11 Μαΐου 2026

Διαγράφουν ένα λαό από την Ιστορία: Η κατεχόμενη από το Ισραήλ Δυτική Όχθη της Παλαιστίνης διαγράφεται από τα αμερικανικά επίσημα έγγραφα

Η Δυτική Όχθη διαγράφεται από τα αμερικανικά επίσημα έγγραφα

Στη ισραηλο-παλαιστινιακή διένεξη οι λέξεις έδιναν πάντα τις δικές τους μάχες. «Κατεχόμενα εδάφη» ή «αμφισβητούμενα»; «Φράχτης  ασφαλείας» ή «τείχος απαρτχάιντ»; «Τρομοκράτης» ή «μαχητής»; Κάθε επιλογή όρου δεν περιγράφει απλώς μια πραγματικότητα, την ερμηνεύει. Και τις περισσότερες φορές αποκαλύπτει σε ποια πλευρά στέκεται εκείνος που μιλά.

Η γλωσσική αυτή σύγκρουση φαίνεται σταδιακά να επεκτείνεται από τη δημόσια σφαίρα στο πεδίο της νομοθεσίας. Στην αμερικανική πολιτεία του Τενεσί, ψηφίστηκε πρόσφατα νομοσχέδιο που απαγορεύει τη χρήση του όρου «Δυτική Όχθη» σε επίσημα κρατικά έγγραφα, επιβάλλοντας αντ’ αυτού τη χρήση των βιβλικών ονομασιών «Ιουδαία και Σαμάρεια», έναν όρο που παραδοσιακά χρησιμοποιεί το Ισραήλ για τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Το μέτρο, που αναμένεται σύντομα να γίνει νόμος, επεκτείνεται και στην εκπαίδευση — από τα σχολικά εγχειρίδια έως τις περιγραφές μαθημάτων.

Η αιτιολόγηση είναι αρκετά ενδεικτική για την πολιτική στάση των νομοθετών. Ο όρος «Δυτική Όχθη», σύμφωνα με το νομοσχέδιο, κρίνεται ότι «εξαλείφει την εβραϊκή ταυτότητα» της περιοχής και αποκρύπτει «τους βαθιούς ιστορικούς και θρησκευτικούς δεσμούς του εβραϊκού λαού με τη γη.

Συντονισμένη κίνηση των Ρεπουμπλικάνων

Η όλη υπόθεση δεν θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν ήταν μεμονωμένη και δεν εντασσόταν σε μια γενικότερη πολιτική τάση. Όμως και στην Ουάσιγκτον, Ρεπουμπλικανοί βουλευτές επαναφέρουν νομοθετικές προτάσεις και εσωτερικές οδηγίες που ζητούν από κρατικούς αξιωματούχους να εγκαταλείψουν πλήρως τον όρο «Δυτική Όχθη» και να χρησιμοποιούν αποκλειστικά τη βιβλική ονομασία.

Χαρακτηριστική είναι η συγκρότηση της κοινοβουλευτικής ομάδας «Φίλοι της Ιουδαίας και της Σαμάρειας», η οποία προωθεί ανοιχτά την ισραηλινή κυριαρχία στα εδάφη που καταλήφθηκαν μετά τον πόλεμο του 1967. Από τους 16 βουλευτές που συμμετείχαν, κανείς δεν ήταν μέλος της εβραϊκής κοινότητας του Κογκρέσου — γεγονός που υπογραμμίζει τον ρόλο που διαδραματίζουν ευαγγελικοί χριστιανικοί κύκλοι στη διαμόρφωση αυτής της ατζέντας.

Η επιρροή αυτή δεν περιορίζεται στη ρητορική. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής έχει ήδη δώσει εντολή στους συνεργάτες του να αποφεύγουν τον όρο «Δυτική Όχθη», ενώ προτάσεις νόμων επιχειρούν να καταστήσουν υποχρεωτική τη χρήση της βιβλικής ονομασίας σε όλα τα επίσημα έγγραφα των ΗΠΑ.

Πρόκειται για μια σαφή μετατόπιση από τη μέχρι πρότινος αμερικανική πολιτική, που —τουλάχιστον σε επίπεδο δηλώσεων— στήριζε τη λύση δύο κρατών και αναγνώριζε τη διεθνώς αποδεκτή θέση ότι η Δυτική Όχθη αποτελεί κατεχόμενη περιοχή. Σήμερα, η ιδέα της ισραηλινής προσάρτησης όχι μόνο επανέρχεται, αλλά προωθείται ενεργά από πολιτικούς και συμβούλους που επικαλούνται ακόμη και θρησκευτικά επιχειρήματα για να τη δικαιολογήσουν.

Σε αυτό το πλαίσιο, έχουν διατυπωθεί προτάσεις για ανακατεύθυνση οικονομικής βοήθειας από τους Παλαιστίνιους προς την υποστήριξη της ισραηλινής παρουσίας στην περιοχή, ενώ κύκλοι προσκείμενοι στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επίσημης αναγνώρισης της προσάρτησης. Οι ίδιες προσεγγίσεις εντάσσονται και σε ευρύτερα πολιτικά σχέδια, όπως το λεγόμενο Project 2025, που συνδέεται με τον χριστιανικό εθνικισμό στις ΗΠΑ.

Η διαγραφή ενός λαού από την ιστορία

Οι αριθμοί αποτυπώνουν τη βαρύτητα του ζητήματος. Στη Δυτική Όχθη ζουν περίπου 2,9 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι, μαζί με περίπου 500.000 Ισραηλινούς εποίκους. Η περιοχή παραμένει κατακερματισμένη διοικητικά, με την εξουσία να μοιράζεται μεταξύ παλαιστινιακών αρχών και ισραηλινού στρατού. Για τους Παλαιστίνιους, αποτελεί τον πυρήνα ενός μελλοντικού κράτους. Για την ισραηλινή ηγεσία, μέρος της «ιστορικής πατρίδας».

Η απάλειψη της χρήσης του όρου Δυτική Οχθη φαίνεται έτσι να σηματοδοτεί μια ευρύτερη μετατόπιση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στην ισραηλο-παλαιστινιακή διένεξη. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι κατά την πρώτη του θητεία, ο Ντόναλντ Τραμπ έσπασε ένα ακόμα ταμπού της πολιτικής αυτής αναγνωρίζοντας το 2017 την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ και, έναν χρόνο αργότερα, μεταφέροντας εκεί την αμερικανική πρεσβεία.

Είναι μια πολιτική που προκαλεί έντονες αντιδράσεις ακόμα και στο πλαίσιο της εβραϊκής κοινότητας στις ΗΠΑ. Αρκετές εβραϊκές οργανώσεις εκφράζουν την αντίθεση τους στις σχετικές πρωτοβουλίες των Ρεπουμπλικάνων τονίζοντας ότι πρόκειται για «εργαλειοποίηση του Ιουδαϊσμού» στο πλαίσιο μιας χριστιανικής εθνικιστικής ατζέντας.

Ακαδημαϊκοί και θρησκευτικοί ηγέτες προειδοποιούν επίσης για τις επιπτώσεις στην εκπαίδευση και στη δημόσια συζήτηση. Η αντικατάσταση του όρου «Δυτική Όχθη» δεν είναι ουδέτερη. Απειλεί να αποκρύψει  ή να εξαφανίσει από τον δημόσιο λόγο την παλαιστινιακή παρουσία και τις διεκδικήσεις του παλαιστινιακού λαού.

 «Αυτό το νομοσχέδιο λέει σε εμένα και στην οικογένειά μου ότι δεν υπάρχουμε», τόνισε ένας Παλαιστίνιος ενώπιον των νομοθετών του Τενεσί. Η φράση συμπυκνώνει το γενικότερο διακύβευμα. Δεν πρόκειται απλώς για λέξεις καθώς η όλη υπόθεση τελικά αφορά το ποιος αναγνωρίζεται και ποιος διαγράφεται. Σήμερα από τα επίσημα έγγραφα και τα σχολικά βιβλία, αύριο από την ιστορία.

Την ώρα που η βία κλιμακώνεται και η επέκταση των ισραηλινών οικισμών επιταχύνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς εν μέσω των συνεχιζόμενων πολεμικών επιχειρήσεων του Ισραήλ από το Ιράν ως το Λίβανο, η συζήτηση για την ονομασία της περιοχής αποκτά νέο βάρος. Όχι επειδή αλλάζει την πραγματικότητα επί του εδάφους, αλλά επειδή επιχειρεί να την αναδιατυπώσει.

«Δεν είναι μια καινούργια ιδέα. Ο Τζορτζ Οργουελ την είχε περιγράψει ως “Newspeak” στο 1984: μια γλώσσα που δεν περιγράφει τον κόσμο, αλλά τελικά τον στενεύει. Από τη στιγμή που οι λέξεις παύουν να επιλέγονται και αρχίζουν να επιβάλλονται, η ιστορία γράφεται διαφορετικά. Με κάποιους να σβήνονται από αυτήν.»

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου