις τελευταίες 10ετίες, χωρίς ωστόσο να υπάρχει συμπαγής παρέμβαση από τη διανόηση), που παρενέβη στην ταραχώδη περίοδο που διέβη η Ιταλία στη δεκαετία του ‘70 και στήριξε απελευθερωτικά κινήματα όπως (παράδειγμα του Φουκώ) η ισλαμική επανάσταση στο Ιράν το 1979, για να σιωπήσει κάτω από την πίεση της “αντεπανάστασης” (Νέοι Φιλόσοφοι και πτώση του Τείχους) και τον θεωρητικό κατακερματισμό κι ιδεολογικό αποπροσανατολισμό της παγκοσμιοποίησης.
Έξω από μεμονωμένες εξαιρέσεις, όπως στις εξεγέρσεις του Σιάτλ, της Γένοβας, της κινητοποίησης ενάντια στην εισβολή στο Ιράκ, η διανόηση στάθηκε διστακτική απέναντι σε αυθαιρεσίες (Γιουγκοσλαβία, Συρία κλπ), εάν δεν τάχθηκε (παράδειγμα του ύστερου Γιούργκεν Χάμπερμας) ακόμη κι υπέρ των ωμών ιμπεριαλιστικών παρεμβάσεων, επιχειρηματολογώντας αφηρημένα και γενικευτικά υπέρ «της ηθικής», της «δημοκρατίας», των «πολιτικών δικαιωμάτων», όπως αυτές οι έννοιες ερμηνεύονται από τις κυρίαρχες δυνάμεις που εκστρατεύουν για να επιβάλουν τη δική τους «παγκόσμια τάξη». Και πολύ περισσότερο, σπεύδουν να δικαιολογήσουν επεμβάσεις, εστιάζοντας την κριτική τους στις παραβιάσεις δικαιωμάτων που εντοπίζουν στις «εχθρικές», «τρομοκρατικές» και «ανήθικες» χώρες-στόχους του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, λησμονώντας και εθελοτυφλώντας απέναντι στις ωμές παραβιάσεις των πολιτικών, εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων μέσα στις χώρες τους και στον δυτικό κόσμο. Εκείνες τις παραβιάσεις που προτάσσονται ως άμεσα ή έμμεσα μέτρα καταστολής, είτε ως «μέτρα ασφάλειας» ενάντια στις επιβουλές από τους εξωτερικούς κινδύνους, είτε ως «προστασία» από «παραβατικές συμπεριφορές» στο εσωτερικό -τις οποίες όμως γεννούν οι αντινομίες του ίδιου του συστήματος.

Η παρέμβαση αυτών των φιλοσόφων στην υπόθεση του Νίκου Ρωμανού θραύει ουσιαστικά τούτη την διανοητική και πολιτική αδράνεια κι υπενθυμίζει πως ο ρόλος των διανοουμένων και των πανεπιστημιακών δεν περιορίζεται στην αρθρογραφία μέσα από τον ‘ελεφάντινο πύργο’ τους και σε απόσταση από τα πραγματικά κοινωνικά ζητήματα και τους κινδύνους από την αυθαιρεσία της εξουσίας. Οι φιλόσοφοι αυτοί υπογραμμίζουν ορθά ποιο είναι το διακύβευμα στην υπόθεση του Ρωμανού, όχι απλά δικαιολογώντας τη συναισθηματική και κατόπιν ιδεολογική φόρτιση ενός υποκειμένου που βλέπει τον φίλο του να δολοφονείται και κατόπιν να κατασυκοφαντείται ασύστολα από το κράτος. Αλλά σημειώνοντας πως οι αστυνομικές και δικαστικές μεθοδεύσεις στην υπόθεση του Ρωμανού δυνητικά μπορούν -δημιουργώντας και ανάλογο νομικό προηγούμενο- να επεκταθούν και στο σώμα της υπόλοιπης κοινωνίας, να συμπεριλάβουν και τον ανύποπτο, καθημερινό, άνθρωπο, ο οποίος ενδέχεται ανά πάσα στιγμή να πιαστεί μέσα στον ιστό μίας καφκικής κατάστασης, όπου η ανώτατη κι ανώνυμη, άμορφη, κρατική εξουσία θα τον συνθλίψει αδυσώπητα.

Η παρέμβασή των Ντιντί-Ουμπερμάν, Πρεσιάδο και Λέβι, μπορεί να εξισωθεί με το ιστορικό και μεγαλειώδες κείμενο, που οι Ζαν-Πολ Σαρτρ, Μισέλ Φουκώ, Ζιλ Ντελέζ, Φελίξ Γκουαταρί, Ρολάν Μπαρτ, Φιλίπ Σολέρ και πλείστοι άλλοι φιλόσοφοι και διανοητές είχαν δημοσιεύσει την επαύριο των συνταρακτικών γεγονότων που είχαν σημειωθεί στις αρχές Μαρτίου 1977 στη Μπολόνια. Τότε που, μέσα στην καρδιά της νεολαιΐστικής εξέγερσης του Κινήματος του ‘77, οι κατασταλτικές δυνάμεις του Κοσίγκα -μετά την έκκληση και τη συνέργεια του κομμουνιστή (!) δημάρχου της πόλης- είχαν στείλει τα τανκς για να διαλύσουν τις συγκεντρώσεις στη Μπολόνια. Μεθοδεύσεις που κατέληξαν σε συγκρούσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων δολοφονήθηκε (11 Μαρτίου) από πισώπλατα πυρά αστυνομικών ο Πιερφραντσέσκο Λορούσο, ενώ τις επόμενες ημέρες στις διαδηλώσεις ενάντια στη δολοφονία, πάλι από πυρά αστυνομικών (που είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ανενόχλητα τα όπλα τους βάσει του κατασταλτικού Νόμου Ρεάλε του 1975 -βλέπε Accattatis, Capitalismo e repressione, Feltrinelli,1977) έπεφτε νεκρή η Τζορτζιάνα Μάζι. Ενώ παράλληλα εξαπολυόταν ένα κύμα σφοδρής καταστολής, με εισβολές και κλείσιμο σε ελεύθερους (από το 1976) ραδιοφωνικούς σταθμούς (Radio Alice, Radio Rosso κλπ), σφράγισμα εκδοτικών οίκων κλπ. Ήταν τότε που ο Σαρτρ στην αξιομνημόνευτη συνέντευξή του στη Lotta Continua (9-9-1977) είχε δηλώσει:
Δεν μπορώ να δεχτώ ότι ένας νεαρός αγωνιστής δολοφονείται στους δρόμους μιας πόλης που διοικείται από το κομμουνιστικό κόμμα. Κάθε φορά που η αστυνομία ενός κράτους πυροβολεί έναν νεαρό αγωνιστή, εγώ είμαι με το μέρος του νεαρού αγωνιστή.
Η τοτινή παρέμβαση των Γάλλων διανοουμένων υπήρξε ηχηρή και σε μεγάλο βαθμό γενίκευσε τη δυναμική του Κινήματος του ‘77, καθώς όσοι εμφορούνταν από τον ενθουσιασμό του αντιλαμβάνονταν πως δεν ήταν μόνοι στην εξέγερσή τους και πως υπήρχε ένα σώμα διεθνούς συμπαράστασης στις μαχητικές επιδιώξεις τους. Γιατί όπως υπογράμμιζε κι ο Πάολο Βίρνο (idem, στο «Δικαίωμα στην Αντίσταση», σ. 183-185) και πολύ περισσότερο (φευ!) ισχύει σήμερα η βίαια αντίσταση, ιδίως από τη νεολαία, «δεν συνδέεται πλέον με την εμφατική προοπτική της κατάληψης της εξουσίας». Απεναντίας, διεκδικεί έναν «εξολοκλήρου κοινωνικό μετασχηματισμό», ο οποίος «αναμετράται μεν εκ του συστάδην με την εξουσία», αλλά χωρίς να ονειρεύεται μια εναλλακτική οργάνωση του Κράτους, στοχεύοντας μάλλον στη συρρίκνωση και την εξάλειψη κάθε μορφής προσταγής πάνω στη δραστηριότητα των γυναικών και των ανδρών και, επομένως, του Κράτους tout court (συλλήβδην). Με αυτή την άρνηση να συνθηκολογήσει στην κατασταλτική κι αποπροσωποποιημένη τάξη που του προτείνεται, ο κάθε άνθρωπος (και ιδιαίτερα ένας νέος κι ακόμη πιο ιδιαίτερα όποιος είναι στη θέση του Ρωμανού) «είναι κανείς υποχρεωμένος να οικοδομήσει διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις και νέες μορφές ζωής: χρειάζεται πολλή όρεξη για το παρόν και πολλή επινοητικότητα. Συνεπώς, η σύγκρουση θα διεξαχθεί για να διατηρηθεί αυτό το ‘νέο’ που εν τω μεταξύ έχει θεσπιστεί».
Πράγμα που -κατά τον Πάολο Βίρνο, κατεξοχήν θεωρητικό εκφραστή των χρόνων εκείνων- σημαίνει: ενώ η «πολιτική επανάσταση» θεωρούνταν η αναγκαία προϋπόθεση για τη μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων, τώρα αυτό το επιπλέον λάφυρο γίνεται το προκαταρκτικό βήμα. Η πάλη μπορεί να εκδιπλώσει την καταστροφική της φύση μόνο αν προέχει ήδη έντονα ένας άλλος τρόπος ζωής, επικοινωνίας, ακόμη και παραγωγής. Μόνο αν, εντέλει, έχει κανείς κάτι να χάσει πέρα από τις αλυσίδες του.
Λίγο πολύ τούτο, είναι και το πνεύμα και της έκκλησης για την καταστολή των Γάλλων διανοουμένων, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 1977. Ας τη θυμηθούμε κι ας αφήσουμε και τους δικούς μας διανοούμενους να αναλογισθούν τις ευθύνες τους και να μετρήσουν τις δυνάμεις τους και την ένταση της φωνής που ευχής έργον θα ήταν να υψώσουν, απέναντι στην υπεράσπιση, όχι μόνον του Ρωμανού, αλλά και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που δοκιμάζονται και μακροπρόθεσμα θα αποτελέσουν κι εκείνα στόχο, αλλά κυρίως απέναντι στην υπεράσπιση της νέας γενιάς η οποία έχει και το δικαίωμα και κυρίως την αποστολή και το προνόμιο να χαράσσει εκείνες τις νέες μορφές ζωής, που ενοφθαλμίζουν και εν τέλει παγιώνουν τις ανανεωτικές τάσεις και είδους αγώνα για τη βελτίωση και τον μετασχηματισμό των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων.
Ακολουθεί το κείμενο του ‘77:
Έκκληση των Γάλλων διανοουμένων για τη συνάντηση της Μπολόνια σχετικά με την καταστολή στην Ιταλία (5 Ιουλίου 1977)
Τη στιγμή που, για δεύτερη φορά, διεξάγεται στο Βελιγράδι η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα επί του παρόντος στην Ιταλία και ειδικότερα στην καταστολή που πλήττει τους εργάτες αγωνιστές και τους αντιφρονούντες διανοούμενους που αγωνίζονται ενάντια στον «ιστορικό συμβιβασμό». Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα στην Ιταλία ο όρος «ιστορικός συμβιβασμός»;
Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε τους τελευταίους μήνες την πραγματική του όψη: από τη μία πλευρά την ανάπτυξη ενός συστήματος κατασταλτικού ελέγχου πάνω στην εργατική τάξη και το προλεταριάτο της νεολαίας που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, και από την άλλη το σχέδιο για διανομή του Κράτους με τη Χριστιανοδημοκρατία (τράπεζες και στρατός στη DC- αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο PCI [Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα]) διαμέσου ενός πραγματικού «ενιαίου» κόμματος.
Ενάντια σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων είναι που επαναστάτησαν τους τελευταίους μήνες οι νέοι προλετάριοι και οι αντιφρονούντες διανοούμενοι. Πώς φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση; Τι ακριβώς συνέβη; Από τον μήνα Φεβρουάριο η Ιταλία συγκλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, εκείνων που ξεχάστηκαν από τον ιστορικό συμβιβασμό και το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική της λιτότητας και των θυσιών απάντησαν με την κατάληψη των Πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη εργασία, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία από τα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και τη δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν πλέον τίποτα να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!», «Λάμα, μαστίγωσέ μας!»(ΣτΣ, αναφέρεται την επίσημη καταστατική πράξη του Κινήματος, με την “εκπαραθύρωση” του εντεταλμένου του ΙΚΚ από το κατειλημμένο Παν/μιο Σαπιέντσα της Ρώμης στις 17 Φεβρουαρίου 1977 ), «Οι Χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, εμείς είμαστε οι πραγματικοί εγκληματίες!», «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!».
Η απάντηση της αστυνομίας της DC και του PCI ήταν σαφής και χωρίς αμφισημίες: απαγόρευση κάθε διαδήλωσης στη Ρώμη, κατάσταση μόνιμης πολιορκίας στην Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμοί εναντίον του πλήθους. Ενάντια σε αυτή τη συνεχή πρόκληση έπρεπε να αμυνθεί το κίνημα. Σε εκείνους που τους κατηγορούν ότι χρηματοδοτούνται από τη CIA και την KGB, οι αποκλεισμένοι του ιστορικού συμβιβασμού απαντούν: «η συνωμοσία μας είναι η ευφυΐα μας, η δική σας είναι αυτή που χρησιμεύει στην εργαλειοποίηση του κινήματος της εξέγερσής μας ως βατήρα για την κλιμάκωση του τρόμου». Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι:
– τριακόσιοι αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολυάριθμοι εργάτες, βρίσκονται αυτή τη στιγμή στις φυλακές της Ιταλίας
– οι συνήγοροί τους διώκονται συστηματικά: σύλληψη των δικηγόρων Καπέλι, Σενέζε, Σπατσάλι κι άλλων εννέα αγωνιστών της «Κόκκινης Βοήθειας» (Soccorso Rosso). Είναι μορφές καταστολής που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία
– ποινικοποίηση των καθηγητών και των φοιτητών του Ινστιτούτου Πολιτικών Επιστημών της Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορήθηκαν για «ανατρεπτική οργάνωση»: Γκουΐντο Μπιανκίνι, Λουτσάνο Φερέρι Μπράβο, Αντόνιο Νέγκρι κ.ά.
– έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων αντλείται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνα στις κατοικίες των συγγραφέων Νάνι Μπαλεστρίνι κι Έλβιο Φακινέλι. Σύλληψη του Άντζελο Πασκουΐνι, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού ZUT
– κλείσιμο του ραδιοφωνικού σταθμού Radio Alice της Μπολόνια και κατάσχεση του εξοπλισμού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice
– εκστρατεία του τύπου που τείνει να ταυτίσει τον αγώνα του κινήματος και τις πολιτιστικές του εκφράσεις με μια συνωμοσία· παρακίνηση του Κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».
Οι υπογράφοντες απαιτούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος των διώξεων και της εκστρατείας δυσφήμισης κατά του κινήματος και της πολιτιστικής του δραστηριότητας, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους σε όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό έρευνα.
J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F. Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M.A. Macciocchi, C. Guillerme και άλλοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου