06 Νοεμβρίου 2026

Πώς συζητάς με έναν φασίστα; Απλώς δεν συζητάς - Γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης*

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Όσβαλντ Μόσλεϊ, ιδρυτής της Βρετανικής Ένωσης Φασιστών, ζήτησε από τον φιλόσοφο και νομπελίστα Μπέρτραντ Ράσελ να αναμετρηθούν σε μια πολιτική συζήτηση. Ο Ράσελ αρνήθηκε κατηγορηματικά: «Οι κόσμοι μας είναι τόσο βαθιά αντίθετοι, ώστε τίποτε γόνιμο ή ειλικρινές δεν θα μπορούσε να προκύψει από τη μεταξύ μας συναναστροφή». Για τον αταλάντευτα αντιφασίστα φιλόσοφο, ο διάλογος με τον φασισμό ήταν μάταιος... Εικονογράφηση βασισμένη σε meme που κυκλοφορεί στο ίντερνετ: Ατελιέ LIFO

Πώς συζητάς με έναν φασίστα; Απλώς δεν συζητάς


ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ με ανθρώπους που επιμένουν ότι το σύνθημα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος είναι «μια χαρά» ή ότι θα τελειώσει η βασιλεία του κατεστημένου της αριστεράς;

Η απάντηση είναι ένα κοφτό «όχι». Αυτός ο «διάλογος» δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί και μάλιστα στα social media με τον τρόπο (τον γνωρίζουμε) της πλατφόρμας. Ακόμα κι αν ο όψιμος φιλοχουντικός είναι ένας νεότερος άνθρωπος, κάποιος που αναζητεί αυτόν τον καιρό στον πρώην κρατούμενο της Χρυσής Αυγής την «ένδοξη» συνέχεια της δάδας (για να χρησιμοποιήσω λέξη που αρέσει στον χώρο). Η λογική και πολιτική αντίκρουση τέτοιων απόψεων είναι βαθιά υπονομευμένη.

Όση υπομονή, καλή θέληση και πολιτικό κουράγιο και αν έχει κανείς, δεν είναι δείγμα ανεκτικότητας και πλουραλισμού να υποδέχεται τη γνώμη υπέρ της δικτατορίας ως κάτι προς συζήτηση. Όπως δεν μπορείς να συζητήσεις στοιχειωδώς σοβαρά την άποψη πως το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ ήταν αριστερό (γιατί είχε σοσιαλισμό και λίγο κόκκινο) ή ότι η δράση των δωσιλογικών σωμάτων στην Κατοχή ήταν εθνική αντίσταση κατά των κομμουνιστών. Όπως αδύνατο είναι να γίνει διάλογος με κάποιον/-α που θα γελούσε με την είδηση για πνιγμό μεταναστών ή θα αποκαλούσε τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στη Γάζα «χαμασίτες» και «πλαστελίνες». Και φυσικά, διάλογος με όρους επιχειρημάτων σε υποθετικά πολιτισμένο πλαίσιο δεν μπορεί να υπάρξει με κάποιον που αποκαλεί πιθήκους, υπανθρώπους ή σκουπίδια τους πρόσφυγες, τους μετανάστες, τους Ρομά.

Δεν μπορείς να συζητήσεις στοιχειωδώς σοβαρά την άποψη πως το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ ήταν αριστερό (γιατί είχε σοσιαλισμό και λίγο κόκκινο) ή ότι η δράση των δωσιλογικών σωμάτων στην Κατοχή ήταν εθνική αντίσταση κατά των κομμουνιστών.

Έχει νόημα να συζητήσεις –και μερικές φορές είναι αναζωογονητικό– με εκείνον τον συντηρητικό που ανησυχεί για την τύχη ορισμένων αξιών, με έναν φιλελεύθερο που βλέπει πια να διαψεύδεται οικτρά η πίστη του στις ελεύθερες αγορές από τον σχηματισμό των εταιρειών-γιγαντόσαυρων και την αλγοριθμοποίηση της ζωής. Και να απαντάς με διάθεση τεκμηρίωσης σε εκείνον που εξακολουθεί να θεωρεί πως οι συμβατικές σταθερές μιας φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας θα αντέξουν όλα τα σοκ που φέρνει η εποχή των αρπακτικών.

Τι διάλογος όμως θα μπορούσε να σταθεί με αυτόν που το 2026 υπερασπίζεται ακόμα και την κληρονομιά του Μάλλιου και του Μπάμπαλη, της Μακρονήσου και των διώξεων του μετεμφυλιακού κράτους; Ή με εκείνους που θεωρούν πως θα έπρεπε να μιμηθούμε τη δράση του ισραηλινού στρατού απέναντι σε «εσωτερικούς» και εξωτερικούς εχθρούς, στους αριστερούς, στους Τούρκους, στα «πρεζόνια» της Ομόνοιας ή σε όποιον άλλον; Αυτά τα πράγματα λέγονται και γράφονται. Με άνεση πρωτοφανή, τα στόματα που τα διαδίδουν έχουν και τη βεβαιότητα πως πρόκειται για αντικαθεστωτικές, ανατρεπτικές αλήθειες. Δικτάτορες, βασανιστές, επικεφαλής «εθνικιστικών» φαλάγγων παρουσιάζονται ως ιστορικές αλήθειες που πονούν το σύστημα! Σε αυτή την καταστροφή του Λόγου δεν έχει κανένα νόημα να προστρέχουμε για χάρη της σχετικότητας όλων των απόψεων – αυτή η παλιά ανοησία έχει κάνει τον κύκλο της φτάνοντας να ενθρονίσει κάμποσους «Τραμπ» στους θώκους της εξουσίας.

Δεν μπορεί κανείς να νομιμοποιεί νέες εκδοχές φασισμού που στηρίζονται στην άγνοια, αν όχι σε παραϊστορικά παραληρήματα κάποιων ινφλουένσερ. Χάνει τον χρόνο του και δεν πείθει κανέναν. Όταν ο άλλος, παρά τα τόσα σοβαρά και εξαντλητικά που έχουν βγει, διαβεβαιώνει ότι στο Πολυτεχνείο δεν υπήρξαν νεκροί ή ότι ο Μοσέ Νταγιάν, ο Λαλιώτης ή ο τότε γραμματέας του ΝΑΤΟ ήταν κάπου γύρω στην Αθήνα του ’73 και συνεννοούνταν, δεν υπάρχει κανένα περιθώρια διαλόγου. Αν ο άλλος πιστεύει –και ξανά επιμένει– πως έχουμε εκατομμύρια μετανάστες (περιφρονώντας τους αριθμούς ή το σύνθετο στάτους των αλλοδαπής προέλευσης πολιτών στη χώρα) ή ότι οι «μουσουλμάνοι» (έτσι γενικά) απεργάζονται την κατάκτηση της Ελλάδας και την άλωση της Ευρώπης, δεν έχουμε απλώς ένα ρήγμα μεταξύ γνωμών. Είναι κάτι βαθύτερο που αφορά στοιχειώδη δεδομένα και τις βάσεις της πολιτικής ζωής.

Μπορώ να συνομιλήσω (και πρέπει μάλιστα) με εκείνον που δεν αποδέχεται την αφήγησή μου για τα σοβαρά δεινά του καπιταλισμού της πλατφόρμας (λέω έναν όρο εδώ για να συνεννοούμαστε). Από τη στιγμή όμως που ο ίδιος άνθρωπος δηλώσει, δίχως κανέναν ηθικό ενδοιασμό μάλιστα, ότι «πρόβλημά τους» όσων δεν ανταποκριθούν τελικά στον «ανταγωνισμό για τα skills» ή ότι έτσι κι αλλιώς η κοινωνία είναι χωρισμένη σε όσους θα σωθούν και σε εκείνους που θα πάνε στον πάτο, δεν έχω καμιά όρεξη για κουβέντα. Πώς να στηθεί γέφυρα διαλόγου με έναν οπαδό της ευγονικής και του κοινωνικού απαρτχάιντ;

Τι γίνεται όμως με τους εφήβους ή τα νεαρά άτομα που έχουν γοητευτεί από ιδέες, συνθήματα και χειρονομίες αυτής της νεοχουντικής σφαίρας; Δύσκολο θέμα. Εδώ χρειάζεται να μιλήσεις, να προσπαθήσεις να απευθυνθείς, να επινοήσεις κώδικες για να μην προχωρήσει το κακό. Τείνω όμως να πιστέψω πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει στο πεδίο των λυσσασμένων τρολ, με τα σμήνη της βρισιάς και τις τερατολογίες των διαδικτυακών αγνώστων. Εδώ χρειάζονται ζωντανές κοινότητες και παραδείγματα, πρωτότυπες ιδέες και σχήματα.

Όταν πάντως ο αφελής ή άγουρος υπερ-εθνικισμός προβάλλει ως ωμότητα νεοναζιστική, εκεί πάντα τελειώνουν τα αστεία. Και είναι μια άσκηση κρίσης και προσωπικής στάθμισης το αν θα μπει κανείς στον λάκκο με τις λάσπες ή όχι. Χρειάζεται υπομονή και ικανότητα να παρακολουθεί κανείς τις εξελίξεις, να μην πιάνεται αδιάβαστος από το πώς έχουν αλλάξει οι κουλτούρες των εφήβων, παραμένοντας ίδιες, εντούτοις, στην επιθυμία αναγνώρισης και στις δόσεις τρυφερότητας και σκληρότητας που μπορεί να κουβαλούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου